Εδώ, στο κείμενο που ακολουθεί, δεν επιχειρείται καμμία προσπάθεια για κάποιες περιγραφές τοπολατρίας, τυπολατρίας και μιας κοινωνικής συμπεριφοράς ή κυκλοφορίας των Αθηναίων. Διατηρώ την ουτοπιστική πεποίθηση ότι δεν υπήρξα, ούτε είμαι ένας ονειροπόλος, ο οποίος σκεπτόταν αποκλειστικά και έμμονα μιαν ελληνικότητα σε ό,τι αφορούσε την υψηλή αισθητική, που θα ζητούσα μάλιστα από τα μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας, με επιμονή, μία προσήλωση στην ελληνολατρία, χωρίς, οι συνέλληνές μου να υπολογίζουν τις ξένες επιδράσεις οι οποίες συνδυαζόμενες με την αδυναμία της ελληνικής κρατικής ή ιδιωτικής εκπαίδευσης της εποχής, του 20ου αιώνα ήσαν ανεπαρκείς. Φυσικό ήταν, και είναι, οι ενεργοί, εύποροι, αλλά και νεόπλουτοι πολίτες της Αθηναϊκής κοινωνίας, που σε σχέση με τις άλλες χώρες της Δύσης ήσαν κοινωνικο-πολιτιστικά πολύ πίσω, να αναζητούν κάλυψη των μεγάλων ελλείψεων της παιδείας, παιδεία την οποία πίστευαν πως θα αναπληρώσουν τη δική τους ημιμάθεια με τη μόρφωση των παιδιών τους, ντύνοντάς τα με ξενόφερτη μόδα, ή στέλνοντάς τα στις μεγάλες πρωτεύουσες της Ευρώπης, ώστε να επενδυθούν πνευματικά με ξένες κουλτούρες. Μπορεί και εμένα να μη μ' έντυναν στην δεκαετία του 1930 με φουστανέλα, ή τσαρούχια, αλλά κι ούτε οι γονείς μου ήσαν ντυμένοι με υφάσματα από αλατζά, καμιζόλες κι άλλα μάλλινα, ή βαμβακερά κατασκευασμένα από ελληνικούς αργαλειούς! Ακόμα περισσότερο "χωρικά" ντύνονταν οι βοσκοί με καμιζόλες, οι γαλατάδες και οι υπηρέτες χωρικοί που κατά κανόνα ήσαν από το τότε Μενίδι ή από την ελληνική επαρχία. Εκτός από ης προσωπικές αδυναμίες σε ορισμένες περιοχές (σκέψου Γκύζη μετακατοχικό και Εξάρχεια μεταχουντικά) αρκετές μνήμες, και άλλες πολλές αναφορές συνάγονται από προσωπικές εμπειρίες, ή και φωτογραφίες της εποχής, αλλά και από ζωγραφικές ή σχεδιαστικές αναπαραστάσεις κι από κείμενα ή εικόνες παλαιοτέρων περιοδικών, που πάντα έχουν σχέση με το θέμα που καταπιάνομαι. Οι επιδράσεις λοιπόν που είχαμε ως Έλληνες από τη Δύση ήσαν αναπόφευκτες. Κι ήσαν αυτές που δημιουργούσαν σε μας τους Αθηναίους περίεργες συμπεριφορές απέναντι σε κάθε φαινόμενο, που μόνο δικές μας δεν ήσαν, έστω κι αν όλ' αυτά ενσωματώθηκαν στη συμπεριφορά μας και στον τρόπο διαβίωσής μας. Παράλληλα όμως, κατά των επιδράσεων που δέχονταν οι οικογένειές μας και τα άτομα, με τις διαμορφούμενες συνήθειές τους, συν τη νέα, τότε, "αισθητική της πόλης" της Αθήνας, αντλημένη από ευρωπαϊκές χώρες, κι η ίδια η πόλη των Αθηνών και τα προάστια της ήσαν σε ελεεινή κατάσταση, από άποψη ομορφιάς (αισθητικής θα τολμούσα να πω) και μόνο, από χωροταξική άποψη η "βιτρίνα" ήταν εξευρωπαϊσμένη - όπως η Πλατεία της Ομόνοιας, η Πλατεία του Συντάγματος και μερικά τμήματα των οδών Σταδίου και Πανεπιστημίου. Φυσικά, ανάμεσα στα λαϊκά σπίτια στις διάφορες συνοικίες και γειτονιές της Αθήνας, πριν ευνουχιστούν και μεταβληθούν σε συνοικισμούς εσωτερικών μεταναστών, επαρχιωτών, σπίτια που είχαν κτιστεί σκόρπια στην καταπράσινη Αττική από το τέλος του 19ου αιώνα, όμορφα οικήματα που ανήκαν κι ανήκουν σε Ιδρύματα, σε εύπορα άτομα κι οικογένειες, σε ξένες Αρχαιολογικές Εταιρίες κι Αποστολές που λυμαίνονταν τα αρχαία ευρήματα στην Ελληνική ύπαιθρο με τις "ανιδιοτελείς" ανασκαφές! Πολύ κοντά στα θαυμάσια κτίρια -ξενόφερτης αισθητικής- υπήρχαν λασπωμένες από χείμαρρους παραποτάμων περιοχές με καλαμιές και ακούγονταν σαν συμφωνία τα "βρε-κε-κεξ-κουάξ-κουάξ" πολλών βατράχων, η δε μετάβαση από τη μια περιοχή στην άλλη γινόταν από μονοπάτια. Δεν είναι σπάνιες οι φωτογραφίες που μας δείχνουν την Ακρόπολη, ενώ στα πέριξ, στου Φιλοπάππου και στο Θέατρο Ηρώδου Αττικού, να βόσκουν αμέριμνα αρνάκια... [...] (Από την εισαγωγή της έκδοσης)
Ο Λεωνίδας Χρηστάκης ήταν Έλληνας συγγραφέας, ζωγράφος, ηθοποιός και επιμελητής εκδόσεων.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν απόφοιτος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και της Σχολής Καλών Τεχνών. Επίσης, σπούδασε μουσική και ήταν ζωγράφος. Στην Κατοχή πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και συμμετείχε σε πολλές αντιστασιακές δράσεις.
Για πολλά χρόνια ήταν στο στόχαστρο του μεταπολεμικού εμφυλιοπολεμικού κράτους λόγω της αριστερής, σχεδόν αναρχικής ιδεολογίας του καθώς και των θεμάτων που τον συγκινούσαν, τα οποία προέρχονταν κυρίως από το περιθώριο της κοινωνίας. Τον συγκινούσαν οι καλλιτέχνες, οι ποιητές αλλά και οι παραβάτες: ληστές, πόρνες, αλήτες, πρεζόνια, όπως δήλωνε ο ίδιος.
Από τη δεκαετία του 1950 άρχισε να εκδίδει βιβλία και τα περιοδικά: "Κούρος", "Panderma" (παντός δέρμα ή παντός τέρμα, όπως λέει) και "Ιδεοδρόμιο". Ενώ, έχει συμμετάσχει και σε αρκετές ταινίες όπως Πάμπτωχοι Α.Ε..
Όποτε διαβάζω βιβλία ή κείμενα του, εκ γενετής Θεσσαλονικιού αλλά εκ ζωής Αθηναίου, Λεωνίδα Χρηστάκη, νιώθω ότι μεταφέρομαι σε μία άλλη εποχή. Μία Αθήνα χρόνια τώρα νεκρή. Καθόλου ωραιοποιημένη όπως συμβαίνει στην πλειοψηφία των νοσταλγικών κειμένων για αυτήν, αλλά ζωντανή. Οι αλήτες, οι πόρνες, οι άστεγοι, οι τζογαδόροι, μεταξύ άλλων, έδιναν ζωή σε αυτήν την πόλη δημιουργώντας τον χαρακτήρα της. Σε αυτή τη συλλογή κειμένων του Λεωνίδα Χρηστάκη, μαθαίνει κανείς την ιστορία των κατοχικών και μεταπολεμικών χρόνων της Αθήνας. Μέρη που δεν υπάρχουν πια, τοπωνύμια που χάθηκαν στον χρόνο και ιστορίες του περιθωρίου που έχουν μια βρώμικη γοητεία. Η Αθήνα που έζησε ο Λεωνίδας Χρηστάκης έχει χαθεί από το προσκήνιο, αλλά η παρακαταθήκη της ζει ακόμα. Και δύσκολα θα πεθάνει δια παντός.