Η ιδεολογική βάση στην οποία στηρίχθηκε η υπόθεση του συγκεκριμένου βιβλίου, γράφτηκε στα 1925, με προβλημάτισε ιδιαίτερα. Δεν ξέρω αν πρόκειται για μια τυπική περίπτωση απύθμενης ηλιθιότητας ή για κάποιο εξελιγμένο είδος χυδαίας προπαγάνδας. Αν κάποιος το έβλεπε ως ναζιστική κατήχηση δεν θα είχε άδικο, ωστόσο νομίζω πως περισσότερο αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα της σύγχυσης που επικρατούσε στη Γερμανία του 1930.
Σύγχυση ιδεών και αξιών που μπορεί να συνοψιστεί εν συντομία σε μια φράση που αποτελεί συνάμα και ερμηνεία της συγγραφέως για την καταστροφή του βιβλικού Πύργου της Βαβέλ:
"Ο Εγκέφαλος και τα Χέρια χρειάζονται έναν μεσάζοντα. Ο μεσάζοντας ανάμεσα στον Εγκέφαλο και τα Χέρια πρέπει να είναι η Καρδιά".
Κάπως έτσι η κοινωνική και πολιτική δυσαρμονία που παρουσιάζεται στο βιβλίο (προφανώς σε άμεση αναλογία με τις παθογένειες της εποχής και του τόπου στον οποίο γράφτηκε) καταλήγει σε έναν ναΐφ μεσσιανισμό, όπου αναμένεται ένας σωτήρας προορισμένος να επιλύσει όλα τα προβλήματα. Τέτοιου είδους προσδοκίες είναι τουλάχιστον γελοίες, αλλά πολύ εύκολα μπορεί να καταλήξουν να γίνουν εξαιρετικά επικίνδυνες, όταν τις ασπάζονται οι πλειοψηφίες.
Στο βιβλίο λοιπόν παρουσιάζεται η Metropolis, μια φουτουριστική μεγαλούπολη με πενήντα εκατομμύρια κατοίκους, όπου οι εργάτες ζουν εξαθλιωμένοι σε υπόγειες κατοικίες, πολλά μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης, εργάζονται δέκα ώρες την ημέρα (ακατάπαυστα χωρίς αργίες) προκειμένου να συνεχιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία των μηχανών - οι οποίες παρουσιάζονται ως θεότητες του μέλλοντος - είναι αναλώσιμοι και σύντομα πρόκειται, σύμφωνα με το σχέδιο του ιδρυτή της πόλης να υποκατασταθούν από τις μηχανικές εκδοχές τους (ρομπότ).
Στους χώρους αυτούς, όπου στην αρχαιότητα χρησίμευαν ως κατακόμβες νεκρών περιφέρεται η Μαρία, μια εξαιρετικής ομορφιάς και ευαισθησίας νέα που φροντίζει τα παιδιά των εργατών και κηρύττει στους εργάτες τις ανοησίες περί καρδιάς και χεριών τις οποίες προανέφερα, τροφοδοτώντας τους με ελπίδα, καταστέλλοντας με τις νουθεσίες της κάθε ενδεχόμενο αντίδρασης.
Στην επιφάνεια της γης ζει η μεσαία τάξη, κυρίως άνθρωποι που διαθέτουν μόρφωση και εργάζονται και αυτοί για λογαριασμό του ιδρυτή της πόλης, και ενώ απολαμβάνουν μια σαφώς καλύτερη ποιότητα ζωής, ζουν κι εκείνοι υπό καθεστώς τρόμου, χειραγώγησης και έλλειψης ελευθερίας. Εκεί υπάρχουν οι γυναίκες που λειτουργούν ως σκεύη ηδονής για τις ανώτερες τάξεις, οι υπηρέτες που συχνά παίζουν το ρόλο του χαφιέ, οι ιδιοκτήτες των νυχτερινών κέντρων διασκέδασης, ο οποίοι παρέχουν αφειδώς σεξ και ναρκωτικά ως μέσα εκτόνωσης και ανακούφισης σε όσους έχουν τη δυνατότητα να τα αγοράσουν.
Στην επιφάνεια επίσης υπάρχουν άλλοι δύο χώροι. Η μόνη μορφή αντιπολίτευσης απέναντι στο τυραννικό καθεστώς, είναι μια θρησκευτική σέχτα, οι Gothics με ηγέτη τον Desertus οι οποίοι συγκεντρώνονται στον καθεδρικό ναό της πόλης, και βαυκαλίζονται με διάφορα χιλιαστικά κηρύγματα, ζώντας μια ζωή ασκητική, χαμένοι μέσα σε αποκαλυπτικά οράματα και σε ανείπωτους θρησκευτικούς τρόμους.
Επίσης σε ένα αλλόκοτο οίκημα με μαγικές ιδιότητες και μια πεντάλφα στην πόρτα, ένα απομεινάρι του μεσαίωνα, όπου κάποτε είχε χτίσει ένας μάγος, ζει ο παρανοϊκός εφευρέτης της πόλης, ο Rotwang, ο οποίος ενώ μισεί θανάσιμα τον ιδρυτή της πόλης, εργάζεται κι αυτός για λογαριασμό του και δημιουργεί ένα πρωτότυπο μηχανικού ανθρώπου, που φέρει τη μορφή γυναίκας.
Στα υψηλότερα επίπεδα, στις κορυφές των ουρανοξυστών, υπάρχει μια άλλη πολιτεία, προορισμένη για τους λίγους και εκλεκτούς, η Λέσχη των Υιών, εκεί ανάμεσα στους άλλους ζει ο Freder ο γιος του ιδρυτή, και στην πιο απρόσιτη κορυφή, στον επονομαζόμενο Νέο Πύργο της Βαβέλ, ζει ο ιδρυτής, ο Εγκέφαλος της πόλης, ο Joh Fredersen. Το μόνο πρόσωπο που μπορεί να του αντιτάσσεται και να τον επικρίνει ευθέως για τις επιλογές του, είναι η γηραιά μητέρα του, την οποία ωστόσο, εκείνος, φροντίζει να αγνοεί.
Κι ενώ η συγγραφέας έχει καταφέρει να οικοδομήσει ένα τόσο ενδιαφέρον σύμπαν, στο τέλος όλο αυτό καταλήγει να ξεφουσκώνει, περιοριζόμενο σε ένα χλιαρό οικογενειακό δράμα, όπου κυριαρχεί μια πλήρης σύγχυση ανάμεσα στα κίνητρα, τις προθέσεις και τα αποτελέσματα των πράξεων των κεντρικών προσώπων, ένα πλήθος ανούσιων και τετριμμένων θρησκευτικών αναφορών προκειμένου να τονιστεί η αναλογία ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα εκδοχή της Βαβυλώνας, στη μεσαιωνική αλχημεία - μαγεία και την επιστήμη.
Και πού καταλήγει όλο αυτό; Στη φράση που ξεστομίζει ο εκπρόσωπος των εργατών στον Joh Fredersen και με το οποίο ουσιαστικά κλείνει το έργο:
"- Περιμένουν κύριε Fredersen...
- Για τι πράγμα; τους ρώτησα.
- Περιμένουμε, συνέχισε ο εκπρόσωπος, για κάποιον να έρθει για να μας πει προς ποια κατεύθυνση να πορευτούμε..."
Η Thea von Harbou κατάφερε να ανακατέψει πολλά και διαφορετικά πράγματα, συνθέτοντας ένα χαοτικό μείγμα, έναν συγκρητιστικό πολτό, χωρίς ειρμό, νόημα και λογική αλληλουχία, έτσι ώστε στο τέλος όλα τα στοιχεία του έργου καταλήγουν να αλληλοεξουδετερώνονται, αφήνοντας μου ένα αίσθημα απορίας σχετικά με το τι ακριβώς ήταν αυτό που διάβασα:
"Το μείγμα συναισθηματισμού και συντηρητισμού, εσωτερικής ευσέβειας και ανούσιου, λαϊκίστικου αισθησιασμού της Harbou, της εξασφάλισε τον τίτλο της "κόμησσας του Κιτς" του γερμανικού κινηματογράφου (Lady Kitschener). Στα σενάρια και τις ιστορίες της υποβίβασε μια πληθώρα μύθων και λογοτεχνικών πηγών προκειμένου να εξασφαλίσει ένα εμπορικά επιτυχημένο μελοδραματικό αισθησιασμό γεμάτο από ψευδοθρησκευτικό πάθος, όπως είναι προφανές όχι μόνο από τα σενάρια που έγραψε για τον τον Lang αλλά και για άλλους σκηνοθέτες [...]
Στην περίπτωση του Metropolis Η Harbou χρησιμοποίησε αυτήν την τεχνική της απομίμησης (pastiche) προκειμένου να δημιουργήσει μια ανομοιογενή, ανούσια συλλογή από μοτίβα διάφορων λογοτεχνικών πηγών όπως "Η Μηχανή του Χρόνου" και το "Όταν ο κοιμισμένος ξυπνήσει" (οι εργάτες που ζουν κάτω από της επιφάνεια της γης) του H. G. Wells, τον "Φρανκενστάιν" της Mary Shelley, το "L'Ève future" του Villiers d' Isle-Adam και το "R.U.R." (ένας εφευρέτης δημιουργεί τεχνητή ζωή) του Karel Capek και διάφορα γερμανικά δραματικά θεατρικά έργα της εποχής όπως το "Gas" του Georg Kaiser και το " Masse Mensch" του Ernst Toller.
Το τελικό αποτέλεσμα έφερε έναν υπερβάλλοντα εκλεκτικισμό που περιείχε ένα ακαθόριστο μείγμα από σοσιαλισμό (εργάτες ενάντια στους καπιταλιστές), εξπρεσιονισμό (η γοητεία και ο τρόμος των μηχανών, η μοντέρνα πόλη ως Μολώχ, η σύγκρουση ανάμεσα σε Πατέρα και Γιο, το όραμα της αναμόρφωσης της ανθρωπότητας από έναν επερχόμενο σωτήρα), μύθο (ο αλχημιστής, τα γοτθικά οράματα) και μια ρομαντική ιστορία αγάπης" (Βλέπε άρθρο του Holger Bachmann "The Production and Contemporary Reception of Metropolis", στον συλλογικό τόμο: Fritz Lang's Metropolis: Cinematic Visions of Technology and Fear, εκδ. Camden House, 2002 σελ. 9-10)
Ένα βιβλίο με τεράστιες δυνατότητες αλλά με εξαιρετικά απογοητευτικό αποτέλεσμα. Σαφώς κατώτερο της ταινίας, με τον ίδιο τίτλο, την οποία σκηνοθέτησε ο Fritz Lang (σύζυγος της Thea von Harbou) στα 1927 και η οποία παρά τις σεναριακές της αδυναμίες έχει σαφώς κάποιες εξαιρετικά δυνατές εικόνες και ένα πιο ξεκάθαρο αφηγηματικό πλαίσιο. Λίγο αργότερα το ζευγάρι θα χωρίσει.
Ο Lang θα συνεχίσει την καριέρα του στην Αμερική ενώ η Harbou θα παραμείνει στη Γερμανία γράφοντας σενάρια και σκηνοθετώντας ταινίες για λογαριασμό του ναζιστικού καθεστώτος.