Σε αυτό το αυτοβιογραφικό δοκίμιο ο Κωστής Μαλούτας αντιστρέφει το εγχείρημα του Ζορζ Περέκ στο Je me souviens και του Τζο Μπρέιναρντ στο I Remember, και παραθέτει, αντί για αναμνήσεις, πράγματα που συνειδητοποιεί ότι δεν θυμάται πια. Μεταθέτοντας το βάρος στην απώλεια, οδηγείται σε σκέψεις που δεν θα κατέγραφε αλλιώς, από τις οποίες αναδύονται σταδιακά όχι μόνο ο ίδιος και όσα έζησε, αλλά και οι συλλογικές αναμνήσεις μιας ολόκληρης γενιάς. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο ειλικρινές, τρυφερό και αστείο, μια αυτοβιογραφία συνειρμική, που δεν ακολουθεί τη χρονική σειρά των γεγονότων αλλά τη διαδρομή της αναπόλησης, μια διαδοχή ερεθισμάτων που μας προσκαλεί να αναλογιστούμε όλα όσα νομίζαμε πως δεν θα ξεχνούσαμε ποτέ, όλα αυτά που δεν θυμόμαστε πια, αλλά με κάποιον τρόπο μας ορίζουν.
Δεν θυμάμαι πόσα χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που είδα τον Κωστή πριν τον συναντήσω στην βιβλιοπαρουσίαση του Θωμά τις προάλλες. Για την ακρίβεια, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς αρχίσαμε να βρισκόμαστε όλο και σπανιότερα. Θυμάμαι όμως πολύ καλά κάποιες από τις ιστορίες που θυμάται ή δεν θυμάται στο νέο του βιβλίο (Συγχαρητήρια στη Γεννήτρια για την εξαιρετική επιλογή και έκδοση). Κάποιες τις θυμάμαι ολοκάθαρα, ή θυμάμαι λεπτομέρειες που μοιάζει να έχει λησμονήσει ενώ ο ίδιος καταγράφει αναλυτικά άλλες που εγώ δεν τις ανακαλώ ούτε αμυδρά. Πολλές δεν τις θυμάμαι ακριβώς, αλλά αισθάνομαι ότι τις έζησα κάπως έτσι ή κάπως διαφορετικά.
Αυτό το βιβλίο με αφορά, αλλά φυσικά δεν είναι αυτό το σημαντικό (αν και για μένα δεν είναι ασήμαντο). Δεν αφορά καν μόνο τον συγγραφέα του, αν και τα βιώματα και κυρίως η γραφή του Κωστή είναι εντελώς προσωπικά και μοναδικά. Όσο κλισέ και αν ακούγεται, είναι ένα βιβλίο που αφορά μια … γενιά ( ; ). Ίσως ένα τμήμα της; Ίσως αυτές και αυτούς που κάποτε θεωρούσα «γενιά μας». Άραγε τι σκέφτεται ο Κωστής για την «γενιά μας»; Χωρίς καμία υπερβολή, το βιβλίο αυτό είναι ό,τι πιο πιστό στα βιώματα και τις αναμνήσεις πολλών παρεών περί των σαράντα έχω διαβάσει. Είναι συλλογικό, κι ας μη μιλάει για την κρίση και πώς τον ήπιαμε με τα μνημόνια. Μιλάει για ακυρωμένα Rockwave, παππουδογιαγιάδες, Κριστόφ Βαζέχα, Wendy’s, πεθαμένους γκραντζάδες, μπιτς βόλεϊ στο Decadence, κατεβαστήρια mp3 και προσπάθειες να φτάσεις με τον Πούντα χωρίς λεφτά από την Αντίπαρο στη Σίφνο.
Μιλάει για την Αθήνα. Την ευρύτερη, όπως τη ζήσανε τα παιδιά που δε μεγαλώσανε στον Χολαργό, την Αγία Παρασκευή, τους Θρακομακεδόνες, τα Μεσόγεια. Και την Αθήνα- Αθήνα, όπως την μάθαμε από τις αρχές του Λυκείου, με τα φροντιστήρια, τους καφέδες στο Ρεζίν, το Metropolis, τα βιβλιοπωλεία, τις συναυλίες, τις γειτονιές που ήταν ακόμα σκοτεινές πριν μεταφερθούν σε αυτές τα μαγαζιά και οι κάτοικοι πετούσαν γλάστρες από τα μπαλκόνια (για να αποτρέψουν αυτό που συνέβη πράγματι ή για να σκοτώσουν μακρυμάλληδες). Για το σπίτι στο Σύνταγμα σε μια πόλη που άλλαξε και αλλάζει διαρκώς. Αλλά και για τα νησιά, τις διακοπές, τα ταξίδια, τα Εράσμους. Μιλάει για όλα, αλλά δεν μιλάει πολύ.
Φοβάμαι μήπως αδικώ το βιβλίο και το παρουσιάζω σαν κάποια χιπστεράδικη millennial urban ιστορία. Το κείμενο του Κωστή ξεχωρίζει πρώτα και κύρια για την ευφυή, δημιουργική, αστεία και λεπτοδουλεμένη γραφή του. Η άσκηση στην οποία επιδίδεται εμπνεόμενος και αντιστρέφοντας τον Περέκ και τον Μπρέιναρντ, καταλήγει σε μια εκπληκτική συνειρμική αλληλουχία με αναμνήσεις και κενά μνήμης. Προσφέρει μια υπέροχη εμπειρία ανάγνωσης που σε προσκαλεί να την επαναλάβεις δύο και τρεις φορές.
Απαιτείται αυτή την εξαντλητική εργασία καταγραφής, όσο περνούν τα χρόνια. Τι θυμάσαι, ποιους/ες θυμάσαι, τι ξέχασες και γιατί; Ο Κωστής ήταν από παλιά ένας άνθρωπος που παρατηρούσε. Μπορεί να αδιαφορούσε για πολλά, και σήμερα να αδιαφορεί για περισσότερα. Αλλά παρατηρεί και καταγράφει. Και έτσι, εύστοχα κατανοεί και θεωρητικοποιεί πράγματα και καταστάσεις. Δεν θυμόμαστε γιατί πλέον δεν έχουμε χρόνο να σκεφτούμε δεύτερη φορά αυτά που συμβαίνουν, μας λέει. Πράγματι, επιστρέφουμε συχνά στα μαθητικά και νεανικά μας χρόνια, όχι μόνο για τη νοσταλγία που άνθρωποι σαν κι εμένα αισθάνονται για οτιδήποτε. Αλλά και γιατί τότε είχαμε περισσότερο χρόνο. Να σκεφτούμε, να παρατηρήσουμε, να αναπτύξουμε συλλογισμούς, να ξανασκεφτούμε δεύτερη φορά.
Είναι σημαντική η άσκηση στην οποία μας καλεί ο Κωστής. Να σκαλίσουμε τη μνήμη μας, να θυμηθούμε τι έχουμε ξεχάσει. Είναι και αυτό είναι μια άσκηση αναπόλησης, όπως γράφει. Να σκαλίσουμε μέχρι να θυμηθούμε ή να αναγνωρίσουμε τη λησμονιά. Γιατί είναι απείρως καλύτερο να μη θυμόμαστε, από το να μη σκεφτόμαστε.
Εγώ δεν μπορούσα να μη διαβάσω αυτό το βιβλίο. Αλλά αξίζει να το διαβάσετε κι εσείς.
Καλοτάξιδο, με συγκίνηση και πολλή αγάπη φίλε μου Κωστής Μαλούτας