Jump to ratings and reviews
Rate this book

Ο λαός των Μουνούχων

Rate this book
Oγδόντα εφτά χρόνια μετά την πρώτη τους έκδοση στην Αλεξάνδρεια το 1923, "Ο λαός των Μουνούχων", η "Ιστορία του Αγίου Παχωμίου" και "Οι φυλακές", τα τρία -λησμονημένα σχεδόν- αφηγήματα του Κώστα Βάρναλη που περιλαμβάνονται στην παρούσα συλλογή, παραμένουν πιο επίκαιρα από ποτέ.

Τι είναι αυτό που κάνει τούτα τα κείμενα, που μετρούν σχεδόν έναν αιώνα ζωής, αγώνων και αγωνιών, να διατηρούν αλώβητο το λογοτεχνικό τους σθένος, ακέραιες τη δραστικότητα και τη διαχρονικότητά τους; Το γεγονός ότι τα ερωτήματα με τα οποία αναμετρήθηκαν συνεχίζουν να μας πολιορκούν μέχρι σήμερα, και μάλιστα ακόμη πιο πιεστικά, ασφυκτικά και επίμονα.

Σε έναν κόσμο "μ' αλυσίδες στην ψυχή", τα διηγήματα του Βάρναλη αφυπνίζουν, αποκαλύπτουν, προκαλούν, συγκινούν, απέναντι στην πτώση, ηθική και υλική, επικαλούνται την απονεκρωμένη μνήμη κάθε ανθρώπου, κάθε τόπου, κάθε λαού.

235 pages, Paperback

First published January 1, 1923

20 people want to read

About the author

Κώστας Βάρναλης

47 books22 followers
O Κώστας Βάρναλης (Kostas Varnalis) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884, όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και έπειτα με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία όπου και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Πύργου (Μπουργκάς) σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και στη συνέχεια στην Ελλάδα (στην Αμαλιάδα) και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ. Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού.

Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας, κοινωνιολογίας και αισθητικής. Τότε προσχώρησε στον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Καρπός αυτής της στροφής στάθηκε το ποίημα Προσκυνητής. Το καλοκαίρι του 1921 έγραψε στην Αίγινα Το Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη Λευτεριά στο περιοδικό Μούσα. Το 1924 δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού. Το 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ένα απόσπασμα από Το φως που καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη. Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα και μετά εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Στην Κατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ως μέλος του ΕΑΜ. Tο 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι). Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄. Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες μεταξύ των οποίων και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου 1974.

Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα, ενώ θεωρείται ένας από τους κυριότερους αριστερούς εργάτες της γλώσσας στην Ελλάδα. Ο Βάρναλης διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα.

Ratings & Reviews

What do you think?
Rate this book

Friends & Following

Create a free account to discover what your friends think of this book!

Community Reviews

5 stars
3 (23%)
4 stars
7 (53%)
3 stars
3 (23%)
2 stars
0 (0%)
1 star
0 (0%)
Displaying 1 of 1 review
Profile Image for Eliasdgian.
432 reviews133 followers
September 19, 2018
«Ο λαός των Μουνούχων» εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1923. Είναι το δεύτερο βιβλίο του Κώστα Βάρναλη – είχε προηγηθεί ένα χρόνο νωρίτερα, επίσης στην Αλεξάνδρεια, η έκδοση της ποιητικής συλλογής «Το φως που καίει». Και στα δύο αυτά βιβλία του ο Κώστας Βάρναλης χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Μια ψευδωνυμία αστεία, ‘μουτζούρικη’ και προκλητική (στον αντίποδα των καλλιεπών ψευδωνύμων που χρησιμοποιούσαν ευρέως οι σύγχρονοί του συγγραφείς), η οποία, ωστόσο, δεν στάθηκε αρκετή για να προστατέψει τον ποιητή από τη δίωξη του δικτάτορα Θεόδωρου Πάγκαλου [ο εκπαιδευτικός Κώστας Βάρναλης απολύθηκε από το δημόσιο κι ακολούθησαν δεκαπέντε χρόνια βιοπάλης χωρίς σταθερή δουλειά].

Ο λαός των Μουνούχων πλην της ομώνυμης νουβέλας, περιέχει δύο ακόμη: Την ‘Ιστορία των Αγίου Παχωμίου’ και τις ‘Φυλακές’.

Ο λαός των Μουνούχων: 5/5
Φυλή αθανάτων που, εγκλωβισμένη σε μια χώρα που περιέκλειαν θεόρατα βουνά, ολοένα αυξανόταν. Γεννούσαν κι ο θάνατος δεν τους ζύγωνε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, «οι γενιές ακολουθούσανε τις γενιές, χωρίς οι παλιότερες ν’ αφήνουνε τόπο στις καινούργιες», με αποτέλεσμα να αρχίσει να τους γίνεται στενόχωρος ο τόπος, στενόχωρος κι ο αέρας. Αποφάσισαν, λοιπόν, να λάβουν δραστικά μέτρα! Έκοψαν τη φύση τους, απαλλαχτήκαν από τη γονιμότητά τους («Μετά οι πατεράδες μουνουχίσανε τα παιδιά τους – και σε λίγα λεφτά όλος ο λαός των αθανάτων έγινε λαός μουνούχων»). Και πέρασαν χιλιάδες χρόνια, μέχρι που, άγνωστο πώς, ήρθε στη χώρα των Μουνούχων ένας διαβάτης μόνος, ονόματι Αχασβήρος. Ο Αχασβήρος, κυνηγημένος από την κατάρα του Υιού του Θεού σε ακατάπαυστο βάδισμα, τους μίλησε για την απεραντοσύνη της γης, την πολυμορφία του φυσικού περιβάλλοντος, τους πολλούς διαφορετικούς λαούς που κατοικούν στον κόσμο. Οι Μουνούχοι, πιστεύοντας πως όλα τα παραπάνω είναι ψέματα, σκότωσαν τον Αχασβήρο, λυτρώνοντάς τον από το μαρτύριο (του ακατάπαυστου βαδίσματος). Τον θάνατο του Αχασβήρου (και τη γαλήνη στο πρόσωπό του) ζηλέψανε οι Μουνούχοι και προσευχήθηκαν όλοι μαζί στον Θεό να τους ξαναδώσει τη θνητή τους φύση, ρίχνοντας τα βουνά από τα σύνορα και την ψυχή τους. Κι όταν ο Θεός τους έδωσε πίσω την ανθρώπινη φύση τους, δεν πέρασε καιρός για να καταλάβουν πως αυτή, εκτός από τη θνητότητα, έχει πολλά ακόμη κουσούρια.

Σπουδαίο πολιτικό παραμύθι, που μέσα από αλληγορίες και συμβολισμούς, μιλά για την πάλη των τάξεων και τον νομοτελειακό χαρακτήρα και ρόλο της στην κοινωνική εξέλιξη.

Ιστορία του Αγίου Παχωμίου: 3/5
Ορμήνεψε ο Θεός τον Άγιο Παχώμιο να ιδρύσει κοινόβιο κι εκείνος, πράττοντας κατά το θέλημά Του, έστησε τρία μοναστήρια, όπου μέγα πλήθος συνέρρευσε. Κι ενώ η ζωή των καλογέρων έβαινε καλώς, κι η εργασία ενός εκάστου είχε με σοφία κατανεμηθεί, κι όλα θύμιζαν ιδανική πολιτεία, να σου ο διάβολος στο κατώφλι! Κι ως τι άλλο θα μπορούσε να εμφανιστεί, παρά σαν όμορφη κορασίδα; Εκείνη, λοιπόν, η θυγατέρα του διαβόλου, (είπε πως) είναι το πνεύμα του Ωραίου και του Αληθινού, η δίψα της Έρευνας και η θέληση της Προόδου. Εκείνος, ο Άγιος, (είπε πως) έζησε τον Θάνατο και πως εκείνος είναι η μόνη Ηδονή και Αλήθεια. Έχοντας γι’ ασπίδα την πίστη του, ο Άγιος Παχώμιος αντιστέκεται και δεν παρασύρεται από τα θέλγητρά της κόρης. Το νέο της εμφάνισης του διαβόλου, όμως, και δη μεταμορφωμένου σε γυναίκα, διαδόθηκε γρήγορα, και σαν αποτέλεσμα οι μοναχοί ταράχτηκαν. Φοβόντουσαν πια διαρκώς μην εμφανιστεί και σ’ αυτούς μια μέρα ο διάβολος και κολάσει την αγιοσύνη τους. Κι έτσι ούτε να κοιμηθούνε μπορούσαν, ούτε να ησυχάσουν. Κι από το να νιώθουν ολημερίς κι ολονυχτίς κοντά στα πρόσωπά τους την καυτή ανάσα του εξαποδώ, όλοι ανεξαιρέτως οι αδερφοί κι οι αδερφές απαρνήθηκαν το κοινόβιο κι επέστρεψαν στον εγκόσμιο βίο. Αλλά παρότι εξακολούθησαν να είναι πονετικοί όπως και πριν, και παρόλο που στιγμή δεν έπαψαν να αγαπούν τον Θεό, την ευτυχία δεν την βρήκαν ούτε κι εκεί: «Από σκλάβοι του Θεού και του εαυτού τους, γενήκανε σκλάβοι των ανθρώπων. Όσο κάμνανε παιδιά, τόσο δενόντανε με περισσότερες αλυσίδες στην μοίρα τους» .

Θρησκοληψίας το ανάγνωσμα σε μια νουβέλα που ξεχωρίζει για την εμπνευσμένη αντιπαράθεση επιχειρημάτων μεταξύ του Αγίου Παχωμίου και του διαβόλου όσον αφορά τις έννοιες της αλήθειας και της ηδονής.

Φυλακές: 3/5
Τηλεγράφημα των κρατικών υπηρεσιών καταργεί τις φυλακές του νησιού. Από τις φυλακές, όμως, και τους πεντακόσιους νοματαίους που διέμεναν εντός τους και κάπως έπρεπε να τραφούνε, ζούσαν (με τυχαία σειρά): ο φούρναρης, ο μπακάλης, ο μανάβης, ο χασάπης, ο ξυλάς, ο νερουλάς, ο φαρμακοποιός, οι χωροφύλακες. Μια πολιτεία μέσα, λοιπόν, και μια απ’ έξω. Νέο κυβερνητικό φιρμάνι ειδοποιεί πως θ’ αφιχθεί στο νησί βασιλικό καράβι για να παραλάβει τους φυλακισμένους. Οι νησιώτες οργίζονται, όλος ο λαός είναι επί ποδός, οι καμπάνες χτυπάνε πένθιμα. Ο Διευθυντής των φυλακών προειδοποιεί ότι σκοπός του κράτους δεν είναι να μεταφέρει τις φυλακές αλλού, αλλά να ρίξει τον φράχτη που έως τα τότε χώριζε τους καλούς από τους κακούς πολίτες. Ν’ απολύσει όλους τους φυλακισμένους, να γεμίσει η χώρα φονιάδες και κλέφτες. Οι χωριάτες αγριεύουν, τους κυριεύει λύσσα. Βλέποντας το καράβι να φτάνει στο λιμάνι του νησιού, βάζουν φωτιά και καίνε τις φυλακές. Μαζί και τις πεντακόσιες ψυχές των έγκλειστων. Έλα, όμως, που εντωμεταξύ η κυβέρνηση είχε αλλάξει γνώμη και με τηλεγράφημα ειδοποιούσε τους παράγοντες του νησιού ότι όχι μόνο δεν θα έκλειναν οι φυλακές, αλλά με το βασιλικό καράβι που θα έφτανε τις επόμενες ημέρες έστελνε εκατό ακόμη κατάδικους! Όμως, λόγω του τριήμερου πένθους που είχε κηρύξει ο λαός του νησιού, το τηλεγράφημα δεν έφτασε εγκαίρως κι οι φυλακές, μαζί κι οι πεντακόσιοι νοματαίοι, κάηκαν τζάμπα.

Καυστικό κοινωνικό σχόλιο επάνω σε μια κοινότατη αλήθεια:«εκείνοι που ζούνε από την ανθρώπινη δυστυχία, γίνονται θεριά, αν πρόκειται να τους την πάρουνε, να τους λείψει».

Αρκετά ως εδώ. Τον λόγο τώρα έχει ο Κώστας Βάρναλης. Ή, ορθότερα, ο Δήμος Τανάλιας [το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από τη νουβέλα "Ο λαός των μουνούχων"]:

«Την άλλη μέρα οι Μουνούχοι ξυπνήσανε αργά. Από μοχτηροί κι άπραγοι, που είτανε, ξυπνήσανε κλέφτες και πατριώτες. Η ιδέα πως μπορούσε να πεθάνουνε ξαφνικά, σε ώρα απροσδιόριστη από πρωτύτερα, τους έκανε να προσκολληθούνε με λύσσα στα υλικά αγαθά και να ζητάνε να τα χαρούνε όσο το δυνατό περισσότερο. Από στιγμή σε στιγμή ο θάνατος μπορούσε να κρούσει τη θύρα τους. Πώς ν’ αφήσουνε αυτά τα’ άπειρα δώρα, τ’ αξετίμητα δώρα της ζωής, προτού προφτάσουνε να τα περάσουνε όλα, ή τουλάχιστο τα περισσότερα, από μέσα τους; Ριχτήκανε λοιπόν αμέσως στ’ άρπαγμα της Γης. Τη μαντρώνανε γρήγορα – γρήγορα με πέτρες, με πλιθιές, με παλιούρια και δηλώνανε καθένας, πως αυτό το μέρος είναι ‘δικό του’. Στην αρχή, έλεγες, θα σκοτωθούνε. Τόσο πολλή τανε η βιασύνη, που βουτούσανε τα λιβάδια και τους δεντρότοπους […] Μα τώρα άρχισε καθένας να ματιάζει το χτήμα του γείτονά του. Τι του χρειάζεται κείνου τόσο μεγάλο; Γιατί καθενού, αν και τούφτανε το δικό του, όμως του φαινότανε λίγο. Κι αν δεν του φαινότανε λίγο, όμως μια και κιντύνευε να του το πάρει ο άλλος, καλύτερα νάπαιρνε αυτός του αλλουνού. […] Αφού η γης συγκεντρώθηκε με τον καιρό σε λιγοστούς, είτε με την βία, είτε με την πονηριά, περνώντας από τα χέρια των πατεράδων στα χέρια των παιδιών, απόχτησε σε μια δυο γεννιές νομιμότητα και κάποιαν ιερότητα. Είτανε η ιδιοχτησία. Κανένας δε θυμότανε, πώς ήτανε κλεμμένη! Έτσι οι πιο δυνατοί κι οι πιο κατεργαρέοι γενήκανε οι αφεντάδες της γης κι οι αφεντάδες του λαού. Μα ποιος ήταν ο λαός; Όσοι, είτε από αδυναμία, είτε από κουταμάρα, δεν προλάβανε ν’ αρπάξουνε τίποτες ή ό,τι αρπάξανε τους του πήραν έπειτα οι δυνατοί […]»
Displaying 1 of 1 review

Can't find what you're looking for?

Get help and learn more about the design.