ΣΚΙΡΤΗΜΑ Την ώρα που ένα πλήθος στροβιλίζεται βρέθηκα να περνώ στη λεωφόρο μέσα σε λεύκες και ιτιές από τον άνεμο του πρωινού παρασυρμένος. Και ξαφνικά, τα μάτια μου μεθώντας με το παιχνίδισμα ίσκιων μαβιών που έριχναν στα πρόσωπα των διαβατών τα δέντρα, ο ουρανός ψηλά ήταν βαθύχρωμος κι ένας ήλιος αγνός τα πράγματα έδειχνε ακριβώς όπως είναι, αισθάνθηκα ότι δεν ήμουν πια εγώ τυχαία λεπτομέρεια στο συρφετό μιας πόλης αλλά ότι διέσχιζα έναν θρίαμβο που γύρω μου αλάλαζε και σπαρταρούσε ότι περνούσα νικητής μεσ' από λεύκες και ιτιές τον έρωτα πηγαίνοντας να κατακτήσω.