Τρεις γυναίκες μεγαλώνουν σε μια Ελλάδα που αλλάζει ραγδαία. Στους ρυθμούς της στιλιστικής υπερβολής, της σαπουνόπερας, των ραδιοπειρατών, του πολιτικού φανατισμού, τρέχοντας στις αλάνες των ’80s και ’90s, μέσα από εφηβικές επαναστάσεις, τοξικές σχέσεις, κακοποιητικές συμπεριφορές, απώλειες αλλά και στιγμές αναπάντεχης τρυφερότητας, προσπαθούν να βρουν φωνή, ρίζες, ελπίδα και λόγους να ονειρεύονται. Κάπου ανάμεσά τους και παράλληλα μ’ αυτές κινείται κι ένας σιωπηλός παρατηρητής. Άλλοτε γιατρικό, άλλοτε ψευδαίσθηση, άλλοτε κάτι πιο βαθύ απ’ όσο χωράει ο νους. Ένα σύμβολο επιβίωσης, ελπίδας και μεταμόρφωσης. Ένα μυθιστόρημα για την παιδικότητα, τα σκιρτήματα της εφηβείας, την αντοχή, την ψυχική υγεία, τη γυναικεία φιλία και για όσα μένουν πεισματικά μέσα μας όταν όλα γύρω καταρρέουν.
Η Ελένη Κιουσέ γεννήθηκε ξημερώματα 29ης Φεβρουαρίου στην Αθήνα. Δίσεκτο έτος και δίσεκτη μέρα. Από μικρή αγαπούσε το γράψιμο – από ημερολόγια, λευκώματα, συνθήματα σε τοίχους, ραβασάκια, μέχρι εκθέσεις και άρθρα σε διάφορα σάιτ. Έχει σπουδάσει στη Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας του ΤΕΙ Αθήνας και μιλάει άπταιστα τρεις γλώσσες. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής και επιμέλειας-διόρθωσης, και ασχολείται με τη δημιουργία περιεχομένου για μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στην ηλικία των σαράντα νόσησε από καρκίνο του μαστού, γεγονός που αποτέλεσε ένα επιπλέον έναυσμα για να πραγματοποιήσει το όνειρό της, να γράψει το δικό της βιβλίο.
Απολαυστικό βιβλίο, το τελείωσα σε δύο μόλις μέρες! Ένα νοσταλγικό ταξίδι που ο καθένας μας θα βρει κομμάτια να ταυτιστεί. Σκληρό, αληθινό αλλά και αστείο σε σημεία σε γεμίζει συναισθήματα. Έχω διαβάσει και το πρώτο της μυθιστόρημα και πραγματικά έχει γίνει απ' τις αγαπημένες μου Ελληνίδες συγγραφείς. Πολλά συγχαρητήρια!
Ένα τρυφερό και βαθιά συναισθηματικό βιβλιο που ταξιδεύει τον αναγνώστη στις προηγούμενες δεκαετίες, μέσα από τις ζωές τριών γυναικών που μεγαλώνουν, πληγώνονται και παλεύουν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο. Η συγγραφέας γράφει με ζωντάνια και ευαισθησία, μεταφέροντας αυθεντικά τη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, τις αγωνίες της εφηβείας και τη δύναμη της φιλίας. Ένα βιβλίο γεμάτο συναίσθημα, που μιλά για την αντοχή, την ελπίδα και όλα όσα κρατάμε μέσα μας ακόμη κι όταν όλα γύρω αλλάζουν.
Ήταν ''Η τσαούσα'' της που έμελλε να μείνει ανεξίτηλη η μνήμη της στην αναγνωστική μου σκέψη και καρδιά που με έκανε να θέλω να αναζητήσω έργα της και στο μέλλον. Και να σου, που η συγγραφέας Ελένη Κιουσέ επέλεξε να ''επιστρέψει'' στα συγγραφικά δρώμενα με ένα νέο κοινωνικό μυθιστόρημα από εκείνα που δε σου μιλούν απαραιτήτως μόνο για την ομορφιά της ζωής με δήθεν αριστοτεχνικά ηθικά μηνύματα, αλλά από εκείνα που σε βάζουν στη διαδικασία να νιώσεις ότι ενώ ξεβολεύεσαι και νιώθεις κάπως ''αμήχανα'' αφού σου ''πετούν'' στο πρόσωπο αλήθειες ζωής - δίχως τάσεις διδαχής- καταφέρνουν, εντέλει, με την περισσή αλήθεια τους να σε λυτρώνουν με έναν τρόπο μη αναμενόμενο, αλλά πέρα για πέρα αναζωογονητικό που σε απελευθερώνει από ό,τι μπορεί να σε καταπιέζει/ενοχλεί/πληγώνει. Διότι, στο χέρι μας είναι να αντιστρέψουμε -έστω και μερικά πράγματα- και να μάθουμε να ζούμε όπως θέλουμε.
''Ταραξάκο'', λοιπόν, ο τίτλος του βιβλίου (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός) κι εγώ για να είμαι ειλικρινής όχι μόνο άκουγα για πρώτη φορά αυτήν τη λέξη, αλλά μπήκα και στη διαδικασία να ψάξω τον ορισμό της προτού καν αρχίσω την ανάγνωση. Ναι, βλέπετε με ''έτρωγε'' η αναγνωστική περιέργεια. Βάσει του ορισμού ''ταραξάκο'' (εν συντομία) είναι ένα πολύ χρήσιμο βότανο που βοηθά στην καλή λειτουργία του οργανισμού, καθώς και στην απάλυνση του πόνου. Άραγε, πώς αυτό το θρεπτικό φυτό θα λειτουργούσε μέσα στην παρούσα ιστορία; Προφανώς και οι απαντήσεις θα μας δίνονταν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης.
''Τρεις γυναίκες μεγαλώνουν σε μια Ελλάδα που αλλάζει ραγδαία. Στους ρυθμούς της στιλιστικής υπερβολής, της σαπουνόπερας, των ραδιοπειρατών, του πολιτικού φανατισμού, τρέχοντας στις αλάνες των ’80s και ’90s, μέσα από εφηβικές επαναστάσεις, τοξικές σχέσεις, κακοποιητικές συμπεριφορές, απώλειες αλλά και στιγμές αναπάντεχης τρυφερότητας, προσπαθούν να βρουν φωνή, ρίζες, ελπίδα και λόγους να ονειρεύονται. Κάπου ανάμεσά τους και παράλληλα μ’ αυτές κινείται κι ένας σιωπηλός παρατηρητής. Άλλοτε γιατρικό, άλλοτε ψευδαίσθηση, άλλοτε κάτι πιο βαθύ απ’ όσο χωράει ο νους. Ένα σύμβολο επιβίωσης, ελπίδας και μεταμόρφωσης." (Από το οπισθόφυλλο)
Τί κι αν έχει μεσολαβήσει ένα σημαντικό χρονικό διάστημα μεταξύ των αναγνώσεων των έργων της συγγραφέως; Κατά έναν μαγικό τρόπο, η οικειότητα της πένας της με συνεπήρε από τις πρώτες, κιόλας, στιγμές της ανάγνωσης. Κρατώντας αυτούσια την ωριμότητα και ειλικρίνεια της σκέψης της μαζί με τον όποιο σεβασμό, αγάπη κι ελευθερία προσεγγίζει τόσο τα πρόσωπα των ιστοριών της όσο και το ευρύ αναγνωστικό κοινό παραθέτει πάνω στο χαρτί ένα κείμενο βαθειά ρεαλιστικό και τόσο μα τόσο επίκαιρο ως προς τα νοήματά του - ακόμη κι αν η βασική του τοποθέτηση στον χρόνο μοιάζει κάπως πιο μακρινή. Σίγουρα δεν έχει σκοπό να δικαιολογήσει/ωραιοποιήσει καταστάσεις, ή, να κάνει μία σύγκριση γέρνοντας το βάρος της αόρατης ''πλάστιγγας'' προς μία θετική οπτική του χθες έναντι του σήμερα. Όχι! Απλώς χωρίς φόβο, αλλά με πάθος εξηγεί το πώς κάποια πράγματα ήταν πάντα εκεί, τόσο παγιωμένα που θεωρούνταν δεδομένα και σήμερα ψάχνουμε τρόπους για να τα ''αποτινάξουμε'' από πάνω μας...
Αγάπησα την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης των γεγονότων. Άν και δεν έχω κοινές εμπειρίες ζωής με τις γυναίκες που πρωταγωνιστούν μέσα στο βιβλίο, τα λόγια τους ήρθαν και με κατέκλυσαν με έναν τρόπο που δεν το ανέμενα και για να είμαι ειλικρινής, όλο και πιο σπάνια, το αισθάνομαι διαβάζοντας, πλέον, βιβλία. Και για μένα αυτό, ως αναγνώστρια, είναι ένα από τα θετικά στοιχεία του βιβλίου μαζί με το πώς επιλέγει η συγγραφέας να θίξει το ζήτημα της παιδικότητας και το πώς τα μικρά παιδιά βιώνουν κι αντιλαμβάνονται τα πάντα γύρω τους ακόμη κι αν οι μεγαλύτεροι/ες προσπαθούν να τα προστατέψουν -κάποιες φορές με λανθασμένο τρόπο- από διάφορα άσχημα πράγματα, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα της εφηβείας, την αντοχή παρά τις όποιες αντικειμενικές δυσκολίες που μπορεί να ακούν και στο όνομα ''ψυχική υγεία'', την πραγματική γυναικεία φιλία, καθώς και για τα όσα επιλέγουμε να κρατήσουμε ''ζωντανά'' κι αναλλοίωτα μέσα μας, ακόμη κι αν όλα μοιάζουν σιγά σιγά να καταρρέουν σταδιακά είτε πιο εκκωφαντικά είτε κι αθόρυβα γύρω μας.
Για δεύτερη φορά, η συγγραφέας μας αποδεικνύει ότι δεν έχει έρθει να υπηρετήσει τη λογοτεχνία μέσα από ανάλαφρα κι απλώς χαριτωμένα μυθιστορήματα που η όποια επίδρασή τους πάνω στη σκέψη και στην ψυχή μας να κρατά μόνο όσο διαρκεί η ανάγνωσή τους. Αντιθέτως, μιλάει με αλήθειες και με λόγια στοχευμένα κι απηλλαγμένα από μελοδραματισμούς, ή, λοιπές πομπώδεις φράσεις. Βέβαια το αν είμαστε πρόθυμοι/ες κι ανοιχτοί/ες να κάτσουμε και να τα ακούσουμε ώστε να προβούμε στα δικά μας συμπεράσματα είναι άλλο θέμα. Μα αν το κάνουμε, θα βρούμε πολλά κομμάτια τόσο δικά μας κι άλλων ανθρώπων γύρω μας όσο και της ίδιας κοινωνίας και πολλών αντικτύπων αυτής μαζί με τα όποια καλά κι αρνητικά διαιωνίζονται μέσα της σαν άλλα κληροδοτήματα του παρελθόντος...
Εν κατακλείδι, μπορώ να πω ότι έμεινα αρκετά ικανοποιημένη με έναν διαφορετικό τρόπο αυτήν τη φορά και αναμένω να δω τί μας επιφυλάσσει για το μέλλον η συγγραφέας. Αναζητήστε το! Καλή ανάγνωση.
Ας βγάλουμε από τη μέση τα εύκολα και τα προφανή. Είναι υπέροχο. Πρέπει να το διαβάσεις! Και τώρα πάμε στα γιατί και στα πώς.
Τη γραφή της κυρίας Κιουσέ τη γνώρισα μέσα από το βιβλίο της "Η Τσαούσα" και χρειάστηκε μόνο αυτό για να μπορώ με μεγάλη σιγουριά να δηλώνω θαυμαστής του έργου της. Τελειώνοντας την ανάγνωση του δεύτερου βιβλίου της λοιπόν, νιώθω τεράστια ικανοποίηση. Με αυτή τη συγγραφέα δεν έκανα λάθος. Έχει έναν τρόπο μαγικό να αγγίζει πληγές, να θίγει σοβαρά κοινωνικά θέματα και ιστορίες που πονάνε, έτσι που κλείνοντας το βιβλίο, να νιώθεις -παραδόξως- ανάλαφρος. Ίσως ακόμη και αισιόδοξος.
Όχι, δεν γράφει ελαφριά ή επιφανειακά. Απλά το κάνει από μια σκοπιά που επιτρέπει τη λύτρωση, το ξαλάφρωμα και αυτό το ουφ στο τέλος που διώχνει τα αρνητικά και αφήνει μόνο τα όμορφα πίσω του. Λυτρωτικό δράμα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αντί του κοινωνικού δράματος που συνήθως φαντάζει βαρύτερο. Και όχι, αν σε παρέσυρα να νομίζεις πως τελικά τα στολίζει όλα με έναν μεγάλο, ροζ φιόγκο, λάθος μου. Δεν είναι ούτε αυτό. Γι' αυτό και χαρακτήρισα τον τρόπο της μαγικό.
Τρεις γυναίκες, πάρα πολλές ιστορίες, δοσμένες από ματιές με μεγάλες βλεφαρίδες και γαλάζιες σκιές όπως αρμόζει στα 80s και τα 90s. Με τις κασέτες, τα ημερολόγια και πολλή μουσική. Με τον καθωσπρεπισμό της εποχής, με τα στίγματα της ψυχικής ασθένειας, του γεροντοκορισμού ή ενός διαζυγίου. Με καλοκαίρια χωρίς aircodition, ιδρώτα και πόνο. Μα και με μια κρυφή αισιοδοξία πως οι ευχές που κάνουμε όλοι μας φυσώντας έναν κλέφτη, μπορεί και να πραγματοποιηθούν. Έτσι γράφει η συγγραφέας.
Κι έτσι κι εγώ δηλώνω ξανά θαυμαστής του έργου της, ακόμη πιο σίγουρος αυτή τη φορά. Και τη ζηλεύω για την ικανότητά της να γράφει με συναισθήματα αντί για λέξεις. Και θα διαβάσω κι ό,τι άλλο βγάλει, αν βγάλει, όποτε το βγάλει.
Κι αν δεν σε έπεισα με όσα τόση ώρα γράφω, κι ενδεχομένως όσα θα μπορούσα να γράφω για ώρα ακόμη, δεν χρειάζεται. Η ίδια το κάνει πολύ καλύτερα. Απλά πάρε το βιβλίο, άνοιξέ το σε μία τυχαία σελίδα και κάνε μια δοκιμή. Το αξίζει.
Εύκολα 5/5 για ό,τι ένιωσα καθ' όλη την ανάγνωση. Αν υπήρχαν παραπάνω αστέρια θα τα έδινα ευχαρίστως.
Το βιβλίο, που ξεδιπλώνεται ως ένα καθηλωτικό οικογενειακό δράμα χαρακτήρων, μας μεταφέρει στην ατμοσφαιρική δεκαετία του 1980. Η επιλογή της συγκεκριμένης εποχής δεν είναι καθόλου τυχαία. Η κα Κιουσέ χρησιμοποιεί το κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο της δεκαετίας εκείνης όχι απλώς ως σκηνικό, αλλά ως έναν ζωντανό οργανισμό που επηρεάζει, πιέζει και συχνά καθορίζει τις μοίρες των ηρώων της.
Ο τίτλος, «Ταραξάκο», λειτουργεί ως ένας πανέμορφος αλλά και σκληρός συμβολισμός. Όπως το γνωστό φυτό (το ραδίκι του βουνού) που αντέχει στις πιο αντίξοες συνθήκες, φυτρώνει εκεί που δεν το περιμένεις και ο άνεμος σκορπά τους σπόρους του για μια νέα αρχή, έτσι και οι ήρωες του βιβλίου δοκιμάζονται, λυγίζουν από τα μυστικά του παρελθόντος, αλλά αναζητούν τη δική τους λύτρωση.
Το «Ταραξάκο» είναι ένα μυθιστόρημα που δεν διαβάζεται απλώς· βιώνεται. Η Ελένη Κιουσέ υπογράφει μια ιστορία γεμάτη νοσταλγία, ανατροπές και ψυχογραφικό βάθος, αποδεικνύοντας ότι η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία έχει ανάγκη από φωνές που τολμούν να κοιτάξουν κατάματα την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων.
Ένα βιβλίο που θα συζητηθεί και θα μείνει χαραγμένο στη σκέψη του αναγνώστη για καιρό μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας σελίδας.
Διάβασα αυτό το βιβλίο γιατί πριν λίγα χρόνια μου είχαν δωρίσει το πρώτο βιβλίο της κας Κιουσέ το οποίο λάτρεψα και ως τώρα το προτείνω κάθε φορά που κάποιος με ρωτά τι να διαβάσει. Το στυλ γραφής της με ενθουσιάζει, είναι φρέσκο, γλαφυρό, γεμάτο εικόνες και νοσταλγία. Το Ταραξάκο κινείται σε δεκαετίες που έχω γεννηθεί και μεγαλώσει γι' αυτό είχα πολλά references: μουσική, βιώματα, αμέτρητες αναμνήσεις. Είναι ένα βιβλίο που σε κάνει να κλάψεις αλλά και να γελάσεις και για 3 μέρες που μου πήρε για να το ολοκληρώσω δεν μπορούσα να το αφήσω απ' τα χέρια μου. Πολλά μπράβο στη συγγραφέα και στον εκδότη που την ξεχώρισε. Περιμένω με αγωνία το επόμενο!
Μετά την Τσαουσα (το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως) οι προσδοκίες για το Ταραξακο ήταν ήδη υψηλές! Και τολμώ να πω ότι επιβεβαιώθηκαν και με το παραπάνω !!! Η γραφή της Ελένης Κιουσε για ακόμη μια φορά καταφέρνει να σε γεμίσει συναισθήματα ανάμεικτα, γέλιο με βούρκωμα ταυτόχρονα, αγγίζει θέματα που πολλοί από εμας έχουμε κρύψει τόσο βαθιά μέσα μας που μας ίσως να (κάνουμε πως) τα έχουμε ξεχάσει κι εμείς οι ίδιοι. Παρόλα αυτά στο τέλος αφήνει ένα γλυκό χαμόγελο και μια αισιοδοξία για τη ζωή !!! Έξτρα point: Φεύγει σα νεράκι !!!!
Πραγματεύεται πολύ επίκαιρα και διαχρονικά κοινωνικά θέματα μ' έναν τρόπο που δεν κουράζει, ούτε κουνάει το δάχτυλο. Διαβάζεται μονομιάς και σε ταξιδεύει. Είναι το δέυτερο μυθιστόρημα της κας Κιουσέ που διαβάζω και περιμένω τα επόμενα με ανυπομονησία.