Τι να πρωτογράψει κανείς γι’ αυτό το έπος;
Ο συγγραφέας, στον πρόλογό του έγραψε πως συμπάσχει τους Έλληνες και αναφέρει πως το θάρρος τους ήταν αυτό που ενέπνευσε και τους ίδιους τους Ρώσους, ώστε για πρώτη φορά να κάνουν τον γερμανικό στρατό να οπισθοχωρήσει.
Η ιστορία ξεκινά την πρώτη μέρα του πολέμου. Η Μάσα έχει αφήσει το παιδί της πίσω και η έννοια της είναι εκεί, μια που μαθαίνει πως έχει ξεκινήσει να γίνεται χαμός. Αμέσως μετά ο άντρας της ο Σιντσόφ, πηγαίνει στον πόλεμο και έκτοτε ζούμε εκ των έσω την πραγματικότητα και τη φρίκη του πολέμου.
Το μυθιστόρημα αυτό είναι υπερβολικά παραστατικό και ρεαλιστικό, με λεπτομέρειες που μονάχα ένας άνθρωπος που έχει πολεμήσει, όπως έχει κάνει ο ίδιος ο συγγραφέας, μπορεί να παρουσιάσει.
Η δύναμη του πολέμου είναι αδιανόητη, αξεπέραστη, άφαντη και δεν μπορούμε όσοι δεν έχουμε πολεμήσει να την αντιληφθούμε. Τη μια στιγμή όλα κυλάνε ομαλά και την επόμενη γίνεται χαμός, μας λέει ο πρωταγωνιστής. Μια μικρή καθυστέρηση μπορεί να κοστίσει ζωές ή και να σώσει άλλες παράλληλα.
Αν ψάχνουμε να βρούμε την αλήθεια για τον πόλεμο θα καταλάβουμε πως βρίσκεται κάπου στη μέση. Μα και αυτό μπορεί πάλι να μην είναι σωστό, μια που και τις καλές ειδήσεις και τις κακές τις λένε διάφοροι άνθρωποι και θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας, πως είτε είναι είτε δεν είναι αξιόπιστοι, δεν έχει να κάνει με το τι λένε αλλά πώς το λένε.
Έχοντας ολοκληρώσει αυτό το μυθιστόρημα, σκέφτομαι πως ο μόνος λόγος που πηγαίνει κανείς να πολεμήσει είναι γιατί δεν θέλει να χάσει όλα όσα αγαπάει. Όλα όσα έχει γύρω του από παιδί και δίνουν νόημα στη ζωή του, σκεπτόμενος παράλληλα τι θα απογίνει η χώρα και ο λαός.
Άλλη μια σκέψη που αναφέρει ο συγγραφέας είναι: τόσο πολλοί οι άγνωστοι πρόγονοι -παππούδες, πατεράδες των παππούδων και παππούδες των παππούδων-, που ξάπλωσαν κάτω από αυτούς τους σταυρούς, ο ένας πάνω στον άλλο, αιώνες τώρα, ώστε αυτή η γη ήταν δική του σε χίλιες οργιές βάθος και δεν μπορούσε πια, δεν είχε δικαίωμα να γίνει ξένη.