Κόσμοι που καμιά φορά διασταυρώνονται αλλά την απόσταση που τους χωρίζει δεν μπορεί ποτέ κανείς να τη διανύσει. Ένας εταιρικός πύργος που υψώνεται στη μεγάλη λεωφόρο της Αθήνας και οι δίδυμες εργατικές πολυκατοικίες στα δυτικά της Θεσσαλονίκης. Ζωές που κινούνται στη σκιά τους. Οικογένειες στις οποίες έχεις την τύχη ή την ατυχία να γεννηθείς. Μια αλυσίδα από λέσχες ευεξίας και η αναζήτηση της ευτυχίας. Το παιχνίδι της εξουσίας και της διαδοχής στον μικρόκοσμο μιας οικογενειακής αυτοκρατορίας. Α, και το λαμπρό μέλλον που μας περιμένει.
Το Τραγούδι των κληρονόμων είναι ένα μυθιστόρημα νοοτροπιών και ιδεών, στο οποίο η μουσική ακούγεται διαρκώς και η μεγάλη ιστορία των τελευταίων δεκαετιών μπαίνει σαν θραύσμα στις μικρές ζωές των ανθρώπων.
O Γιάννης Μπαλαμπανίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1980. Σπούδασε νομικά και πολιτική επιστήμη στην Ελλάδα και τη Γαλλία. Είναι διδάκτωρ Συγκριτικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου και απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης. Συμμετέχει στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού "Σύγχρονα Θέματα" και είναι επιστημονικός συνεργάτης του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Η έκδοση "Ευρωκομμουνισμός: Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά" αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της διδακτορικής του διατριβής. Βραβεία: Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου "Μένης Κουμανταρέας" - Εταιρεία Συγγραφέων 2021.
Γι’ αυτό το βιβλίο είχα ένα ισχυρό ένστικτο ότι έπρεπε να το διαβάσω τώρα, αμέσως μόλις εκδόθηκε, είμαι από τους πρώτους που το αγόρασαν και το διάβασαν. Δεν με απογοήτευσε. Λειτούργησε σαν γέφυρα που με μετέφερε σιδηροδρομικώς απ' τη Θεσσαλονίκη πίσω στην Αθήνα. Ένωσε τον Σκαμπαρδώνη του "Ήλιου με ξιφολόχες" με το βιβλίο για τον αντισημιτισμό που μελετούσα πρόσφατα, αφού το έσχατο επιχείρημα που δίνει τη λύση στο τέλος (κάνω σπόιλερ) είναι πως ο τεράστιος πλούτος της οικογενειακής επιχείρησης που έχει τεθεί στο επίκεντρο της πλοκής προέρχεται από έναν σκοτεινό «μεσεγγυούχο» πρόγονο.
Το βιβλίο κινείται γύρω από τη φαλιρισμένη οικογενειακή επιχείρηση Λεωνίδας Τσέμπαλος, και την προσπάθεια διάσωσής της. Δεν υπάρχει ένας κεντρικός ήρωας. Με την οικογένεια αυτή σχετίζονται δύο συνομήλικοι Θεσσαλονικείς (άλτερ έγκο μάλλον και οι δυο του συγγραφέα), που είχαν σπουδάσει μαζί Νομική στην Αθήνα, είχαν οργανωθεί στο Κόμμα με διαφορετική ένταση και είχαν διαφορετική πορεία. Ο Μάνος, πιο φιλόδοξος και κομματικά πιο εξελιγμένος, εκτινάχτηκε σε εραστή της κληρονόμου της εταιρείας, της Λουκίας. Αυτός, οπαδός του ορθολογικού (δυτικού τύπου) καπιταλισμού, προσπάθησε να διασώσει την εταιρεία μέσω συγχώνευσης και εξαγοράς από βρετανική εταιρεία, χάρη στις διασυνδέσεις του στο Λονδίνο, όπου είχε κάνει μεταπτυχιακά. Ο έτερος Σαλονικεύς, ο Άγγελος, ήταν πιο συνεπής σαν φοιτητής, πιο οργανωμένος, έκανε μεταπτυχιακά στο Παρίσι και έπιασε δουλειά στην ίδια εταιρεία, η οποία στεγάζεται στη λεωφόρο Συγγρού, σε 12ώροφο πύργο. Μάνος και Άγγελος έχουν ταπεινή καταγωγή, από τις 12ώροφες πολυκατοικίες των δυτικών προαστίων της Θεσσαλονίκης.
Το άλλο δίδυμο του βιβλίου είναι οι ανταγωνιστές γόνοι της οικογένειας Τσέμπαλου: η Λουκία, που φέρνει έναν αέρα ανανέωσης, δυναμωμένο από τον έρωτά της για τον νεότερο Μάνο, στον οποίο βλέπει ότι γυαλίζει το μάτι του. Τον χρησιμοποιεί ως εραστή αλλά και εκείνος τη Λουκία ως ευκαιρία κοινωνικής ανόδου, σε μια σχέση ειλικρινείας, παρότι τη διεκδικεί ο άσφαιρος εστέτ «εξάδελφος» Αλκιβιάδης, συγκληρονόμος της οικογενειακής επιχείρησης. Η Λουκία έχει κάτι από τον αγαπημένο της ήρωα, τον Λουκή Λάρα, πιστεύει στην εργασιακή ηθική, στην αστική παράδοση των καλλιεργημένων εμπόρων.
Ανταγωνιστής της είναι ο αδελφός της Τζώρτζης, κηφήνας, άσωτος και μπλεγμένος με τη μαφία. Συνεταιρίζεται με τον Μίλτο, μεγαλομαφιόζο της Αθήνας, που έχει στην υπηρεσία του πληρωμένα ντούκια για να κανονίζουν τις βρόμικες δουλειές τους με ξύλο. Αυτός ο Μίλτος έχει αποκτήσει παράνομο χρήμα και αυτόν προτείνει ο Τζώρτζης ως «εξυγιαντή» της επιχείρησης έναντι της πρότασης του Μάνου.
Στην εταιρεία, πλάι στον Άγγελο εργάζεται η Μαργαρίτα, πιστή υπάλληλος με νέες ιδέες, που την προορίζει το παλαίμαχο στέλεχος Γιάννος Σαρρής για διάδοχό του. Είναι μια ταλαιπωρημένη ύπαρξη, που ζητά παρηγοριά στις λέσχες ευεξίας της Εταιρείας Ιnspire and Elevate, που πλασάρει βοτανοθεραπείες χαλαρωτικές για ανθρώπους καμένους από τη δουλειά και την πόλη.
Το βιβλίο έχει χιούμορ, ωραία γλώσσα, ρέουσα αφήγηση, εναλλαγές στις αφηγηματικές φωνές και στα κειμενικά είδη, είναι ευφυές, σύγχρονο, διατρέχει εμβληματικές στιγμές της πρόσφατης ιστορίας (1943, 1987, 1998, 2004, 2010, 2015), κινείται μεταξύ Λυκαβητού και Θεσσαλονίκης, αγαπάει τη μουσική και το ποδόσφαιρο, αντισταθμίζει το σεξ με σκηνές κιτς σε παράλληλη εκτύλιξη. Γενικά, ο συγγραφέας ξέρει να γράφει με άνεση και χάρη.
Αυτού του είδους τα βιβλία μου αρέσουν, το βάζω πλάι στον Άγη Πετάλα, τον Τάκη Καμπύλη, τον Φαίδωνα Ταμβακάκη και τον Δημήτρη Μεσορράχη, γιατί μιλά με εύρος αντίληψης και ευφυή γραφή για τη σύγχρονη οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση στη χώρα. Κι ύστερα αναρωτιέμαι γιατί δεν προτιμώ γυναίκες πεζογράφους. Τι να πω; (Φαντάζομαι ότι κι ο Χωμενίδης και η Διβάνη συγγενικά γράφουν, αλλά κάπως πιο ελαφρά κι ευπώλητα, ομολογώ πως δυσκολεύομαι -από πούρο ελιτισμό- να αγοράσω βιβλίο τους).
Αν το τέλος ήταν λιγότερο απότομο, μπορεί και να το θεωρούσα αριστούργημα, όπως όταν το ξεκίνησα. Μ' ένα "Ρίχ' το, Ηλία" ξεμπερδεύεις ανώδυνα και τελετουργικά.