What do you think?
Rate this book


235 pages, Paperback
First published January 1, 1923
«Την άλλη μέρα οι Μουνούχοι ξυπνήσανε αργά. Από μοχτηροί κι άπραγοι, που είτανε, ξυπνήσανε κλέφτες και πατριώτες. Η ιδέα πως μπορούσε να πεθάνουνε ξαφνικά, σε ώρα απροσδιόριστη από πρωτύτερα, τους έκανε να προσκολληθούνε με λύσσα στα υλικά αγαθά και να ζητάνε να τα χαρούνε όσο το δυνατό περισσότερο. Από στιγμή σε στιγμή ο θάνατος μπορούσε να κρούσει τη θύρα τους. Πώς ν’ αφήσουνε αυτά τα’ άπειρα δώρα, τ’ αξετίμητα δώρα της ζωής, προτού προφτάσουνε να τα περάσουνε όλα, ή τουλάχιστο τα περισσότερα, από μέσα τους; Ριχτήκανε λοιπόν αμέσως στ’ άρπαγμα της Γης. Τη μαντρώνανε γρήγορα – γρήγορα με πέτρες, με πλιθιές, με παλιούρια και δηλώνανε καθένας, πως αυτό το μέρος είναι ‘δικό του’. Στην αρχή, έλεγες, θα σκοτωθούνε. Τόσο πολλή τανε η βιασύνη, που βουτούσανε τα λιβάδια και τους δεντρότοπους […] Μα τώρα άρχισε καθένας να ματιάζει το χτήμα του γείτονά του. Τι του χρειάζεται κείνου τόσο μεγάλο; Γιατί καθενού, αν και τούφτανε το δικό του, όμως του φαινότανε λίγο. Κι αν δεν του φαινότανε λίγο, όμως μια και κιντύνευε να του το πάρει ο άλλος, καλύτερα νάπαιρνε αυτός του αλλουνού. […] Αφού η γης συγκεντρώθηκε με τον καιρό σε λιγοστούς, είτε με την βία, είτε με την πονηριά, περνώντας από τα χέρια των πατεράδων στα χέρια των παιδιών, απόχτησε σε μια δυο γεννιές νομιμότητα και κάποιαν ιερότητα. Είτανε η ιδιοχτησία. Κανένας δε θυμότανε, πώς ήτανε κλεμμένη! Έτσι οι πιο δυνατοί κι οι πιο κατεργαρέοι γενήκανε οι αφεντάδες της γης κι οι αφεντάδες του λαού. Μα ποιος ήταν ο λαός; Όσοι, είτε από αδυναμία, είτε από κουταμάρα, δεν προλάβανε ν’ αρπάξουνε τίποτες ή ό,τι αρπάξανε τους του πήραν έπειτα οι δυνατοί […]»