Ο Τιμ Κλερ παρουσιάζει μια καλλιτεχνική ταυτότητα ετερόκλητων συγγραφικών επιδιώξεων: ποιητής, κωμικός και, με τούτο το βιβλίο πεζογράφος φανταστικής λογοτεχνίας. Το βιβλίο, φρέσκο-φρέσκο, ήδη εγκωμιάζεται για την λογοτεχνικότητά του και τον πλούσιο, ποιοτικό λόγο του. Και έτσι τοποθετείται απέναντι από την υπόλοιπη σοδειά φανταστικής λογοτεχνιάς.
Τι έχουμε εδώ, λοιπόν;
Η πρωταγωνίστρια, κοριτσόπουλο σιωπηλό αλλά με πνεύμα εξερευνητικό και ατίθασο, δρα ως φιλοξενούμενη με την οικογένειά της σε μια έπαυλη μιας καταραμένης οικογένειας από τις δυστυχίες, γεμάτη διφορούμενους χαρακτήρες, υπό την σκιά ενός Παγκοσμίου πολέμου. Πολυμήχανη και αγορίζουσα Ντελφίν περιδιαβαίνει σε εκείνο τον κόσμο, κάνει φιλίες, από μακριά εντοπίζει εχθρούς, ανακαλύπτει μυστικές διόδους και ξεχασμένες σήραγγες, προσπαθεί να ξεσκεπάσει μηχανορραφίες. Μέχρι την μέση ο αναγνώστης θα νιώσει πως διαβάζει μια μίξη μυστικών εφτά, Τεν-Τεν και Χάρι Πότερ. Ωραίες περιγραφές τοπίων, ατμόσφαιρα, πασπάλισμα παιδικής νοσταλγίας, γαρνιρισμένο με αυτό τον ασαφή κόσμο των μεγάλων. Τελικά, κάποια στιγμή, γίνεται το μπαμ και το βιβλίο γίνεται βίαιο, το φανταστικό εφορμά και ζούμε μια περιπέτεια.
Η αλήθεια είναι πως η γλώσσα η πλούσια, οι ζωντανοί χαρακτήρες, η οικονομία στον λόγο – αρετές της καλής λογοτεχνίας είναι πράματα στα οποία χωλαίνει τα φανταστικό μυθιστόρημα. Με τους τυποποιημένους, επίπεδους χαρακτήρες, τους κλισές διαλόγους και τις τετριμμένες περιγραφές, χάνει πόντους. Προσπάθειες στο παρελθόν έχουν γίνει να γίνει περισσότερο εμβριθής σε μια προσπάθεια να πιάσει μεγαλύτερη αναγνωστική μερίδα, μα για μένα αποτυχημένες παταγωδώς. Χαρακτηριστικά τα παραδείγματα της Ρόμπιν Χομπ και του Τζορτζ Μαρτιν, οι οποίοι εκλαμβάνουν ως απόδοση χαρακτήρων την βραδύκαυστη, ανούσια πλοκή και τα τραβηγμένα από τα μαλλιά, βαρύγδουπα δράματα – εν είδει ρεαλισμού, η πραγματικότητα καταλήγει φάρσα. Εδώ, στο βιβλίο του Κλερ, τα πράγματα αλλάζουν δραματικά και παρουσιάζεται κάτι φρέσκο, αναζωογονητικό: ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με καλογραμμένους χαρακτήρες, που αναπνέουν, ζουν, μιλάνε με προσωπικότητα και λένε πράματα ουσιώδη και κάνουν πράγματα όμορφα αλλά και λογοτεχνικά.
Αλλά τελικά ό, τι κι αν είχε στο μυαλό του ο Κλερ για εμένα δεν λειτούργησε. Γιατί;
Κατά πρώτον τα πράματα τραβάνε πολύ. Ο Κλερ πατάει πάνω στο εύρημα της ματιάς ενός νέου παιδιού στον κόσμο των μεγάλων. Ο οποίος στο αρχοντικό είναι πολύπλοκος, διφορούμενος στα μάτια ακόμα και της έξυπνης πρωταγωνίστριας και αινιγματικός. Αυτό το βασικό μηχάνευμα, το μυστήριο που δημιουργεί σύγχυση στην πρωταγωνίστρια η οποία παρερμηνεύει πράγματα, ενώ άλλοτε πέφτει πάνω σε εξωφρενικά και φρικιαστικές καταστάσεις, τραβάει. Οι σελίδες περνούν, και όπως είναι φυσικό ο αναγνώστης, ή τουλάχιστον εγώ που χάνω την υπομονή μου με την αναποφασιστικότητα, γεμίζει από μια πυρετώδη νευρικότητα. Και κυλάνε οι σελίδες και ο αναγνώστης μένει να ξύνει το κεφάλι του, απορώντας τι διάολο είναι αυτό που υποτίθεται αναζωπυρώνει την ανησυχία του κοριτσιού. Όταν πια κορυφώθηκε η αγωνία και την σκυτάλη πήρε η δράση εγώ ποτέ δεν ήμουν σίγουρος για το τι διάβαζα, τι συνέβη και ξέσπασε μια κανονική κόλαση από την εισβολή πλασμάτων μιας άλλης διάστασης. Κι όταν έρθουν οι απαντήσεις, γίνεται τόσο αργά και τόσο λιτά που συνειδητοποιούμε γιατί μας τυράννησε έτσι ο Κλερ: το βιβλίο μάλλον είναι ο πρώτος τόμος μια πολυλογίας.
Περνώντας την μερική αφλογιστία της πλοκής, η γλώσσα του, προσεγμένη, ατού του βιβλίου, μπορεί να γίνει βραχνάς με το εξεζητημένο λεξιλόγιό της. Και οι περιγραφές είναι πολλές. Καλογραμμένες, ναι, γιατί ο Κλερ είναι ποιητής. Μα είναι τόσες που στην νιοστή σελίδα, που χτυπάω νευρικά το πόδι, θέλοντας εξέλιξη, δε με ενδιαφέρει πιο κάδρο κρέμεται από τον τοίχο. Ξέρει να φτιάχνει όμορφες, μεγάλες περιόδους, δίχως περιττά πράματα, όταν οι άνθρωποι μιλούν. Μα όταν μένουν μόνοι, με τις σκέψεις τους, τον πιάνει μια αμετροέπεια συλλογισμών και αναθυμήσεων. Η γραφή είναι πυκνή. Είναι πυκνή ύστερα από 200 σελίδες, όπου η αγωνία μου και το ενδιαφέρον μου υποβαστάζονταν από την καλή μου διάθεση και την βιβλιοφιλική μου αυταπάρνηση: έπρεπε να είμαι υπομονετικός. Κι ήμουν όσο μπορούσα. Διάβαζα τις περιγραφές. Όταν το βλέμμα μου παρασυρόταν νευρικά, το συμμάζευα και ξαναδιάβαζα όλη την σελίδα σαν καλό παιδί.
Είμαι αχάριστος, γιατί ο Κλερ είναι ταλαντούχος. Έχει χάρες, οι οποίες όμως πλακώθηκαν από το βάρος μια αφήγησης σύνθετης, αργής, ενώ θα μπορούσε να γίνει ένα εξαιρετικό ενήλικο παραμύθι. Αν ο Κλερ συμμαζέψει τις ιδέες του και τις βάλει στην κατάλληλη φόρμα, ώστε το ύφος του να αναπνεύσει σε μια άλλη ροή, τότε θα μεταμορφωθεί σε έναν καταπληκτικό συγγραφέα. Μέχρι τότε, τουλάχιστον εγώ, δηλώνω ερεθισμένος αλλά εκνευρισμένος.