Μετά από δύο επιτυχημένες συλλογές διηγημάτων τρόμου, ο κωμικός, συγγραφέας, influencer και συμπτωματικά φανατικός αναγνώστης βιβλίων τρόμου, Ηλίας Φουντούλης, κυκλοφορεί το πρώτο του μυθιστόρημα. Ένα αυθεντικά ελληνικό θρίλερ.
Εκεί που η νοσταλγία των 90’s συναντά έναν λαϊκό μύθο. – «Πέσε για ύπνο γιατί θα σε πάρει ο Μεσημεράς!»
Σε όλη την Ελλάδα κυκλοφορεί με διάφορες παραλλαγές μια ιστορία, μια λαϊκή δοξασία που μεταφέρεται στόμα με στόμα από γενιά σε γενιά. Λέγεται συνήθως τα μεσημέρια του καλοκαιριού στα παιδιά σαν μια απροσδιόριστη απειλή: «Πέσε για ύπνο γιατί θα σε πάρει ο Μεσημεράς!»
Καλοκαίρι 1993: Μια παρέα παιδιών συναντιέται σε ένα χωριό της ορεινής Αρκαδίας. Εκεί που περνάνε πάντα τα καλοκαίρια τους από τότε που γεννήθηκαν.
Εκεί που νιώθουν ασφάλεια και θαλπωρή. Που τίποτα κακό δεν συμβαίνει ποτέ. Έχουν αφήσει πίσω τους την παιδική ηλικία, αλλά δεν έχουν μεγαλώσει αρκετά για να μην κινδυνεύουν από τον Μεσημερά…
Το καλοκαίρι θεωρείται η καλύτερη εποχή του χρόνου. Ξέγνοιαστοι, χαλαροί, ευτυχισμένοι. Όμως για να περνάει καλά ο κόσμος το καλοκαίρι, κάπου, κάπως, πρέπει να υπάρχει ένα τίμημα. Ο Μεσημεράς είναι μια ιστορία για αυτόν που έρχεται να το εισπράξει.
Α. Ως το γυμνάσιο δεν είχαμε σπίτι σε κανένα από τα 2 χωριά (αμφότερα ορεινά), οπότε το καλοκαίρι στο χωριό μόνο από βιβλία και ιστορίες το ήξερα. Β. Ακόμη και όταν φτιάξαμε το σπίτι στο ένα από αυτά, ο οικισμός δεν ήταν ακριβώς χωριό, βασικά δεν είχε καν πλατεία, οπότε ούτε τότε απέκτησα παραστάσεις από διακοπές στο χωριό. Τα λέω αυτά γιατί ο Μεσημεράς του Ηλία Φουντούλη με γύρισε πίσω στις εικόνες θερινών διακοπών που έφτιαχνα με το μυαλό μου σε κάποιο φαντασιακό χωριό. Το βιβλίο είναι ένα μυθιστόρημα τρόμου με πρωταγωνιστές (κατά κύριο λόγο) εφήβους που πάνε στο χωριό τους, στην ορεινή Αρκαδία, για καλοκαίρι. Εκεί βρίσκονται μπλεγμένοι με το πλάσμα του τίτλου, γνωστό σε αρκετούς, υποθέτω (εγώ από την άλλη, δυστυχώς, έμαθα αρκετά μεγάλος για τον Μεσημερά, ήμουν σίγουρα ενήλικος).Το premise, όπως και το στήσιμο των χαρακτήρων και οι σχέσεις μεταξύ τους θυμίζουν Στίβεν Κινγκ, από τον οποίο έχει άλλωστε επηρεαστεί ο συγγραφέας όπως αναφέρει στο επίμετρο. Μπόλικος τρόμος, ανέλπιστα ανησυχητικός και παράδοξος, ειδικά σε 2-3 σημεία (πχ εκεί που τα δίδυμα βλέπουν μια σκοτεινιασμένη μορφή κάμποσους λόφους παραπέρα), και λειτουργικότατος. Από την άλλη πολλή αγάπη κι ευαισθησία και σεβασμός για τις κοινές αναμνήσεις μίας γενιάς (ή και 2-3 παραπάνω, όπως υποψιάζομαι). Γραμμένο από ψυχής, τραχύ σε σημεία, τρυφερό σε άλλα, κάποιες στιγμές άβολο με έναν εφηβικό τρόπο (για καλό το λέω), ο Μεσημεράς είναι ένα πηγαίο έργο που μυρίζει ορεινό χωριό, παγωτό, σκιά από πλάτανο και πανηγύρι, ένα βιβλίο για όσους πέρασαν ή περνάνε καλοκαίρια στα χωριά αλλά και για τους υπόλοιπους που ίσως κάποτε τα λαχταρήσαμε ή έστω τα σκεφτήκαμε. Ιδανικό για καλοκαίρι, άκρως προτεινόμενο.
Πρώτη επαφή με την πένα του Ηλία Φουντούλη και δηλώνω γοητευμένος.
Ο Μεσημεράς είναι ένα βιβλίο καλοδουλεμένο, μια αξιόλογη προσθήκη στη βιβλιοθήκη με τα ποιοτικότερα έργα του ελληνικού φανταστικού.
Αν έχετε περάσει κι εσείς, όπως εγώ, τα καλοκαίρια των παιδικών σας χρόνων σε κάποιο ορεινό χωριό της Ελλάδας, είναι βέβαιο πως το βιβλίο θα μιλήσει απευθείας στην ψυχή σας, καθώς είναι εμποτισμένο με γερές δόσεις νοσταλγίας.
Ωστόσο, θέλω να σταθώ περισσότερο σε ένα άλλο χαρακτηριστικό του βιβλίου, που κατά τη γνώμη μου είναι εξίσου σημαντικό με εκείνη τη γλυκόπικρη αποθυμιά για τα περασμένα που τόσο συχνά αιχμαλωτίζει τις καρδιές μας: η προσέγγιση στο υπερφυσικό είναι πραγματικά μοναδική. Καταρχάς, μόνο και μόνο που η ίδια απειλή, εκ της φύσεως της, παρουσιάζεται στο άπλετο, εκτυφλωτικό φως του καλοκαιρινού μεσημεριού αλλάζει όλα τα δεδομένα, προσεγγίζοντας τον τρόμο με έναν νέο ριζοσπαστικό τρόπο. Και ο Ηλίας κατορθώνει να χειριστεί όλες τις "δύσκολες" σκηνές με αξιοθαύμαστη χάρη, σαγηνεύοντας τον αναγνώστη και πείθοντας για τη σοβαρότητα της απειλής που αντιμετωπίζουν οι ήρωες μέρα μεσημέρι -στην κυριολεξία. Καθόλου μικρό επίτευγμα κατά τη γνώμη μου και μπράβο του που κατόρθωσε να μας συστήσει σε αυτή τη νέα φρέσκια οπτική του horror -μια οπτική που απομακρύνεται από τα γνώριμα στοιχειωμένα σπίτια, τα πυκνά σκοτάδια και τα ανηλιαγα μέρη.
Το βιβλίο χαρακτηρίζεται από μια αξιοπρόσεκτη οικονομία στις λέξεις, που ναι μεν κάνει το έργο ελκυστικό ως καλοκαιρινό ανάγνωσμα, ωστόσο σε αφήνει στο τέλος με την επιθυμία να ήταν λίγο μεγαλύτερο. Ειδικά στο δεύτερο μισό του κειμένου, και προς το τέλος, συνάντησα σκηνές που θα τις ήθελα μεγαλύτερες, εμπλουτισμένες σε εικόνες, γεγονότα και συναισθήματα. Αυτή η αίσθηση δεν χάλασε την εμπειρία μου, όμως ήταν κάτι που θα ήθελα να επισημάνω ως (ικανοποιημένος) αναγνώστης.
Ο Μεσημεράς, λοιπόν, είναι ένα βιβλίο που αξίζει της προσοχής σας! Ένα βιβλίο που προσθέτει το δικό του λιθαράκι στο οικοδόμημα της ελληνικής λογοτεχνίας τρόμου και στέκεται επάξια εκεί έξω, ανάμεσα σε όλες τις αξιόλογες προτάσεις του είδους.
Ο Ηλίας Φουντούλης, στην πρώτη του δουλειά σε μεγάλη φόρμα, παρουσιάζει ένα πλάσμα βγαλμένο από τα λόγια των μεγάλων που τρομάζουν τα παιδιά. Ο τρόμος αλλάζει μορφή: γίνεται κομμάτι της μέρας και δείχνει πιο παράλογος από ποτέ.
Δεν είναι όμως αυτό το μοναδικό αξιομνημόνευτο θέμα του βιβλίου. Συνδυάζεται με άφθονη νοσταλγία για εποχές παλιές, γεμάτες γεύση, συναίσθημα και αναμνήσεις. Με τη συνήθη πια παρουσίαση νεαρών χαρακτήρων, ο Φουντούλης φεύγει από το αστικό τοπίο και ταξιδεύει στην ορεινή Αρκαδία, με τις μεγάλες κρήνες, τον βουκολικό τρόπο ζωής, τα πανηγύρια και το καλοκαιρινό σμίξιμο.
Πίσω από τη νοσταλγία για τα εφηβικά χρόνια, το χιούμορ, τη λεπτομέρεια σε μια κουζίνα και μια παράδοση που χάνονται κι έναν ανεξήγητο μα γοητευτικό τρόμο, διακρίνω τη βαθιά ανησυχία για την ερήμωση της επαρχίας και την απώλεια όλων αυτών που μας χαρίζουν την ανθρωπιά, μια ανθρωπιά που οι πόλεις καταπίνουν. Κι αυτός είναι ο πραγματικός τρόμος.
Εμπνευσμένος από έναν ελληνικό «μπαμπούλα» και γραμμένος με ιδιαίτερο μεράκι, ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει μια τρομακτική οντότητα που αρπάζει παιδιά. Θυμίζει το Jeepers Creepers — και αυτό το λέω μόνο ως κομπλιμέντο.
Με αξιοσημείωτη οικονομία στην αφήγηση, η ιστορία δεν καταχράται τον χρόνο του αναγνώστη, ενώ κορυφώνεται και ολοκληρώνεται χωρίς περιττές σάλτσες. Ως αποτέλεσμα, διαβάζεται νεράκι.
Ο συγγραφέας γνωρίζει άψογα την ατμόσφαιρα των καλοκαιριών στο χωριό μέσα από τα μάτια των παιδιών και δείχνει μεγάλη άνεση στην περιγραφή των χαρακτήρων. Δεν διστάζει να εξολοθρεύσει χαρακτήρες και, κάθε φορά που εμφανίζεται ο Μεσημεράς, καταφέρνει να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα απειλητική ατμόσφαιρα.
Χωριό + καλοκαίρι + τρόμος = count me in. Πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα, εξαιρετικό το setting και μια διάχυτη νοσταλγία για μια εποχή που έχει περάσει προ πολλού. Όμως, η ροή ήταν εντελώς περίεργη κ οι χαρακτήρες οριακά ανύπαρκτοι. Το μισό βιβλίο κάνει ένα ατελείωτο (αλλά κ αναγκαίο) set up το οποίο οδηγεί στο δεύτερο μισό όπου έχουμε σκηνές δράσης σαν ✓ σε λίστα κ ένα μάζεμα της πλοκής μέσα σε δύο κεφαλαιάκια χωρίς καμία εξήγηση για το τι συνέβη. Θα ήθελα να ήταν άλλο τόσο το βιβλίο ώστε να μπορέσει και η ιστορία να αναπνεύσει
Το "Αυτό" σε Αρκαδικό χωριό του 1993. Διακοπές σε βουνό, καλοκαίρι, νοσταλγία, ωραίοι χαρακτήρες και αβίαστη γραφή. Όταν ο τρόμος έρχεται μοιάζει αβίαστα δεμένος με το υπόλοιπο βιβλίο και σε ανατριχιαζει. Προσωπικά θα ήθελα άλλες 100 σελίδες για να το χορτάσω.
Δεν ήξερα τον Μεσημερά. Τον είχα ακούσει δηλαδή κάπως σαν μια φιγούρα λαϊκού τρόμου, αλλά δεν είχαμε γνωριστεί. Οι απειλές που δεχόμουν για να κοιμηθώ το μεσημέρι είχαν είτε πρακτικό χαρακτήρα και άκουγαν στο όνομα το-βράδυ-που-θα-βγούμε-μη-μου-πεις-νυστάζω, είτε ρατσιστικό χαρακτήρα και τον φωνάζανε παλιατζή ή και γύφτο. Οι τελευταίοι βέβαια μπορεί να εμφανίζονταν κι αν έκανες καμιά χοντράδα και ξυπνούσες όσους κοιμούνταν. Τέλος πάντων, ούτε Μεσημερά ήξερα, ούτε με τον τρόμο τα πάω καλά (Νέσμπο και Κινγκ ζητώ συγγνώμη), αλλά διάβασα κάπου ότι είναι λαογραφικός τρόμος, το προτεινε ο Τσαπραΐλης, αγαπώ και τον Φουντούλη. Ε, πόσο να αντισταθώ. Ο Μεσημεράς είναι μια γνήσια αφήγηση τρόμου με ρίζες στην παράδοση και την ποπ κουλτούρα μας (ναι και τα κλαρίνα μέσα κι ο Μεσημεράς μέσα κι όλα) και με μια διαρκή ανατριχίλα που διαπερνά τη ράχη του βιβλίου, ύστερα τα χέρια σου και καταλήγει στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου φυτρώνοντας σου τη σκέψη "Ρε μήπως όντως υπήρξε ο τύπος με την κάπα την μαύρη;" για να αρνηθείς σε λίγο την παράνοια και να σηκωθείς απ'το κρεβάτι για νερό, ανοίγοντας πρώτα όλα τα φώτα.
ΥΓ Η γεωγραφία του βιβλίου αφορά Πατήσια, Ορεινή Γορτυνία, και λίγο Νέα Ιωνία. Ε πως να μην το αγαπήσω γαμωτοκερατό μου;
Πραγματικά ό,τι πρέπει για ένα-δυο καλοκαιριάτικα μεσημέρια(διαβάζεται μονορούφι), ιδανικά όταν οι υπόλοιποι κοιμούνται...!Προσωπικά περίμενα να εξελιχθεί περισσότερο σε παραμυθάκι με αίσιο τέλος, αλλά γελάστηκα τελείως...Σε χτυπάει λίγο και στο μέσα σου...Εννοείται κοινά στοιχεία με King όπως η παρέα παιδιών-εφήβων που ειναι στο επίκεντρο.Τέλος το "νοσταλγιόμετρο" για τα 90's χτυπάει ταβάνι με απίστευτες λεπτομέρειες στις περιγραφές!
Warning! Αυτή η κριτική περιέχει spoilers και μια παιδική τραυματική εμπειρία.
Ο Μεσημεράς αποτελεί το τέταρτο βιβλίο, αλλά το πρώτο —και ευελπιστώ όχι το τελευταίο— μυθιστόρημα του Ηλία Φουντούλη. Πρόκειται για μια καλοκαιρινή ιστορία εμποτισμένη με μπόλικη νοσταλγία, μια καλή δόση τρόμου και περίπου δυο ντουζίνες συνταγές.
Ξεκινώντας από το πρώτο, γέλασα και γέμισα νοσταλγία με τις αναφορές σε αγαπημένες μάρκες προϊόντων, των οποίων οι διαφημίσεις έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Το ίδιο συνέβη και με την περιγραφή των καλοκαιριών της παιδικής ηλικίας, που στον πυρήνα τους θεωρώ πως είναι ίδια και απαράλλαχτα για όλους όσοι μεγαλώσαμε εκείνες τις δεκαετίες, ανεξαρτήτως φύλου ή περιοχής.
Όσον αφορά το κομμάτι του τρόμου, θεωρώ πως έγινε πολύ καλή δουλειά. Προσωπικά, μάλιστα, με άγγιξε σε ένα πολύ ιδιαίτερο επίπεδο, για το οποίο θα αναφερθώ και στο τέλος.
Επίσης, η διάνθηση των περισσότερων κεφαλαίων του βιβλίου με αναφορές σε συνταγές και φαγητά, τοπικά και μη, ήταν μια εξαιρετική επιλογή που έδωσε και έναν γαστρονομικό χαρακτήρα στην ιστορία. Δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο από τον foodούλη της καρδιάς μας.
Γενικά, μπορώ να πω ότι πέρασα πολύ όμορφα διαβάζοντάς το και είμαι πολύ τυχερή που είχα τη δυνατότητα να το κάνω από το Άργος, το Ναύπλιο και τις κοντινές παραλίες της περιοχής, μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο που ενέπνευσε αυτή την ιστορία.
Μου άρεσαν οι χαρακτήρες. Με κάποιους δέθηκα περισσότερο και με άλλους λιγότερο, με αποτέλεσμα κάποιες απώλειες να μην είναι ούτε δυσβάσταχτες ούτε ιδιαίτερα απρόσμενες. Μου άρεσε ο «κακός» και η πολυποίκιλη συνοδεία του σε κάθε επίθεση. Θα ήθελα, ίσως, ένα λίγο πιο εκτενές τέλος και ένα πιο γεμάτο κλείσιμο, αλλά εκτίμησα ιδιαίτερα την αναγέννηση του Μεσημερά και μάλιστα με το συγκεκριμένο πρόσωπο που επιλέχθηκε να συνεχίσει το έργο του.
Τέλος, θα κλείσω με την ιστορία που αποτελεί τη δική μου αναμέτρηση με τον Μεσημερά.
Όπως προείπα, έχω την τύχη να έχω περάσει πολλά από τα καλοκαίρια μου στην Πελοπόννησο. Έχοντας συγγενείς στην πόλη του Άργους, δεκάδες αυγουστιάτικες μέρες με βρήκαν σε παραλίες, ταβέρνες και αρχαιολογικούς χώρους της περιοχής.
Το γεγονός, όμως, που σημάδεψε την παιδική μου ηλικία ήταν δημιούργημα των αγαπημένων μου ξαδελφών.
Συγκεκριμένα, την περίοδο που προβαλλόταν η Λάμψη στην τηλεόραση, οι τότε έφηβες ξαδέρφες μου με τρομοκρατούσαν με την αναφορά σε έναν χαρακτήρα, στον οποίο είχαμε δώσει το ψευδώνυμο «Καμπούρης». Ο συγκεκριμένος τύπος στοίχειωνε τον ύπνο και τρομοκρατούσε τον ξύπνιο μου για πολλά χρόνια. Έχω αναμνήσεις ακόμη και ως έφηβη να ξυπνάω λουσμένη στον ιδρώτα, από ένα μείγμα φόβου και ζέστης, και να θυμάμαι μια σκυφτή, σκοτεινή φιγούρα να με καταδιώκει.
Ένας ακόμη, λοιπόν, λόγος που αυτό το βιβλίο έχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου είναι ότι κατάφερε να επαναφέρει, έστω και για μία φορά, αυτόν τον παιδικό εφιάλτη. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, μάλιστα, ένας από τους μεσημεριανούς μου ύπνους διακόπηκε εξαιτίας του παλιού μου εφιάλτη.
Και κάπως έτσι, τόσα χρόνια μετά, ένας καλοκαιρινός μεσημεριανός ύπνος στην Πελοπόννησο κατάφερε να με γυρίσει για λίγο πίσω στην παιδική μου ηλικία. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν οι ξαδέλφες μου που με τρόμαζαν με τον «Καμπούρη». Ήταν ο Μεσημεράς.
Τελικά, ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορώ να κάνω σε ένα βιβλίο τρόμου: κατάφερε να με κάνει να φοβηθώ ξανά κάτι που νόμιζα πως είχα αφήσει πίσω μου.
Υ.Γ. Και για να μην υπάρξει καμία σύγχυση: αναφέρομαι στη «Λάμψη» το σίριαλ και όχι στο ομότιτλο βιβλίο του King, όπως κάποτε μπερδεύτηκε και η γιαγιά σου, Ηλία.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Εξαιρετική ιδέα! Κάποια σημεία της ιστορίας επίσης εξαιρετικά! Τα σημεία που εμφανίζεται ο μεσημεράς είναι αληθινά τρομακτικά, όπως και το πώς τελειώνει. Δυστυχώς, όμως, μου φάνηκε από την αρχή ότι ήταν ένα διήγημα που ο συγγραφέας προσπάθησε, αρκετά άκομψα, να το κάνει νουβέλα και μάλλον δικαιώθηκα όταν διάβασα τον επίλογο. Η ιστορία ακροβατεί μεταξύ, τρόμου, ενηλικίωσης και νοσταλγίας χωρίς να καταφέρει να είναι τελικά τίποτα από τα τρία, οι σελίδες τρόμου είναι πολύ λίγες για να είναι ιστορία τρόμου, οι ιστορίες των παιδιών μένουν ανολοκλήρωτες για να έχουμε μια ιστορία ενηλικίωσης και μας μένει μόνο η νοσταλγία για τα καλοκαίρια στο χωριό που όμως (κατά τη γνώμη μου) είναι γραμμένη με έναν τρόπο που θυμίζει τις ιστορίες της Γλώσσας στα βιβλία της πέμπτης και έκτης δημοτικού (μπορεί να ήταν επί τούτου αλλά για μένα δεν λειτουργεί καθόλου). Επιπλέον οι χαρακτήρες ενώ μας παρουσιάζονται εκτενώς (αχρειαστα εκτενώς), φαίνονται να μιλούν και να ενεργούν σαν να είναι ένας και μόνο χαρακτήρας. Παρόλα αυτά διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, θα συνεχίσω να τσεκαρω τον συγγραφέα, καθότι αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία μαζί του, γιατί νομίζω ότι έχει να πει κάτι.
Υπέροχο βιβλίο! Είναι το ιδανικό για ένα καυτό μεσημέρι καλοκαιρινών διακοπών. Παρότι μυθοπλασία σε παρασύρει σε μονοπάτια ότι ίσως τελικά να υπάρχει αυτό ο θρύλος. Και ενώ από μικροί μαθαίναμε να φοβόμαστε το σκοτάδι τώρα θα φοβόμαστε και το μεσημέρι;; Οι περιγραφές του καλοκαιριού των παιδιών είναι τόσο περιγραφικές και αληθινές. Το συστήνω ανεπιφύλακτα! Υ. Γ. Ωραίο το επίμετρο. Δεν το είχα συναντήσει ξανά και ένιωσα πραγματικά σύνδεση με τον συγγραφέα σαν να μου μιλούσε.
Αφιερωματικός μήνας στη λογοτεχνία του τρόμου & της φαντασίας...
Γράφει η Κυριακή Γανίτη(Dominica Amat)
Εάν ως αναγνώστρια επιλέγω να κρατώ μικρό καλάθι γύρω από τα ονόματα εγχώριων και ξένων συγγραφέων και τα έργα αυτών που είναι κάπως παραπάνω προβεβλημένα, σκεφτείτε ποια μπορεί να είναι η στάση μου προς εκείνη τη μερίδα των δημιουργών που μπορεί να είναι ευρέως γνωστοί/ες στο κοινό από τη βασική τους επαγγελματική ιδιότητα και κατ'επέκταση την όποια συγγραφική τους προσπάθεια. Ναι, είμαι κάπως παραπάνω επιφυλακτική, δίχως όμως να είμαι κι αφοριστική. Διότι, αν δε διαβάσω κάποιο έργο τους, πώς θα εκφέρω άποψη; Σωστά; Σωστά!
Έτσι σήμερα διάβασα και σας μιλώ για το μυθιστόρημα τρόμου του κωμικού, συγγραφέα και influencer Ηλία Φουντούλη, με τίτλο ''Ο Μεσημεράς'', το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος. Ένα βιβλίο που ίσως και να διέφευγε της προσοχής μου, αν δεν είχα αποφασίσει να προβώ σε αυτόν τον αφιερωματικό μήνα στη λογοτεχνία του τρόμου και της φαντασίας. Βλέπετε, μπορεί να υπάρχει άπλετη διάθεση για αναγνώση όλο και περισσότερων βιβλίων, μα ο διαθέσιμος ελεύθερος χρόνος μου να είναι περιορισμένος. Οπότε κι έχω αποφασίσει να εστιάσω σε λογοτεχνικά είδη που θεωρώ ως πιο αγαπημένα μου.
Εντάξει, το ομολογώ! Δεν έχει τύχει να παρακολουθήσω καμία του παράσταση stand up comedy ούτε κι έχω διαβάσει κάποιο προηγούμενο έργο του, αλλά γνωρίζω ότι είναι λάτρης των βιβλίων τρόμου, οπότε ένιωσα λες και βρήκα ένα κοινό σημείο ''επαφής'' μαζί του, που θα μου επέτρεπε να προσεγγίσω τον λόγο και τον τρόπο σκέψης του και γιατί όχι, να μη βρω αρεστό και το έργο του! Και όπως διαπίστωσα, ο συγγραφέας φαίνεται ότι θα με ''κέρδιζε'' από τις πρώτες, κιόλας, στιγμές της ανάγνωσης με τη φράση που σχεδόν ''ανοίγει'' την εξιστόρηση ''Τότε που κάνει τόση ζέστη που τη νιώθεις σαν αγκαλιά από ανεπιθύμητο συγγενή''. Ε ναι! Δώστε του τώρα το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας! Οκ! Πλάκα κάνω. Μα να που αυτή η φράση ήρθε να μου ''ξυπνήσει'' ανεπιθύμητες μνήμες από τότε που ήμουν μικρό παιδί (καλά, το ίδιο ισχύει και τώρα) που φάνταζε σαν να έχω πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποιον εφιάλτη... Μία φράση που με έπεισε πώς έπρεπε να αφιερώσω τον χρόνο και την προσοχή μου στο βιβλίο απερίσπαστη!
''Ο Μεσημεράς'', όπως προείπα ο τίτλος του βιβλίου και οφείλω να ομολογήσω ότι πριν καν διαβάσω την περιγραφή του, στο άκουσμα και μόνο του τίτλου, θυμήθηκα τα παιδικά μου καλοκαίρια -προτού επισκεφτούμε οικογενειακώς το νησί της γιαγιάς για διακοπές- τη μαμά μας να προσπαθεί να μας κοιμίσει (εμένα και τον μικρό μου αδελφό) το μεσημέρι για να έχει λίγη ηρεμία και χαλάρωση. Ναι, στα παιδικά μας αυτιά ο πολυπόθητος -πάντα μέσα από την ενήλικη ματιά- μεσημεριανός ύπνος έμοιαζε πιο πολύ με αγγαρεία/τιμωρία παρά με απόλαυση. Άρα, για κάποιον λόγο, τον πήρα με λίγο στραβό και οξύμωρα ενδιαφέρον και πιασάρικο μάτι και ήθελα να μάθω περισσότερα για εκείνον.
''Σε όλη την Ελλάδα κυκλοφορεί με διάφορες παραλλαγές μια ιστορία, μια λαϊκή δοξασία που μεταφέρεται στόμα με στόμα από γενιά σε γενιά. Λέγεται συνήθως τα μεσημέρια του καλοκαιριού στα παιδιά σαν μια απροσδιόριστη απειλή: «Πέσε για ύπνο γιατί θα σε πάρει ο Μεσημεράς!»
Καλοκαίρι 1993: Μια παρέα παιδιών συναντιέται σε ένα χωριό της ορεινής Αρκαδίας. Εκεί που περνάνε πάντα τα καλοκαίρια τους από τότε που γεννήθηκαν.
Εκεί που νιώθουν ασφάλεια και θαλπωρή. Που τίποτα κακό δεν συμβαίνει ποτέ. Έχουν αφήσει πίσω τους την παιδική ηλικία, αλλά δεν έχουν μεγαλώσει αρκετά για να μην κινδυνεύουν από τον Μεσημερά…
Το καλοκαίρι θεωρείται η καλύτερη εποχή του χρόνου. Ξέγνοιαστοι, χαλαροί, ευτυχισμένοι. Όμως για να περνάει καλά ο κόσμος το καλοκαίρι, κάπου, κάπως, πρέπει να υπάρχει ένα τίμημα. Ο Μεσημεράς είναι μια ιστορία για αυτόν που έρχεται να το εισπράξει." (Από το οπισθόφυλλο)
Δόξα τω Θεώ, θα πω ότι η χώρα μας και κυρίως η επαρχία είναι γεμάτη από θρύλους με ένα πιο τρομακτικό χαρακτήρα που έχουν μεγαλώσει γενιές και γενιές ανθρώπων και μας κάνουν να αφήνουμε τη φαντασία μας ελεύθερη να πλάθει δικούς της κόσμους και σενάρια με πρωταγωνιστές/στριες -ή και όχι- εμάς. Διότι, ακόμη κι αν δεν έχει κάποιος/α ρίζες από κάποιο χωριό, σίγουρα θα δηλώνει γοητευμένος/η φανερά, ή, κι αφανέρωτα από το άκουσμα ανάλογων λαογραφικών τρομακτικών ιστοριών, την υποτιθέμενη ( ; ) παρουσία πλασμάτων της φαντασίας έως και εγκαταλελειμμένων σπιτιών/κτιρίων όπως κι ολόκληρων χωριών που κανείς πλέον δεν τα επισκέπτεται, πόσω μάλλον να κατοικεί εκεί...
Έτσι ο συγγραφέας εμπνέεται από έναν λαϊκό μύθο με κοινή αφετηρία και θεματική -εντάξει το όνομα του πρωταγωνιστικού τρομακτικού προσώπου/πλάσματος μπορεί να διαφέρει από τόπο σε τόπο- και μας επιστρέφει πίσω σε μία αγαπημένη και ξένοιαστη για πολλούς/ες δεκαετία του '90 και καθιστά τον μύθο πιο ρεαλιστικό και επικίνδυνα προσιτό και πιθανό από ποτέ. Με σεβασμό και νοιάξιμο για μία εποχή που είχε και τα θετικά και τα αρνητικά της, η αθωότητα της παιδικής/εφηβικής ματιάς ''συναντά'' και έρχεται σε μία κατά μέτωπο ''σύγκρουση'' με τον τρόμο και το πώς αυτός καθορίζει τη σκέψη, τις πράξεις κι εντέλει ολότελη τη ζωή μας...
Γρήγορη και συνεχόμενη δράση, καθαρή και ουσιαστική γραφή που πείθει με τρόπο αβίαστο και σε καμία περίπτωση επί τούτου εντυπωσιακή, περιγραφές που σε κάνουν να θες να γυρίσεις και να κοιτάξεις πίσω σου για να ελέγξεις αν κάποιος/κάτι καιροφυλακτεί, οικεία πρωταγωνιστικά πρόσωπα, μία γερή δόση της ελληνικής επαρχίας και των όποιων συνηθειών των ανθρώπων εκεί, όπως και μία εύστοχη αντίθεση μεταξύ του καυτού καλοκαιριού κι ό,τι αυτό σηματοδοτεί και του όποιου σκοταδιού, κρύας αίσθησης και φόβου του στοιχείου του θρίλερ έρχονται να τονίσουν και να αναδείξουν με πολύ έξυπνο τρόπο τα λεγόμενα του συγγραφέα που έχει βαλθεί να μας κάνει να θυμηθούμε γιατί αγαπάμε τόσο πολύ τον τρόμο και ποια ήταν η στιγμή που νιώσαμε αυτήν την ακαταμάχητη έλξη κι απώθηση προς εκείνον.
Εμένα, όπως καταλάβατε, το βιβλίο με εξέπληξε ευχάριστα και να ξέρετε ότι ''κλείδωσε'' η θετική μου ματιά προς εκείνο τόσο με τον εύστοχο επίλογο που ακολουθεί μία κυκλική πορεία όσο και με την ταύτισή μου με την μικρή Αννούλα ( έπεται μικρό spoiler) και τα όσα βίωσε από τη θεία Λίτσα στο κεφάλαιο 24. Και κάπου εδώ, σας αφήνω και σας προτρέπω να το αναζητήσετε κι εσείς! Καλή ανάγνωση.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.
Υ.Γ. Και για να μην ξεχνιόμαστε! Η ανοιχτή πρόσκληση προς τους/τις εγχώριους/ες συγγραφείς του τρόμου, της φαντασίας και των παρακλαδιών αυτών ισχύει για όλον τον μήνα Οκτώβρη! Οπότε, είμαι στη διάθεσή σας!
Δεν τον γνωρίζα τον συγγραφέα, ούτε από την συγγραφική του καριέρα ούτε από την standupικη του. Εκεί τέλη Ιουλίου που οι μέρες μέχρι την άδεια κυλάνε βασανιστικά αργά και ένας τρόπος για να τις επιταχύνεις είναι η αναζήτηση βιβλίων για το καλοκαίρι, έπεσα πάνω στο ποστ του Τσαπραϊλη (το οποίο είναι και το review του βιβλίου εδώ) και ψήθηκα.
Στα του βιβλίου τώρα: - 12/10 νοσταλγία παιδικής ηλικίας στο χωριό - καλοκαίρι, ποδήλατα, παγωτά, βόλτες στα νεκροταφεία (καλά εγώ - όχι τα άλλα παιδάκια). Δουλεύει η συνταγή με τον ίδιο τρόπο που δουλεύει στο Stranger things, στα βιβλία του King κοκ. Ιδανικό για millennials εκεί κοντά στα 40 +- που ψάχνουν το happy place τους στην παιδική τους ηλικία.
- Τρόμος: πολύ καλοδουλεμένο δέσιμο της παράδοσης με λίγο κοσμικό lovecraftικο τρόμο - με σοβαρά σημεία που είναι όντως τρομαχτικά και πολύ καλές περιγραφές.
Η έλευση του τρόμου μέρα μεσημέρι με τον ήλιο ντάλα είναι μια πολύ ιδιαίτερη συνταγή - βλ. Midsommar που αν δουλέψει, δουλεύει τέλεια.
- ωραίοι χαρακτήρες, ίσως ήθελε λίγο ακόμα χτισιμο ακόμα σε κάποιους.
- μαγκιά του του συγγραφέα που δεν πάει σε χλιαρό happy end. Και λίγο πιο μαύρο ακόμα.
Ένα "παράπονο", θα ήθελα να είναι λίγο μεγαλύτερο. Να κρατήσει παραπάνω το buildup του τρόμου - σε συνδυασμό με το ανέμελο καλοκαίρι στο χωριό και τα συμπαραμαρτουντα. 100 σελιδουλες ακόμα πριν την κορύφωση θα ήταν σούπερ!
Προτείνεται σε λάτρεις του τρόμου και μη!
**Θα το καθιέρωσω το επόμενο καλοκαίρι στη δουλειά να την πέφτω μια ωρίτσα το μεσημερακι μην με τσουβαλιασει ο μεσημερας.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Αν και το βιβλίο και η ίδια η υπόθεση έχουν την απαιτούμενη ροή, ο Μεσημερας αποκτά ουσία και ενδιαφέρον από τη μέση και μετά. Μέχρι τότε υπάρχουν απλώς πληροφορίες που δεν μπορώ να πω πως συμβάλλουν δραστικά σε κάτι.
Ενα απολαυστικό μυθιστόρημα που σε γεμίζει νοσταλγία και αγωνία (old school), ένα μείγμα Stephen King και λαϊκών δοξασιών, για όλα εκείνα που μας πληγώνουν, μας φοβίζουν και μας αλλάζουν ακόμα κι αν είναι μέρα μεσημέρι. Η ελληνική επαρχία, είναι το πιο όμορφο και συνάμα πιο τρομακτικό σκηνικό με έναν υπέροχο τρόπο.
Δεν έχω χωριό. Επίσης δεν είχα γεννηθεί το 1993. Και όμως ένιωσα νοσταλγία για εποχές που στην ουσία δε βίωσα ποτέ. Από αυτήν την άποψη, θεωρώ το βιβλίο του Ηλία Φουντούλη πολύ πετυχημένο. Ένιωθες την αγάπη του καλοκαιριού, την απλότητα, την ευτυχία, την ασφάλεια του χωριού, τη φιλία, τη χαρά.
Και το στοιχείο του τρόμου μπορώ να πω ότι ήταν ιδιαίτερο, με τον Μεσημερά που παίρνει τα παιδιά που δεν κοιμούνται να διαλύει τη θαλπωρή και την καλοκαιρινή ευτυχία.
Βρήκα το βιβλίο ελαφρώς επαναλαμβανόμενο και δεν είμαι πολύ φαν του να διαβάζω για όλους τους χαρακτήρες χωριστά στην αρχή, να τους μαθαίνω μεσα από πληροφορίες πριν τους δω να αλληλεπιδρούν.
Ωστόσο ήταν ένα ευχάριστο βιβλίο και πραγματικά το ευχαριστήθηκα όσο το διάβαζα στην πλατεία του χωριού (ευτυχώς ξέρω πολύ κόσμο που έχει χωριό και ας μην έχω εγώ)
Ένα γλυκό, νοσταλγικό βιβλίο, γραμμένο απλοϊκά, στρωτά, χωρίς εξάρσεις ή σκαμπανεβάσματα - τουλάχιστον μετά τις πρώτες δέκα σελίδες• η εναρκτήρια σκηνή με τον δαιμονισμένο τράγο ήταν αρκετά καλή, με σπουδαίες υποσχέσεις για κλιμακούμενη ένταση, οι οποίες όμως δεν εξαργυρώνονται πουθενά ούτε επαναλαμβάνεται σκηνή παρόμοιας έντασης στη συνέχεια.
Πρόκειται για βιβλίο απευθυνόμενο στους δεκαπεντάχρονους εφήβους της δεκαετίας του 1990 - δηλαδή στους σημερινούς 45άρηδες που θυμούνται με καποια νοσταλγία τις διακοπές στο χωριό τους. Μια εποχή χωρίς κινητά, σόσιαλς και γρήγορο ίντερνετ, όταν οι έφηβοι δεν κάπνιζαν ήδη από τα 10 τους ούτε αγχώνονταν να μπουν σε συμμορίες ή σε κλίκες για να κάνουν καμιά αρπαχτή, ούτε ανταγωνίζονταν ποιος θα παπαγαλίσει καλύτερα γνωστούς στίχους γεμάτους θυμό, σεξισμό, τσαμπουκά και μνησικακία. Μια εποχή που οι έφηβοι και οι έφηβες πήγαιναν για διακοπές στο χωριό με τους γονείς και τα αδέρφια τους, αδημονούσαν να ξαναδούν τους φίλους τους και τις φίλες τους του καλοκαιριού και να πάνε σε κανένα πανηγύρι μήπως καταφέρουν να πιουν καμιά σταγόνα αλκοόλ ή να κλέψουν καμιά ματιά από κανένα αγόρι.
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου επιχειρεί να ξαναστήσει μια τέτοια πραγματικότητα στο νου του κατάλληλου αναγνώστη, χωρίς η αφήγηση να μεμψιμοιρεί ή να διαμαρτύρεται πως αυτή η πραγματικότητα είναι πλέον χαμένη ανεπιστρεπτί. Αν και δεν λείπει ο διδακτικός τόνος ούτε οι σπασμωδικές χειρονομίες στο λόγο του συγγραφέα, γενικά το στυλ είναι προσγειωμένο και πάρα πολύ απλό, θυμίζοντας σχολικό λογοτεχνικό κείμενο. Οι μεταφορές του είναι κάπως αδέξιες και προχειροφτιαγμένες, η εικονοποιία του όχι ιδιαίτερα πρωτότυπη ή εμπνευσμένη, ενώ οι επιλογές του λέξεων (π.χ. "κάνω βαρελάκια" όταν θέλει να πει "περιστρέφομαι στο χώμα"), προκαλούν θυμηδία (ενδεχομένως εσκεμμένα). Σίγουρα παραπέμπουν σε ματιά έφηβου, παρά ώριμου συγγραφέα. Οι προτάσεις διαβάζονται αβίαστα, γρήγορα και ευχάριστα. Δεν υπάρχει από την άποψη της γραφής τίποτε το προκλητικό, πράγμα που αφήνει την πλοκή να λάμψει καθαρότερα, επιτρέπει δε στα ελάχιστα σημεία όπου λαμβάνει χώρα κάτι το υπερφυσικό να διαβαστούν με περισσότερη προσοχή και αφοσίωση - σαν να σε "ξυπνάνε", τρόπον τινά, από τη μεσημεριανή σιέστα και το συντακτικό λήθαργο του υπόλοιπου βιβλίου.
Παρά ταύτα, το μυθιστόρημα δεν είναι ούτε αδιάφορο ούτε βαρετό, αν το εκλάβει κανείς βέβαια ως εφηβικό μυθιστόρημα τρόμου. Αν ως ενήλικας, δεν έχεις αντίστοιχες αναμνήσεις "από το χωριό" ή δεν έκανες διακοπές στο βουνό με ένα μεγάλο σόι, με πανηγύρια και χαρές, το βιβλίο δεν έχει πολλά να σου πει ως μυθιστόρημα. Μοιάζει περισσότερο με δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ των αναμνήσεων του συγγραφέα, τυλιγμένο με λίγη μυθοπλασία ως προς τους χαρακτήρες και την περιπέτειά τους με αφορμή μια οντότητα-μπαμπούλα, τη φιγούρα του Μεσημερά. Είναι εντυπωσιακή, ωστόσο, η προσοχή του συγγραφέα στη λεπτομέρεια, όσον αφορά την κουλτούρα εκείνης της εποχής, από το γουόκμαν και τις κασσέτες, τις Τρεις Χάριτες και τον Αυλακιώτη, μέχρι το "Μίκυ Μάους" και τις "Χαρούμενες Διακοπές".
Η γενική αίσθηση που δίνει η ιστορία ως προς την πλοκή είναι εξαιρετικά άνιση: οι περιγραφές είναι πότε χαρούμενες και κεφάτες, άλλες φορές πιο μετριασμένες αλλά μονοδιάστατες και μονότονες, και άλλοτε πάλι δείχνουν να πιέζουν προς το σασπένς και την ένταση - συχνά χωρίς όμως να τα καταφέρνουν, μιας και οι σκηνές στις οποίες ταιριάζουν αυτά τα χαρακτηριστικά δεν έχουν προετοιμαστεί καλά, και όταν έρχονται πέφτουν σαν αποσπάσματα από άλλο κείμενο διαφορετικής ταχύτητας και άλλου ρυθμού, με αποτέλεσμα να καταφτάνουν βιαστικά και απότομα, χωρίς να προλαβαίνεις να τις χωνέψεις ή να τις βιώσεις όπως θα έπρεπε. Το πιο αδύναμο σημείο πάντως είναι η απουσία της έντασης, ένα σοβαρό μειονέκτημα για βιβλίο τρόμου.
Ως προς τη μυθολογία πίσω από τον Μεσημερά, το ενδιαφέρον της έγκειται περισσότερο στο πρόσωπο που τον στέλνει-δημιουργεί, παρά στην ίδια τη φιγούρα. Το τέλος μοιάζει εξαιρετικά εσπευσμένο, δίνοντας ένα σκαρίφημα της ψυχολογίας πίσω από το ον αυτό, αλλά την παράσταση την κλέβει μάλλον ο αποστολέας του. Έτσι το τέλος μοιάζει με τεχνητή ανατροπή (αν πρόκειται για ανατροπή - ούτε αυτό το σημείο έχει προετοιμαστεί κατάλληλα), η οποία δεν μου φάνηκε διόλου πειστική. Δίνει όμως μια ενδιαφέρουσα τροπή σε όσα προηγήθηκαν.
Με μια έννοια, το βιβλίο είναι βιβλίο παραλίας ή απογευματινού καφέ. Για τη νύχτα, αν θέλει κάποιος να ανατριχιάσει ή να τρομάξει, ας διαλέξει κάτι άλλο.
Πολύ το hype στην ελληνική κοινότητα τρόμου για αυτό το βιβλίο. Δυστυχώς δε με κέρδισε. Θεωρώ τη γραφή αρκετά ανώριμη, αχρείαστα μπαρόκ, κ δυστυχώς με κάποια "τεχνικά" λάθη (πχ πολλές προτάσεις χωρίς ρήμα, που αφήνουν τον αναγνώστη να αιωρείται). Σαφώς κ ο καθένας μπορεί να σπάει τους κανόνες κ να γράφει όπως θέλει, όμως αυτό πρέπει να γίνεται για συγκεκριμένους λόγους, κ εδώ δε φαίνεται κάτι τέτοιο.
Ο συγγραφέας δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει *εντός του κειμένου* χαρακτήρες, πλοκή κ ατμόσφαιρα. Έχοντας ως δεκανίκι γνωστά tropes ποτέ δε μας "δείχνει" παρά μόνο μας "λέει" κ περιμένει ότι θα το κάνουμε εικόνα επειδή το έχουμε διαβάσει στο Αυτό, ή το έχουμε δει στο Stranger Things. Παρεμπιπτόντως, οι αναφορές στα ελληνικά 90s είναι άπειρες κ ενίοτε κουραστικές, ειδικά όταν παράγραφοι υπάρχουν απλά κ μόνο για να τις εξυπηρετήσουν.
Τα κεφάλαια είναι όλα πολύ μικρά. Συνήθως αυτό έχει ως αποτέλεσμα να θέλουμε να διαβάσουμε λίγο παρακάτω, αλλά εδώ το υλικό επαναλαμβάνεται κ σπάνια γίνεται κάτι που να προωθεί την πλοκή, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ροή στο κείμενο. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, το βιβλίο έχει γραφτεί σε διαφορετικές φάσεις κ μεγάλα χρονικά κενά. Αυτό φαίνεται έντονα αφού στο πρώτο μισό (παρόλη την μετεπεξεργασία που διαβάζουμε ότι έχει γίνει) το κείμενο είναι πολύ πιο άγαρμπο.
Η γενική ιδέα του βιβλίου είναι πολύ καλή. Υπάρχουν δυο-τρια επεισόδια μέσα στο βιβλίο που είναι όμορφα δοσμένα κ τρομαχτικά. Κ υπάρχουν κ κάποια έξυπνα payoffs. Το τέλος ενδιαφέρον, αλλά δυστυχώς ο εμπλεκόμενος χαρακτήρας δεν έχει "κερδίσει" την συγκεκριμένη εξέλιξη. Επίσης, υπάρχει ένα.... lore που θυμίζει λίγο σειρά του Netflix. "Αν μας δώσουν 2η σεζόν ίσως το σκεφτούμε κ το αναπτύξουμε..." Νομίζω τελικώς αν ήταν διήγημα θα λειτουργούσε καλύτερα. Ή ίσως αν ήταν ένα έπος 1000ων σελίδων όπως Το Αυτό.
Ξέρω ότι είναι δύσκολο να γράψεις κάτι, ειδικά ένα μυθιστόρημα. Γράφω μια σκληρή κριτική, αλλά θεωρώ ότι ο συγγραφέας ξέρει πολύ καλά όλες αυτές τις αδυναμίες κ δεν είχε είτε το χρόνο είτε τη δύναμη να τις αντιμετωπίσει. Του εύχομαι ολόψυχα να τα βρει στο επόμενο βιβλίο.
I really like the atmosphere of this book. I think it's the best thing about it. I like how all the characters, the group of kids is presented too. Like, I know these kids, I've played with them, I grew up with them. They just have different names in my story. Speaking of, that was the weakest part in my opinion. I like the mythos surrounding the monster, and the scene with him and the twins is amazing, but I wish there was a bit more of him in the story.
Τρόμος στην Ελληνική επαρχία, καλοκαιρινές φιλίες, τοπικά εδέσματα και ένας "Μπαμπούλας". Σας έβαζαν και εσάς να κοιμάστε υποχρεωτικά το μεσημέρι για να ξεκουραστουν οι μεγάλοι; αν ναι, θα βρείτε πολλές γνώριμες εικόνες
Ο Μεσημεράς ήταν για μένα μία από τις πιο ευχάριστες αναγνωστικές εκπλήξεις της χρονιάς. Ένα ελληνικό βιβλίο τρόμου με στοιχεία λαογραφίας, νοσταλγίας των 90s και την ατμόσφαιρα της ελληνικής επαρχίας.
Ίσως επειδή πέρασα όλα μου τα παιδικά καλοκαίρια σε χωριό(Λαγκάδα Μεσσηνίας), ένιωσα μια απίστευτη οικειότητα διαβάζοντάς το. Σε πολλά σημεία είχα την αίσθηση ότι δεν διάβαζα απλώς μια ιστορία που διαδραματίζεται σε ένα ελληνικό χωριό, αλλά ότι διάβαζα για το δικό μου χωριό και με έκανε να νιώσω ότι επιστρέφω για λίγο στα παιδικά μου καλοκαίρια.
Η γραφή του Ηλία Φουντούλη είναι πολύ άμεση και ευκολοδιάβαστη. Το βιβλίο κυλάει γρήγορα, προσπαθούσα να το καθυστερήσω γιατί θα το συζητούσαμε στη λέσχη ανάγνωσης και ήθελα να το έχω φρέσκο αλλά ήταν αδύνατον! Το μόνο πράγμα που θα ήθελα διαφορετικό είναι τα κεφάλαια. Πολλά ήταν πραγματικά πολύ μικρά και πολλές φορές, πριν προλάβω να βυθιστώ στη σκηνή και να συγκεντρωθώ σε αυτό που συνέβαινε, το κεφάλαιο τελείωνε και μεταφερόμασταν κάπου αλλού. Θα προτιμούσα μεγαλύτερα κεφάλαια, ώστε να μένουμε λίγο περισσότερο μέσα στις σκηνές και στους χαρακτήρες. Θα ήθελα, μάλιστα, να ήταν μεγαλύτερο το βιβλίο γενικα. Ένιωσα ότι υπήρχαν πολλές ωραίες ιδέες, τόσο στη μυθολογία του Μεσημερά όσο και στη νοσταλγία και στην ατμόσφαιρα του χωριού, που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ακόμη περισσότερο. Σε καμία περίπτωση όμως για το θέμα του μεγέθους των κεφαλαίων και του βιβλίου δε θα θυσίαζα ένα αστεράκι. Το αγάπησα το βιβλίο, σίγουρα θα το πρότεινα, και το έχω ήδη προτείνει σε πολύ κόσμο. Μέχρι και στη μαμά μου! 😂
Ένα πολύ απολαυστικό, νοσταλγικό και ταυτόχρονα ανατριχιαστικό ελληνικό horror, που με έκανε να νιώσω ότι γύρισα για λίγο στα παιδικά μου καλοκαίρια…
Το καλοκαίρι του 1993, μια παρέα παιδιών πηγαίνουν στο χωριό τους, το Καρδαρίτσι της Αρκαδίας, για να περάσουν τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Παράλληλα, μια περίεργη φιγούρα, ντυμένη με κάπα και κουκούλα, κάνει την εμφάνισή της στο χωριό. Και μαζί της ξεκινούν τα περίεργα περιστατικά. Τα παιδιά σύντομα θα συνειδητοποιήσουν πως αυτό το καλοκαίρι θα είναι διαφορετικό απ΄όλα τα άλλα. Και πως οι ιστορίες για μπαμπούλες που άκουγαν από τους γονείς τους δεν είναι τόσο «αθώες».
Αυτό το βιβλίο είναι μια μίξη νοσταλγίας, τρόμου και μαγειρικής. Για όποιον έχει περάσει έστω και μερικές εβδομάδες ή μέρες σε χωριό το καλοκαίρι, το βιβλίο αυτό θα ξυπνήσει μνήμες που ίσως ούτε και ο ίδιος να μην ήξερε ότι είχε. Οι λεπτομέρειες που βάζει ο Φουντούλης στις περιγραφές του είναι τόσο ακριβείς που μπορείς να αναπαράξεις στην φαντασία σου την σκηνή στην ολότητά της· όχι μόνο την εικόνα της αλλά και τον ήχο, ακόμα και τις οσμές. Ο Φουντούλης εκτός από συγγραφέας είναι και μάγειρας και κατά τη διάρκεια της ιστορίας του έχει πάρα πολλές αναφορές σε φαγητό, σημειώνοντας υλικά, υφές και μυρωδιές με κάθε λεπτομέρεια.
Είναι ξεκάθαρος ο φόρος τιμής στο Αυτό του Stephen King. Η αλήθεια είναι ότι το σενάριο είναι λίγο σαν να ήθελε να προσαρμόσει την ίδια ιστορία στα ελληνικά δεδομένα και δη στην ελληνική επαρχία. Η συνθήκη, οι πρωταγωνιστές και η φύση του κακού είναι όλα εξαιρετικά παρόμοια με το Αυτό. Όμως αυτό δεν μειώνει κάπως την αξία του βιβλίου.
Η ατμόσφαιρα επιφέρει τρόμο. Οι εμφανίσεις του Μεσημερά είναι ΟΛΕΣ τους τρομακτικές, άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο. Σε όλες όμως είναι ξεκάθαρη η υπερφυσική απειλή που κυνηγάει τα παιδιά. Κάποιες από τις σκηνές εξαφάνισης των παιδιών είναι αριστουργηματικά δοσμένες (ειδικά αυτή στους λόφους με στοίχειωσε). Το τέλος του βιβλίου ήταν εξαιρετικό, σωστό κλείσιμο για ιστορία τρόμου! Ο τρόμος, ειδικά ο υπερφυσικός, δεν χρειάζεται πάντα να έχει εξήγηση. Αυτό, άλλωστε, τον κάνει ακόμα πιο τρομακτικό.
Αν υπάρχει ένα αρνητικό είναι ότι το βιβλίο ήταν μικρότερο απ΄όσο θα μπορούσε να είναι, με βάση την θεματική του. Οι χαρακτήρες των παιδιών σίγουρα θα μπορούσαν να αναπτυχθούν λίγο παραπάνω. Κάποιες σκηνές αισθάνομαι πως ήταν πολύ μικρές ή βιαστικές παρόλο που ο Φουντούλης φάνηκε ότι έχει τις ικανότητες να γράψει εκτενή κεφάλαια. Εγώ το διάβασα μέσα σε δύο απογεύματα. Θα ήθελα σίγουρα να κρατήσει παραπάνω.
Θα ήθελα πολύ να το δω να μεταφέρεται στην μεγάλη οθόνη και να γίνεται ένα καλό θρίλερ (ή μίνι σειρά 6 επεισοδίων) αλλά προφανώς μια ελληνική παραγωγή θα έπρεπε να διαθέτει τεράστιο μπάτζετ για να καταφέρνει να κάνει ένα τέτοιο εγχείρημα πραγματικότητα.
Ο Μεσημεράς, το πρώτο μυθιστόρημα του Ηλία Φουντούλη, είναι ένα βιβλίο που ξέρει τι θέλει να κάνει και το κάνει χωρίς περιττές κινήσεις. Η γραφή είναι καθαρή και άμεση, και το χιούμορ, που θα περίμενε κανείς από τον συγγραφέα, μένει πειθαρχημένα στη θέση του χωρίς να υπονομεύει την ένταση. Ένα ορεινό χωριό της Αρκαδίας, το καλοκαίρι του 1993, μια παρέα παιδιών, και ένας τόπος όπου όλοι επιμένουν πως τίποτα κακό δεν συμβαίνει ποτέ.
Οι επιρροές από τον Stephen King είναι εμφανέστατες: η παρέα των παιδιών, το καλοκαίρι που σημαδεύει μια ζωή, το κακό που κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα μιας μικρής κοινότητας. Όποιος έχει διαβάσει το It θα αναγνωρίσει τον δρόμο πριν φτάσει στο τέλος του. Ο Φουντούλης δεν κρύβει τις επιρροές του, και ίσως δεν χρειάζεται, γιατί ένας άνθρωπος μαθαίνει από εκείνους που ήρθαν πριν από αυτόν. Το ζήτημα είναι αν τελικά βρίσκει τη δική του φωνή. Εδώ τη βρίσκει εκεί όπου ο King δεν θα μπορούσε να φτάσει, στον ελληνικό λαϊκό μύθο...Ο τρόμος δεν πηγάζει τόσο από το υπερφυσικό όσο από την ιδέα ότι όσα λένε οι μεγάλοι για να κρατήσουν την τάξη αποκτούν κάποια στιγμή δική τους ζωή.
Η νοσταλγία των ’90s λειτουργεί καλά ως πλαίσιο, αν και σε σημεία κινδυνεύει να γίνει αυτοσκοπός. Θα ήθελα επίσης ορισμένοι χαρακτήρες να είχαν λίγο περισσότερο βάθος πριν τους δοκιμάσει η ιστορία. Αυτό που κρατώ, ωστόσο, είναι απλό: κάθε απειλή είναι στην ουσία της μια υπόσχεση, και κάθε υπόσχεση είναι ένα χρέος. Οι άνθρωποι ξεχνούν τι είπαν, όμως τα χρέη δεν ξεχνιούνται. Κάποιος, κάποτε, έρχεται να τα εισπράξει, και αυτό δεν είναι ποτέ προσωπικό.
Ότι ο Φουντούλης ξέρει από τρόμο, γνωστό αυτό. Ότι θα έκανε ένα μικρό homage στον Στίβεν Κινγκ, αναμενόμενο. Αυτό που μάλλον δεν περίμενα είναι 2-3 πραγματικά μπρρρ σημεία που έγραψε. Κάτι που σίγοθρα δεν φανταζόμουν είναι ότι θα με γύριζε στα καλοκαίρια που πέρναγα ως παιδί και έφηβη (και συνεχίζω να περνάω) σε ένα ημιορεινό χωριό της Τρίπολης. Σε έναν βαθμό, αυτό οφείλεται στο ότι το βιβλίο διαδραματίζεται σε ένα ορεινό χωριό της Γορτυνίας. Κυρίως, όμως, οφείλεται στο ότι μετέφερε απόλυτα πετυχημένα τη συνθήκη "καλοκαίρι στο χωριό", την προσμονή που αισθάνεσαι να πας εκεί όταν κλείσουν τα σχολεία και το πώς, ακόμα και πού, περνάς τις μέρες με την παρέα σου μέχρι να φύγεις για κάποια άλλη, μικρή ή μεγάλη, πόλη.
Ε λοιπόν, αυτό το βιβλίο είναι για τα παιδιά που μεγάλωσαν μετρώντας καλοκαίρια στο χωριό και ακούγοντας πού και πού γονείς/γιαγιάδες/παππούδες/συγγενείς/συγχωριανούς-ές να τους λένε να κοιμούνται το μεσημέρι γιατί θα τα αρπάξει ένα τρομακτικό πλάσμα. Αυτό το βιβλίο είναι (για) τα καλοκαίρια τους που πέρασαν.