Είδα περιουσίες να εξανεμίζονται φύλλο φτερό. Φιλίες σοβαρών οικογενειαρχών να γίνονται μίση και πάθη άγρια για μεσόκοπες τραγουδίστριες, που το καλύτερο γραφείο συνοικεσίων δε θα μπορούσε να πασάρει στο χειρότερο συνταξιούχο. Είδα έναν κόσμο που άναψε πάνω σε μια σκηνή όλο μάγια. Σαν τον πιο άγριο και άπονο έρωτα που θα 'θελε να γράψει ο Λόρκα ή σαν ένα φλαμένκο πάνω σε απαγορευμένα βήματα κι άγριες φιγούρες της φωτιάς. Μπορεί και σαν σκηνές που ο Αλμοδοβάρ και ο Φασμπίντερ δεν πρόλαβαν να βάλουν στις ταινίες τους, γιατί δεν έζησαν, δεν είδαν για να εμπνευστούν. Τη νύχτα ζεις. Μπορεί και να πεθάνεις, αλλά σίγουρα δε φυοτζωείς. Ή ζεις ή πεθαίνεις. Πιστεύω ακράδαντα ότι στον 21ο αιώνα, όπως και με το ρεμπέτικο, που ήταν παρεξηγημένο στην εποχή του, το σκυλάδιο θα αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης των κοινωνιολόγων. Πιστεύω ότι οι φοιτητές θα προσεγγίσουν με ευλάβεια και συγκίνηση αυτό το κομμάτι της πολιτισμικής μας ιστορίας.
Το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε το σενάριο της ομώνυμης ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου.
Ενδιαφέρουσα απομνημόνευση των σκυλάδικων των δεκαετιών '80 και '90 από προσωπικές μαρτυρίες. Δεν υπάρχουν πολλά άλλα τέτοια πονήματα κ έχει αξία ως λαογραφική περιγραφή. Ωστόσο, η ανάλυση που επιχειρεί ο συγγραφέας, στο τέλος του βιβλίου κυρίως, για το φαινόμενο των σκυλάδικων κ την ακμή κ παρακμή τους είναι επιδερμική κ προσχηματική. Ταυτόχρονα, το βιβλίο είναι εμποτισμένο με νοσταλγία για αυτές τις εποχές, που αποκαλούνται κυριολεκτικά χρυσές, όταν όλες οι αφηγήσεις δείχνουν την, πρωτίστως γυναικεία, αλλά κ γενικά ανθρώπινη εκμετάλλευση που συντελούταν σε αυτούς τους λούμπεν κ άκρα τοξικούς χώρους. Η άρνηση του συγγραφέα να επανεξετάσει τον εκθειασμό του για εποχές που γυναίκες, κυρίως, εξαναγκάζονταν σε παρενοχλητική σεξουαλικοποίηση κ, καθόλου σπάνια όπως αναφέρει το ίδιο το βιβλίο, σε εξαθλίωση, κακομεταχείρηση κ βιασμούς στον βωμό του κέρδους καθίσταται το λιγότερο αφελής κ το χειρότερο μισογυνική. Ο συγγραφέας κλείνει το βιβλίο του προσπαθώντας να μας πείσει ότι η δική του ζωή, μέσα στο πάθος της νύχτας, βγάζει λάθος αυτό που έλεγε ο Χορν στην Οδό Ονείρων ότι κάνεις δεν ζει αληθινά αυτό που θα θελε να ζήσει. Η απουσία κριτικής εμβάθυνσης σε τραγικές εμπειρίες κ κείμενα που απλά παρουσιάζονται σαν σε χρονολόγιο με λαμέ εξώφυλλο εξαιτίας της νοσταλγίας του συγγραφέα κ η ρομαντικοποίηση της ανθρώπινης απαξίωσης σαν καψούρα κ βακχική έκσταση, οδηγεί το έργο του να αποδεικνύει περίτρανα αυτό που ο ίδιος προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν ισχύει: ότι απέτυχε να ζήσει αληθινά αυτό που όντως έζησε εφόσον δεν δείχνει να κατανοεί τι πραγματικά βόθρο ζούσε κ τον εξυμνεί σαν καλτ αποθέωση. Για τον συγγραφέα, η άσκηση κριτικής στα συμβάντα του βιβλίου προέρχεται μόνο από "στερημένη δικηγόρο με διδακτορικό" εξαιτίας ζήλιας για την επιτυχία που είχαν οι αρτίστες των μπουζουκιών στους άντρες πελάτες παρότι αμόρφωτες (άλλο σημείο ακραίου μισογυνισμού) ή από άσχετους ιντελιγκέντσες που μιλάνε ακαδημαϊκά για τον χώρο δίχως προσωπικά βιώματα. Για το τελευταίο, θα συμφωνήσω ότι το βιβλίο έχει αξία ακριβώς επειδή προέρχεται εκ των έσω, αλλά χωρίς ουσιαστική αποδόμηση των τεκταινομένων, ο συγγραφέας αποδεικνύεται μικρότερος των περιστάσεων. Κ της ευθύνης του, θα προσθέσω τελειώνοντας, μιας κ το βιβλίο κ η καριέρα του, όπως την περιγράφει ο ίδιος, στηρίχτηκαν στις πλάτες των "εργαλείων" του: των χορευτριών που τον συνόδευαν κ έκαναν την βαριά κονσομασιόν στα νυχτερινά μαγαζιά που εργαζόταν. Τους αξίζει καλύτερη εξήγηση για αυτά που μνημονεύεται ότι περάσανε διασκεδάζοντας την τοξική αρρενωπότητα της ελληνικής επαρχίας από αναφορές σε χοντρές, ξεπεσμένες τραγουδιάρες κ καινούργια μ@@νάκια χωρίς καμία συγκράτηση για ταυτόχρονη εκθείαση κ νοσταλγία αυτής της εποχής.
Ταξίδι σε μια άλλη εποχή που -ευτυχώς για μας τους νεότερους-έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Μέσα από την αφήγηση κυρίως τραγελαφικων περιστατικών, αποτυπώνεται μια παρακμιακή επαρχία που αρεσκεται στο φτηνο θέαμα, τον αγοραίο έρωτα, υποτιμά και εμπορεύεται τη γυναίκα…
dnf στο 24% Ενώ καταλαβαίνω ότι ο συγγραφέας είδε και έζησε σκληρά πράγματα, δεν θεωρώ ότι αυτό δικαιολογεί το ύφος και την ύπαρξη συγκεκριμένων χαρακτηρισμών στην αφήγηση.
Πολύ βαρύ βιβλίο, με γλαφυρές εικόνες και έντονο λεξιλόγιο που σίγουρα δεν είναι για όλους, σίγουρα όχι για εμένα ειδικα. Με δυσκόλεψε πολύ η ανάγνωση του βιβλίου και μου πήρε αρκετό καιρό να το τελειώσω ακριβώς επειδή δεν υπήρχε κανένα φίλτρο, καμία κάλυψη της πραγματικότητας και αλλοίωση της προκειμένου να φαίνεται εκλεπτυσμένη ή λιγότερο σκοτεινή από αυτό που όντως ήταν.
Υπερκάλτ ανάγνωσμα ανασκόπησης του επαρχιακού σκυλάδικου στις στιγμές της δόξας του από άτομα που το έζησαν. Οφείλετε να το διαβάσετε ως παρακαταθήκη μιας εποχής που είχε περισσότερο impact στο σήμερα από όσο πιστεύουμε, αισθητικά αλλά και σαν νοοτροπία και δεν θα επιστρέψει ποτέ (αλλά δεν παίρνω και όρκο). Θα ήταν καταπληκτικό αν ήταν μυθοπλασία αλλά το γεγονός ότι πολλά από αυτά που γράφει είναι πραγματικά (ακόμα και με μια δόση υπερβολής) το κάνει πραγματικά θλιβερό. Διαβάστε το.
Το βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε μια από της αγαπημένες μου ταινίες, "Αυτή η νύχτα μένει" του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Ένας απολαυστικός Θάνος Αλεξανδρής, ειλικρινής, γλαφυρός, αστείος και πικρός συνάμα. Αφιερωμένο στα κορίτσια της νύχτας, σε όλη την Ελλάδα.
Επαρχιακές πόλεις, νυχτερινή διασκέδαση, τραγούδι και κονσομασιόν. Ένας καλλιτέχνης, μαθητής του Θεάτρου Κουν, ετοιμάζεται να ζήσει το δικό του όνειρο, που σύντομα όμως μετατρέπεται σε εφιάλτη. Θα καταφέρει να επιβιώσει; Πόσο δύσκολο είναι να αντέξεις σ’ έναν κόσμο γεμάτο αλκοόλ, χασίς και λαγνεία;
Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό κείμενο του Θανάση Αλεξάνδρή γεμάτο ωμότητες, αλήθειες, χιούμορ και αυτογνωσία. Ένας ρομαντικός καλλιτέχνης θέλει να βγάλει χρήματα χωρίς να ξέρει πού πάει να μπλέξει και σκάει μύτη σε σκυλάδικο της Τρίπολης με τρεις κοπέλες, συστημένος από ατζέντη, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει πόσο απέχει η πραγματικότητα του μαγαζιού από τις φιλοδοξίες του. Ατσαλώνεται, πεισμώνει, φτιάχνει ένα πρόγραμμα που προκαλεί πάταγο και για δέκα χρόνια ζει το δικό του παραμύθι, γεμάτο όμως από δράκους και μάγισσες κι ελάχιστες πριγκίπισσες. Πύργος, Σπάρτη, Καλαμάτα, Πάτρα, Μυτιλήνη, Καστοριά, Βέροια, Αλεξανδρούπολη, Δράμα, Κατερίνη, Λαμία, ακόμη και Γερμανία και Κύπρος, μα πάνω απ’ όλα η Λάρισα, την οποία ο συγγραφέας δεν παύει να εξυμνεί, είναι τα μέρη όπου θ’ αφήσει το αποτύπωμά του. Θα γνωρίσει κόσμο και υπόκοσμο, θα κινδυνέψει, θα ξενυχτήσει αλλά θα το αγαπήσει. Μάγδα, Δέσποινα, Έλλη, Ρίτσα, Σούλα, Ρούλα, είναι πραγματικές φίλες για τον συγγραφέα και ξεχωρίζουν απ’ αυτές που τον πρόδιδαν κατά καιρούς ακολουθώντας έρωτες και ψεύτικα λόγια. Ατζέντηδες, πελάτες, γκαρσόνια, ιδιοκτήτες, αρτίστες, το βιβλίο καταγράφει όλους τους χαρακτήρες και συστήνει σ��ον αναγνώστη τους πάντες και τα πάντα με ρυθμό γρήγορο, στακάτο, με κοφτές προτάσεις, λόγο σχεδόν προφορικό, έτσι που είχα την αίσθηση πως όλα διαδραματίζονταν μπροστά στα μάτια μου.
Ο Θάνος Αλεξανδρής καταγράφει κωμικοτραγικά περιστατικά με την αμεσότητα που χαρίζει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Ωμότητα, ρεαλισμός και αλήθειες, απείρου κάλλους σκηνικά, άνθρωποι και φιγούρες που δε θα δεις τη μέρα αλλά ούτε και θα συναντήσεις εκτός σκυλάδικων. Τρελά αφεντικά, αλλοπρόσαλλα μπαλέτα και ξεσαλωμένες τραγουδίστριες, ατζέντηδες και καλλιτεχνικά πρακτορεία, όλα τα έζησε ο συγγραφέας και όλα τα καταγράφει. Χρυσοί κανόνες της κονσομασιόν, πώς κλείνουν οι συνεργασίες, τι λαμογιές γίνονται, πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η φωνή στην όλη φάση (δεν παίζει), πώς παγιδεύεται ο πελάτης για να κάνει χοντρό λογαριασμό, ορολογία, κόλπα, συμβουλές, όλα εδώ. Και πόσες αλήθειες που σε πρώτη ανάγνωση φαντάζουν αστείες και κωμικές κρύβουν από πίσω πείρα χρόνων και τραυματισμένες ψυχές: «Οι τραγουδίστριες, ανάλογα με την περίοδο της συγκομιδής, επιλέγουν τις πόλεις που θα πάνε για δουλειά. Έτσι, στη Βέροια πηγαίνουν όταν πουληθούν τα ροδάκινα, στο Ναύπλιο τα πορτοκάλια, στη Λάρισα τα ζαχαρότευτλα και στην Ιεράπετρα τ’ αγγούρια» (σελ. 145). Και γιατί όλα αυτά; «Στα σκυλάδικα, στους γεμάτους από καπνό χώρους, που μυρίζουν αμαρτία και αλκοόλ, οι άνθρωποι απελευθερώνουν τα ένστικτά τους. Βγάζουν προς τα έξω όλες τις παράνομες επιθυμίες…Εκεί οι άνθρωποι λυτρώνονται» (σελ. 134).
Επομένως, ήταν μια ωραία δουλειά, που επέφερε χρήμα πολύ αν μπορούσες να κουλαντρίσεις σωστά τους ξελιγωμένους «έχοντες»; Σαφέστατα και όχι, ήθελε γερό στομάχι, πείρα, εμπειρία, προσοχή, τσαγανό και κοφτερό μυαλό. Ο συγγραφέας είναι καταιγιστικός: περιζήτητες ήταν μόνο όσες είχαν καταστρέψει οικογένειες, είχαν αναγκάσει τους πελάτες να πουλήσουν σπίτια και χωράφια, άφωνες και με κλειστό μικρόφωνο μεν, όμορφες και ικανές δε. Και πάντα η ίδια απορία: με τόσο υψηλά νυχτοκάματα και εξτραδάκια, πώς και καμία δεν κατάφερε να κάνει κομπόδεμα; Αυτή είναι η μαγεία και η πρόκληση της νύχτας: Βγάζεις; Βάζεις! Ο συγγραφέας, μαθαίνει, βλέπει, παρατηρεί, καταγράφει τα πάντα με τέτοιο τρόπο που παρασύρθηκα στην αφήγηση, χάθηκα μες στη νύχτα και αγωνιούσα για τη συνέχεια. Μα τι άλλο έζησε ο κύριος Αλεξανδρής; Τι άλλο έπαθε; Η απάντηση είναι μία: πολλά! Και δε γίνεται να μη συμφωνήσεις όταν σημειώνει: «Οι καλλιτέχνες ζουν με όνειρα απατηλά… Όλοι παρασύρονται στη δίνη της επιτυχίας που θα έρθει οπωσδήποτε και ξεπουλάνε ψυχή και σώμα» (σελ. 250). Δεν αποστασιοποιήθηκε, αντίθετα, ήταν μέσα μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε. Η νύχτα είναι γκέτο που αποκλείει τους άσχετους κι αυτό το κατάλαβε από την αρχή. «Ένα παιδί σαν και μένα, που μέχρι τότε ντρεπόταν τα έντονα πάθη, έζησε καταστάσεις καταραμένων της λογοτεχνίας και σιγά-σιγά άρχισαν να του γίνονται όλα αυτά υπέροχα και οικεία» (σελ. 17).
Το »Αυτή η νύχτα μένει» είναι ένα οδοιπορικό στα σκυλάδικα της χώρας από Σπάρτη και Καλαμάτα μέχρι Ορεστιάδα, στους υπόγειους ναούς όπου κυριαρχεί το λούστρο και ζωντανεύουν οι κρυφές επιθυμίες. Στο κείμενο ζωντανεύουν γυναίκες που ζουν στα δυτικά προάστια, σε ξεχασμένα αυθαίρετα, κουρασμένες, εγκαταλειμμένες, από διαλυμένες οικογένειες, πονεμένα πλάσματα που φωτίστηκαν απρόσμενα κι επιτέλους πραγματοποίησαν τα όνειρά τους θυσιάζοντας αξιοπρέπεια και ψυχή. Η περιοδεία του συγγραφέα με τα κορίτσια του μπαλέτου του ήταν αληθινός θρίαμβος στα σκυλάδικα της επαρχίας, παρ’ όλες τις δυσκολίες και τους κινδύνους. «Γλέντησα, μέθυσα, ερωτεύτηκα, ταξίδεψα, πήρα χρήματα, έζησα ίσαμε δέκα ζωές. Άλλες μες στο όνειρο κι άλλες σαν εφιάλτη… Έντονοι έρωτες με κρεσέντο τη νύχτα και το πρωί δεν υπήρχαν» (σελ. 314). Σύμφωνα με τη Μαλβίνα Κάραλη πρόκειται για τη «μόνη εμπεριστατωμένη κοινωνιολογική μαρτυρία για τον ευρύ χώρο που λέγεται σκυλάδικο». Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1994 από τις εκδόσεις Οδός Πανός και το ακολούθησε η δυνατή ερμηνευτικά και σεναριακά ταινία το 2000 με πρωταγωνιστές τον Νίκο Κουρή και την Αθηνά Μαξίμου και η επανέκδοσή του από τον Περίπλου την ίδια χρονιά. Τώρα, επ’ ευκαιρία της διασκευής του σε σειρά από τον ALPHA, επανακυκλοφορεί από τον Κάκτο με εισαγωγή του συγγραφέα που κάνει μια σύντομη ανασκόπηση στο τότε και στο σήμερα, όπου πλέον το σκυλάδικο έχει εξαφανιστεί κι έχει περάσει στη σφαίρα του μύθου, στίχους τραγουδιών που δε θα ακούσεις σε πρωινό ραδιόφωνο της πόλης και φωτογραφίες.
Μια ματιά απο την κλειδαρότρυπα στα σκυλάδικα της επαρχίας μιας άλλης εποχής. Αν και στην αρχή μου άρεσε και γέλασα σε αρκετά σημεία, μετά το βρήκα επαναλαμβανόμενο και με κούρασε. Επίσης κατι άλλο που δεν μου αρεσε ήταν το πως παρουσιάζονταν οι γυναικες, που ναι μεν είχε να κάνει την εποχή και την συνθήκη της νύχτας/μπουζουκιων, όμως ο συγγραφέας φαίνεται και ο ιδιος να βλέπει τις χορευτριές του σαν αντικείμενα με τα οποία μπορουσε να βγάλει χρήματα, χωρίς να κατακρίνει την κακοποίηση και αντικειμενοποίηση που υφιστανται. Πιστεύω πως ειδικά αφου εχει γραφτει καποια χρόνια αργότερα και οχι την εποχή που συνέβαινε, θα μπορουσε να δωθει μια πιο κριτική ματιά. Και σίγουρα όχι σαν μια εποχή να νοσταλγείς η να στεναχωριέσαι που δεν μπόρεσαν να ζήσουν και οι επόμενες γενιές.
Το βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή που έγινε ταινία, θεατρικό σενάριο και τώρα τηλεοπτική σειρά. Ένα ταξίδι στη νυχτερινή ζωή της επαρχίας μέσα απ' τα μάτια του συγγραφέα. Κάτι σαν προσωπικό ημερολόγιο που φωτίζει τα παρασκήνια ενός κόσμου άγνωστου για πολλούς. Με γρήγορη ροή και ιστορίες γεμάτες χιούμορ, αλήθεια και ένταση σε παρασύρει στον μαγικό κόσμο των σκυλάδικων της επαρχίας. Εκεί όπου ισχύουν άγραφοι νόμοι και κανόνες. Εκεί που η νύχτα λάμπει μέσα απ' τα σκοτάδια της και σε καλεί κοντά της θες δε θες. Απολαυστικό και άκρως εθιστικό. Διαβάζεται με μια ανάσα.
Ιστοριες μιας άλλης εποχής και συγκεκριμένα εξιστόρηση γεγονότων που έζησε ο συγγραφέας στα μπουζουκια-σκυλαδικα της Ελλάδας!Όντως ενδιαφέρον, τουλάχιστον για μένα που δεν έζησα καθόλου εκείνη την εποχή αλλά καλό είναι να βγάλει κανείς τα δικά του συμπεράσματα από το βιβλίο.Η ανάλυση του συγγραφέα και η πληρη θεοποίηση της εποχής μου φάνηκε το λιγότερο ανησυχητική.Παρολα αυτά,αν σταθούμε μόνο στην καταγραφή των γεγονότων,κάνουμε σπο μόνοι μας τον απολογισμό μας.
Τέλος πιστεύω πως το βιβλίο θα μπορούσε να έχει μια καλύτερη επιμέλεια κειμενου,ένιωθα προς το τέλος μια επανάληψη.
Ένα βιβλίο για τα νυχτερινά μαγαζιά την δεκαετία του 80 και του 90. Ιστορίες ανθρώπων της νύχτας που όμως κουράζουν. Δεν έχει να κάνει ούτε με την ταινία ούτε με την σειρά που παίζεται τώρα. Είναι κάτι σαν ημερολόγιο του συγγραφέα, η ζωή του και όσα έζησε στο ταξίδι αυτό της νύχτας που πλέον αυτά δεν υπάρχουν. Κάποιες σκηνές όντως είναι καλές, αλλά σε γενικές γραμμές κουράζει.
Μια ωδή στα νυχτερινά μαγαζιά, κυρίως της επαρχίας, που χαρακτήρισαν μια ολόκληρη εποχή η εποχή χάθηκε. Όσοι έχουν ανάλογες εμπειρίες ξέρουν ότι η νύχτα είναι ένα μεγάλο σχολείο. Απολαύστε το
Άκουσα το ηχητικό βιβλίο από περιέργεια, αν και το βρήκα αρκετά ενημερωτικό για εκείνη την εποχή και την αντιμετώπιση της γυναίκας. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας πολύ αγοραία.Το άκουσα στην ταχύτητα 3 κατά τη γνώμη μου και με δυσκόλεψε πάρα πολύ.Πιστεύω αν ήταν γραμμένο με διαφορετική γλώσσα θα ήταν πιο ευανάγνωστο.
Κάτι ανάμεσα σε οδοιπορικό, ημερολόγιο καταγραφής, βιωματικό και την ίδια στιγμή περιγραφικό. Δύσκολο για την ωμότητά του μα συγχρόνως δυνατό ακριβώς γι αυτό. Ένα βιβλίο που δεν μασά τα λόγια του κ ακριβώς γι αυτό πληγώνει, πονάει, ζορίζει. Ενα βιβλίο που δεν χρυσωνει το χάπι μιλώντας για ένα θέμα που όσο κι αν πασπαλιζεται με χρυσόσκονη παραμένει σκληρό.
Μετά τη μέση πήγε dnf. Σε μια άλλη εποχή ισως να ήταν αποκαλυπτικό αλλά τώρα είναι απλά σα να διαβάζω τυχαίες σελίδες ενός ημερολογίου. Το κείμενο δεν έχει συνοχή οπότε δεν παρακολουθείς κάποια ιστορία. Τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια για εμένα ήτανε οι στίχοι των τραγουδιών και το φωτογραφικό ένθετο στο τέλος -από θέμα καλτίλας-.