Και καθώς εκείνη άνοιξε τα χείλη της μ’ ένα βραχνό αναστεναγμό, ένιωσε τέτοια ευδαιμονία που δεν είχε αισθανθεί ποτέ με άλλη γυναίκα και χύθηκε μέσα της χάνοντας τα όρια του εαυτού του, ποθώντας να την κάνει δική του, αυτήν που δεν ήταν πια αυτή, αλλά ένα ανανεωμένο δώρο της αποσπασμένης από το άγνωστο μητρότητας, ένα δώρο που καταργούσε το εγώ, το εγώ που είχε καταργήσει τα όρια του, χαμένο και καταποντισμένο στην ελευθερία του. Γιατί ο άνθρωπος που ποθεί το σωστό και το δίκαιο, ποθεί το απόλυτο, κι ο Ες κατάλαβε για πρώτη φορά ότι το θέμα δεν ήταν η ηδονή, αλλά η ένωση, η ένωση που αίρεται πάνω απ’ το τυχαίο και το αξιοθρήνητο, ναι, πάνω κι από την άθλια αφορμή της για να ολοκληρωθεί σε μια κοινή εκμηδένιση, που όντας άχρονη η ίδια, καταργεί το χρόνο και που η αναγέννηση του ανθρώπου είναι τόσο γαλήνια όσο και το σύμπαν, που ωστόσο αφού επιβάλει την εκστατική του θέληση, συσπειρώνεται και τον περικλείει, έτσι ώστε να γίνει δικό του αυτό που αποκλειστικά του ανήκει: η λύτρωση.
Όταν το ξεκίνησα ήμουν κομμάτια. Είχα φύγει απ’ τη δουλειά μετά από δύσκολη υπερωρία και ούτε καν άντεχα να μαγειρέψω. Μασούλαγα κάτι κριτσίνια, με πολύ λάδι, αηδιαστικά και σκεφτόμουν να ξεκινήσω καλύτερα κάτι εύπεπτες ανοησίες που έχω, για ώρες αναγκαστικής αποχαύνωσης. Τέλος πάντων, άνοιξα στην πρώτη σελίδα, για να κάνω το χρέος στους ψυχαναγκασμούς μου και με περίμενε εκεί, ο θείος Μπροχ, με παρηγοριά και μαστίγιο, οπότε καθηλώθηκα πάλι.
Πρώτη έννοια – κλειδί ο φίλος του Ες ο Κουτσός, όπως λένε χαρακτηριστικά, είναι αναρχικός αλλά τίμιος άνθρωπος και παράλληλα βλέπουμε τον Ες να έχει παραδοθεί σε άναρχο χάος, παραντουρώντας ανάμεσα στη φιλοτιμία και το ατομικό. Ο Μπροχ οριοθετεί στα πρόσωπα του Γκάιρινγκ και του Ες την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στο Ρεύμα της Αναρχίας, στο οποίο η αταξία είναι μέρος συστηματοποιημένης οργάνωσης που μας θυμίζει πολύ τις θολές ασάφειες του Χέγκελ ανάμεσα στο Στόχο και τη Λέξη που ο Μπροχ πάντα προσπαθεί να διαπεράσει αναζητώντας τη Συνέπεια. Κι απ’ την άλλη βρίσκεται ο Ες, εκπρόσωπος της Αναρχίας της εποχής που προωθεί τους ανθρώπους να κοιτούν άνισα, με κάθε μάτι ανεξάρτητο απ’ το άλλο κι αποσπασμένο απ’ την αναγνώριση του από σώμα και ψύχη, να βλέπουν σε διαφορετικά βάθη και σε άλλες διαστάσεις, ενώ το έδαφος περιστρέφεται, πάλλεται, δονείται σπαρμένο με γλυκά καρφιά.
- Να φυλακιστεί ο Μπέρτραντ
- Αυτό μας έλειπε
- Γιατί;
- Είναι ένας συμπαθητικός, φιλικός, ευπροσήγορος άνθρωπος, ένας πρώτης τάξεως επιχειρηματίας, με τον οποίο μπορούμε να συνεννοηθούμε
- Έτσι ε; συνεννοείστε μ’ έναν άνθρωπο που συνεργάζεται με την αστυνομία;
- Αχ Θεέ μου, το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες συνεργάζονται με την αστυνομία είναι αυτονόητο: αν παίρναμε κι εμείς το πάνω χέρι, δε θα κάναμε τίποτα διαφορετικό
Μονολογούσα στο Μπροχ μου, όση απόσταση κι αν μας χωρίζει μ’ αυτή την ιστορία σου αισθάνομαι με αόρατο σπάγκο να με τραβάς, ενώ η εμφανής αλυσίδα κρατάει την απόσταση σταθερή. Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις πολύ καλά. Αυτή η αταξία που εξυφαίνεται διαρκώς και ο απολογισμός, αυτός ο αρρωστημένος απολογισμός που όλοι κάποια στιγμή πρέπει να ‘χουμε τυλιχτεί μέσα του: πράξεις κι αντισταθμίσματα να βγαίνουν σε μια ισορροπία, σε τακτικότητα που μοιάζει να αποκρυσταλλώνει την αταξία, στην αναζήτηση της ισορροπίας μέσα από πράξεις που νοητά τα ανιόντα και τα κατιόντα κρατάνε ίσιο το ζυγό.
ακόμα κι ο θυμός του για το Λόμπεργκ καταλάγιασε, ένιωθε σχεδόν τρυφερότητα γι’ αυτό τον ηλίθιο, που έμοιαζε σε τόσα πολλά σημεία με τη μαμά Χέντγεν, και επειδή η δεσποινίς Έρνα θα πρέπει να είχε πάρει από το Λόμπεργκ, εξαιτίας του στενού δεσμού τους, αρκετά χαρακτηριστικά του, ήταν σαν να αγκάλιαζε από μακριά ένα κομμάτι της μαμάς Χέντγεν και επομένως να μην της απιστούσε
Το έργο του συγγραφέα ανήκει σε μια σπανιότατη κατηγορία βιβλίων που παράλληλα το καθιστά ψυχοφθόρο, κουραστικό και εθιστικό, με μια ιστορία δύσκολη, που δε μπορείς να ταυτιστείς και ούτε να μην ταυτιστείς: διαβάζεται φιλοσοφικά και λογοτεχνικά. Οι δυο φύσεις συνυπάρχουν, επικοινωνούν, χωρίς ποτέ να ταυτίζονται. Κι είναι γι’ αυτό, άλλο ένα βιβλίο του Μπροχ που έχει πάνω μου την ίδια επίδραση – όχι όπως με άλλα βιβλία, που αυτό μπορεί να συμβεί μια φορά κατά τη διάρκεια που τα διαβάζω, αλλά σε όλο το μήκος και της κοινής πορείας μας: κάθε βράδυ κατέληγε σε όνειρα αγωνίας συνεχούς διαπληκτισμού με τον εαυτό μου, που όσο με τρομάζουν, τόσο μ’ αφήνουν έκπληκτο και τα προσμένω. Έχουν μια επίπτωση που ακόμα δεν καλοκαταλαβαίνω, άρρηκτα δεμένη με τις δυο φύσεις του βιβλίου, εκείνη που μπορώ άμεσα να δρέψω και την άλλη που εξυφαίνεται μέσα μου κι ενώ αντιδρώ ξύπνιος, δε μπορώ παρά μόνο στην ησυχία μιας περίπλοκης ανασκόπησης και απολογισμού της ημέρας να συνθέσω τη βαριά συνειδητοποίηση.
όπου κι αν κοίταζες, σου φαινόταν ότι ο ένας άνθρωπος συγχωνευόταν στον άλλο και πως δε μπορούσες και να ξεχωρίσεις τη ζωή από το θάνατο. Κανείς δεν είναι αυτό που νομίζει: πιστεύεις ότι είσαι ένας κανονικός άνθρωπος που στέκει σταθερός στα δυο του πόδια, που έχει βάλει στην τσέπη τα επτά του μάρκα και ο οποίος πάει όπου θέλει, ενώ στην πραγματικότητα μια στέκεις εδώ και μια εκεί κι ακόμη κι όταν θυσιάζεσαι δεν μπορείς να είσαι βέβαιος ότι είσαι εσύ
Εξαίσιος ο τρόπος που φωτογραφίζονται εκείνα τα ‘’ζευγάρια’’ που στην πραγματικότητα δεν έχουν σεξουαλική οντότητα κι ούτε φιλική. Διαβιούν επ’ άπειρο, έχοντας να τους ενώνει αυτός που λείπει πια απ’ τη σκηνή, που απουσιάζει μεν, αλλά ζει κάπου αλλού κι εκείνοι θερίζουν τα στοιχεία που τους φέρνουν κοντά στα αρνητικά του.
Ο Ες συμπαθούσε τον Γκέρνετ γιατί ήταν καλός άνθρωπος: ωστόσο τα προβλήματα του κόσμου μπερδεύονταν άμα σκεφτόσουν πως σε λίγο θα έπρεπε να σκιστεί μια φόρμα σ’ ένα προκαθορισμένο σημείο για να μπορέσουν να πάνε τα παιδιά του Γκέρνετ διακοπές
Απαιτείται πολύ μεγάλο σθένος στην Ευρώπη του 1932 και δη στο γερμανόφωνο μέρος της, να μιλήσεις ελεύθερα για την ομοφυλοφιλία κι οφείλουμε στο συγγραφέα, να παραδεχόμαστε ανοιχτά, όσο ανοιχτά δέχτηκε κι ο Ες στην αγκαλιά του έναν άλλο άντρα, πως η η ερωτική του απογοήτευση, δηλωτική της φυσιολογικότητας της και της ενιαίας ταυτότητας των ανθρώπων, μας άγγιξε, νιώσαμε συμπάθεια, κατανόηση και άπειρη τρυφερότητα.
Ο έρωτας είναι η μεγάλη αποξένωση: υπάρχουν δύο άνθρωποι που είναι σα να ζουν σε δυο αστέρια και κανείς τους δεν είναι δυνατόν να ξέρει τίποτα για τον άλλο. Και ξαφνικά η απόσταση καταργείται, ο χρόνος καταργείται και βρίσκονται χαμένοι ο ένας στον άλλο, έτσι που δε γνωρίζουν πια τίποτα ούτε για τον εαυτό τους, μα ούτε και ο ένας για τον άλλο, και ούτε χρειάζεται.
Μόνο μια φοβερή ενίσχυση της αποξένωσης, μόνο όταν αυτή η αποξένωση οδηγηθεί, για να το πω έτσι, στο άπειρο, μπορεί να ανθίσει αυτό που θα πρέπει να είναι ο ασύλληπτος στόχος του έρωτα κι αυτό που είναι η ουσία του: το μυστήριο της ένωσης…
Τότε όμως δε μπορείς να συνεχίσεις να ζεις…
Στην πραγματικότητα εγώ δε ζω πια
Χρειάζεται τεράστιο ψυχικό σθένος και συνειδητή αυτοπαρατήρηση, για να μη ντυθείς στα ρούχα του Εβραίου, ή του Αυστριακού, απορρίπτοντας τη μια φορεσιά, ή την μια πέτσα αντί της άλλης, αλλά να αγκαλιάσεις τις δυο ταυτότητες, όπως στην περίπτωση του παρεξηγημένου Μπροχ, που μπορεί οι στοχασμοί του να κατακλέφτηκαν με θράσος κι από μεγάλα ονόματα, αλλά το δικό του αποσιωποιήθηκε. Και δεν τον φυλάκισαν, ούτε τον φοβόντουσαν επειδή ήταν Εβραίος, φοβήθηκαν τον Αυστριακό Εβραίο, που καταργούσε τους πόλους. Δεν καταδέχτηκε να πάει απ’ τον ένα γονιό στον άλλο, σαν τα παιδιά που δεν τους κάνουν τα χατίρια. Ούτε αποδέχτηκε το ‘’Όχι Αυστριακός’’, των ψυχοπαθών Ναζί. Ήξερε τι ήταν μέσα του, ήξερε πως δεν υπάρχει αλληλοαναίρεση, αλλά αλληλοσυμπλήρωση. Ο Μωυσής ήταν Άνθρωπος. Πρώτα. Και κύρια υποχρέωση του Ανθρώπου είναι να αναγνωρίζει όλες τις υποστάσεις του, όλες τις ανάγκες του. Να είναι πολλά πράγματα μαζί και ο χρόνος που το καθένα εκδηλώνεται δε μπορεί να χαρακτηριστεί άκαιρος, ή λανθασμένος. Κάθε στιγμή μπορεί να υπάρχει ως εραστής, ή δολοφόνος, ξέχωρα μα και μαζί.
κατάλαβε μεμιάς ότι αν την άφηνε να βλέπει τον ιδρώτα του, αυτό το έκανε γιατί ένιωθε κάτι σαν εμπιστοσύνη: και αν αισθανόταν τώρα πια αηδία, δεν την ένιωθε επιφανειακά, αλλά σαν κάτι αμβλύ και ξεθυμασμένο, κάτι που την αηδίαζε κάτω απ’ το δέρμα της και ούτε τα μεγάλα αλογίσια του δόντια φοβόταν πια, γιατί τα θεωρούσε αναπόσπαστο μέρος αυτής της αλλόκοτα επιτρεπτής απελευθέρωσης από τη ντροπή, καθώς εκείνος τα άφηνε να φανούν χαμογελώντας
Στις συντριπτικές ερωτικές σκέψεις, όσο και στη συγκλονιστική συνάντηση σε ένα άλλο επίπεδο, όχι λιγότερο υπαρκτό από οποιοδήποτε άλλο, δε μπορεί να μη συνειδητοποιήσεις πόσο τεράστιος ήταν και θα είναι ο Γκαίτε. Πόσα του οφείλουμε, ακόμα και όσοι δεν τον έχουν διαβάσει, για όλα εκείνα που μεταφέρθηκαν απ’ τη συνειδητοποιημένη και πολύ περισσότερο την ασύνειδη ουσία του, μέσω άλλων που έγιναν τα σχήματα της διαικειμενικότητας, για να φτάσει μέσα μας. Και το ίδιο τρανά γίνεται πια απολύτως ορατό, πως ο κληρονόμος του Μπροχ, δεν είναι ο Πύντσον, αλλά ο Φραγκιάς.
Κανείς δε στέκει τόσο ψηλά ώστε να μπορεί να κρίνει τους άλλους και κανείς δεν έχει κυλήσει τόσο χαμηλά ώστε η αθάνατη ψυχή του να μην είναι άξια σεβασμού υπονοώντας ένα ‘’ακόμη’’, θα γράψει το 1932 κι ακόμα θα πολεμήσει ενάντια σ’ αυτό με το Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να πραγματοποιεί το όνειρο του, είτε ιερό, είτε ανόσιο. Γιατί τότε μόνο μπορεί να έχει δικαίωμα στην ελευθερία […] να έρθει κάποιος που να αναλάβει τη θυσία του θανάτου και να λυτρώσει τον κόσμο χαρίζοντας του μια νέα αθωότητα: αυτή η αιώνια επιθυμία των ανθρώπων υψώνεται ως το φόνο, αυτό το αιώνιο όνειρο υψώνεται ως το όραμα. Ανάμεσα στην ονειρική επιθυμία και το προφητικό όνειρο αιωρείται η κάθε γνώση, αιωρείται η γνώση της θυσίας και του Βασιλείου της Σωτηρίας […] Ο φόβος του ανθρώπου που ξυπνάει είναι μεγάλος. Επιστρέφει έχοντας αποσπάσει μερικές ασήμαντες εξηγήσεις μόνο και φοβάται τη δύναμη του ονείρου του, που αν ίσως δεν έχει γίνει πράξη, είναι ωστόσο καινούργια γνώση. Εξόριστος από το όνειρο περιπλανιέται μέσα στο όνειρο. Και το γεγονός ότι στην τσέπη του έχει μια καρτ ποστάλ που μπορεί να την παρατηρεί κάθε τόσο δεν τον ωφελεί σε τίποτα: στα μάτια του νόμου παραμένει ένας ψευδομάρτυρας προαναγγέλλει την έναρξη του κυνηγιού, θέλει να εξασφαλίσει πως θα είμαστε έτοιμοι για τον ερχομό των Χίτλερ.
Ο Υπνοβάτης θυμίζει το Τζέκυλ και τον Χάϊντ, χωρίς το πάθος της αποσιώπησης, αλλά με μια βαθιά ανάγκη εξόρυξης. Υποψιάζεται τον άλλο του εαυτό, αλλά δε μπορεί να τον κατανοήσει, μήτε να καταλάβει πως περνάει απ’ τη μια κατάσταση στην άλλη. Μα και στις δυο σαν τον κοιμισμένο ωθείται σε μια αιθάλη των ονείρων που δε βλέπεις τα πόδια σου, αλλά ξέρεις πως μεταφέρεσαι αλαφρά. Η μια όψη αναγνωρίζει, αντιδρά στη σκέψη που η άλλη έχει ήδη ακολουθήσει. Και χρειάζεται μεγάλη ενσυναίσθηση για το αντιμετωπίσεις αυτό σαν Γερμανός και σαν Εβραίος, σαν ο οποιοσδήποτε από εμάς σε μια σύγχρονη παραβατική ύπνωση. Ο υπνοβάτης έχει δυο φύσεις, αυτή του ελευθέριου κι ενόχου κι εκείνη του δέσμιου αθώου, αναγνωρίζει τη μια, όποια βαραίνει περισσότερο κι ονειρεύεται το συγκερασμό τους, την ταύτιση τους, την ολοκλήρωση του. Για τον υπνοβάτη, η απόλαυση και η οδύνη είναι ονειρικές καταστάσεις, όσο και η πλήρης επαναφορά στην εγκοσμιότητα, ή η ολική απομάκρυνση απ’ εκείνη. Τα πάντα μετρούνται σε κλίμακες αποστάσεων, με μονάδα μέτρησης το φως και το σκοτάδι, την καταραμένη νοσταλγία για το γνώριμο, ή τη γνώριμη νοσταλγία για το ξένο. Υπέρτατος στόχος, η Εκμηδένιση, ή η Απενοχοποίηση.
Ο Ες τέλος, μάς θυμίζει τον άνθρωπο που δεν ακούει και δε βλέπει πως έχει μπροστά του, αυτό που βρίσκεται εκεί, άλλα όλους τους, έστω και κατά ελάχιστη συνδετική ίνα, παράλληλους συγγενείς κι άλλοτε βλέπει μόνο ό,τι έχει μπροστά του. Είναι εκείνος που δε μπορεί να δει την εικόνα ως σύνολο, αλλά διαρκώς βλέπει τις συνιστώσες, στον x, στον y, στον z, σπάνια όμως σα μια ταυτόχρονη παράσταση. Αντιλαμβάνεται το όλον με τις δυο υπνωμένες κι αλληλοαποκληρωμένες υφές που καμιά δε βλέπει την άλλη, δεν ξέρει την άλλη, την υποψιάζεται κι ας έχει ξεχάσει πως την αποκλήρωσε σε μια άλλη αποστροφή, ενίοτε την ψηλαφεί, μα κατά βάση την αποφεύγει, γιατί η στιγμή της αναγνώρισης του Άλλου, είναι η στιγμή 0.
Όταν επιθυμίες και στόχοι συγχωνεύονται, όταν το όνειρο εξωθείται προς τις μεγάλες καμπές και κρίσεις της ζωής, τότε ο δρόμος στενεύει και οδηγεί σε σκοτεινές σήραγγες και το επιθανάτιο όνειρο τυλίγει αυτόν που ως τώρα περιπλανιόταν υπνοβατώντας: όλα όσα έχουν συμβεί, επιθυμίες και στόχοι, περνούν για άλλη μια φορά μπρος από τα μάτια του ετοιμοθάνατου και μπορείς να θεωρήσεις πως συμπτωματικά και μόνο η κατάληξη του δρόμου δεν είναι ο θάνατος.
Ο άνθρωπος που νοσταλγεί από μακριά τη γυναίκα του ή έστω μόνο το σπίτι της παιδικής του ηλικίας, στέκει στο κατώφλι της υπνοβασίας.
Ίσως πολλά να έχουν ήδη προπαρασκευαστεί κι εκείνος να μην τα πρόσεξε ως τώρα. Όπως όταν λόγου χάρη στο δρόμο για το σταθμό αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι τα σπίτια είναι φτιαγμένα από τούβλα το ένα πάνω στ’ άλλο, οι πόρτες από πριονισμένες σανίδες και τα παράθυρα από παραλληλόγραμμα τζάμια. Ή όταν θυμάται το δημοσιογράφο και το δημαγωγό που παριστάνουν ότι είναι σε θέση να ξεχωρίσουν το αριστερό από το δεξί, ενώ αυτό είναι κάτι που το ξέρουν μόνο οι γυναίκες, και μάλιστα όχι όλες. Επειδή όμως ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να σκέφτεται διαρκώς τέτοια πράγματα, πίνει ήρεμα ένα ποτήρι μπίρα στο σταθμό