Η Άννα Παχή είναι παιδί της πόλης και Αιγόκερως. Ανακάλυψε την ιστορία των Gpele - Αρουντί σε ένα παλιό χειρόγραφο, καταχωνιασμένο στο κάτω ράφι μιας παλαιάς βιβλιοθήκης. Για να είναι εντάξει με τη συνείδησή της, φέρνει στο φως την πραγματική ιστορία του κόσμου. Της αρέσουν οι σοκολάτες και τα μιούζικαλ.
Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν ανακαλύπτω νέους συγγραφείς και ακόμη περισσότερο όταν εκδοτικοί οίκοι εμπιστεύονται Έλληνες δημιουργούς, δίνοντάς τους την ευκαιρία να συστηθούν στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό και έχω τονίσει πολλές φορές πως τέτοιες πρωτοβουλίες αξίζουν συγχαρητήρια. Γι’ αυτό θέλω να συγχαρώ τις Εκδόσεις BELL και προσωπικά τον Χάρη Νικολάκη, που συνεχίζουν να δίνουν βήμα σε νέους Έλληνες συγγραφείς. Μέσα από μια τέτοια επιλογή γνώρισα και τη γραφή της Άννας Παχή, με το «Γκρι», ένα μεταφυσικό θρίλερ με έντονα στοιχεία splatter που αποδείχθηκε μια πολύ ενδιαφέρουσα αναγνωστική έκπληξη.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Το «Γκρι» δεν απευθύνεται σε όσους αναζητούν ένα ήπιο μυστήριο ή ένα θρίλερ όπου η βία περιορίζεται σε μερικές υπαινικτικές περιγραφές. Η Άννα Παχή γράφει χωρίς να χαρίζεται στον αναγνώστη, με σκηνές που δοκιμάζουν τις αντοχές του και εικόνες που προκαλούν αποστροφή. Προσωπικά, εκτίμησα αυτή την επιλογή, καθώς η συγγραφέας δεν προσπαθεί να κάνει τη σκληρότητα της ιστορίας της περισσότερο εύπεπτη.
Το βιβλίο ξεκινά με μια σύντομη, αινιγματική εισαγωγή που δημιουργεί αμέσως την αίσθηση μιας απροσδιόριστης απειλής. Χωρίς να προσφέρει εξηγήσεις, η συγγραφέας μάς οδηγεί στη συνέχεια σε δύο ιστορίες που εκτυλίσσονται σε εντελώς διαφορετικές εποχές και γεωγραφικές περιοχές.
Το πρώτο μέρος μάς μεταφέρει στη μεσαιωνική Βαυαρία, όπου ο σερ Ρόντρικ, ένας αδίστακτος φεουδάρχης, έχει μετατρέψει την καθημερινότητα των ανθρώπων που βρίσκονται υπό την εξουσία του σε πραγματικό εφιάλτη. Η βία, ο σαδισμός και η απόλυτη περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή καθορίζουν τις πράξεις ενός ανθρώπου που θεωρεί πως μπορεί να κάνει οτιδήποτε επιθυμεί χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν. Η συγγραφέας περιγράφει με παραστατικότητα το φυσικό τοπίο, το μικρό χωριό και τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων, δημιουργώντας ένα ζοφερό σκηνικό όπου η καθημερινότητα επισκιάζεται από τη διαρκή απειλή της αυθαιρεσίας.
Στο δεύτερο μέρος μεταφερόμαστε αρκετούς αιώνες αργότερα, στην Αλάσκα της δεκαετίας του 1980, όπου μια μικρή, απομονωμένη κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά αποτρόπαιων εγκλημάτων. Το παγωμένο τοπίο, οι μεγάλες αποστάσεις και η αίσθηση πως ο κίνδυνος μπορεί να βρίσκεται πολύ πιο κοντά απ’ όσο φαντάζεται κανείς δημιουργούν ένα περιβάλλον που προσωπικά βρήκα εξαιρετικά ταιριαστό με την εξέλιξη της ιστορίας. Η αγωνία εντείνεται καθώς η αβεβαιότητα εξαπλώνεται και η ασφάλεια που προσφέρει η οικειότητα μιας μικρής κοινότητας αρχίζει να καταρρέει.
Αυτό που απόλαυσα ιδιαίτερα ήταν ο τρόπος με τον οποίο η Άννα Παχή καταφέρνει να ενώσει τις δύο ιστορίες, παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση που τις χωρίζει. Όσα αρχικά μοιάζουν ασύνδετα αποκτούν σταδιακά νόημα, ενώ η σύντομη εισαγωγή βρίσκει τη θέση της μέσα στη συνολική αφήγηση. Η συγγραφέας διατηρεί τη φύση της μεταφυσικής απειλής απροσδιόριστη, χωρίς να αποκαλύπτει την πραγματική της προέλευση, ενισχύοντας έτσι το μυστήριο και την αγωνία για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν.
Η γραφή της Άννας Παχή είναι άμεση και παραστατική, με γρήγορο ρυθμό και σκηνές που έχουν την ένταση κινηματογραφικών εικόνων. Οι περιγραφές της είναι αρκετά τολμηρές, ενώ η βαρβαρότητα αποτυπώνεται χωρίς εξωραϊσμούς. Έχοντας διαβάσει αρκετά βιβλία με ανάλογη θεματολογία, εκτιμώ όταν ένας συγγραφέας παραμένει πιστός στην αισθητική που έχει επιλέξει, ακόμη κι όταν αυτή γίνεται ιδιαίτερα σκληρή. Στις περίπου διακόσιες σελίδες του «Γκρι», η αφήγηση προχωρά με ένταση, συνδυάζοντας το μεταφυσικό μυστήριο με τη σωματική φρίκη.
Το «Γκρι» ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα γνωριμία με τη γραφή της Άννας Παχή και ένα βιβλίο που θα πρότεινα σε όσους αγαπούν τα μεταφυσικά θρίλερ με έντονη δόση βίας και σκοτεινή ατμόσφαιρα. Πέρα από τις αιματηρές σκηνές, η συγγραφέας αφήνει χώρο και για έναν προβληματισμό γύρω από τη διαχρονική παρουσία του κακού και τη δυνατότητα του ανθρώπου να του αντισταθεί. Προσωπικά, θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον τις επόμενες συγγραφικές της επιλογές.
Το κακό μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικά πρόσωπα, να διασχίζει αιώνες και να αφήνει πίσω του αίμα και καταστροφή. Το ερώτημα όμως που εξακολουθεί να αιωρείται είναι αν μπορεί ποτέ να εξαλειφθεί πραγματικά ή αν απλώς υποχωρεί, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επιστρέψει. Μερικές φορές, άλλωστε, η πιο τρομακτική απειλή δεν είναι εκείνη που έχουμε απέναντί μας, αλλά εκείνη που πιστεύουμε πως έχουμε αφήσει οριστικά πίσω μας.
Σε ένα χωριό της μεσαιωνικής Βαυαρίας, ο Σερ Ρόντρικ, είναι η προσωποποίηση της βαναυσότητας και του κακού. Αρπάζει όμορφα νεαρά κορίτσια (και αγόρια) τα βιάζει με το πιο σκληρό τρόπο, και τα σκοτώνει στο ξύλο. Οι κάτοικοι υπομένουν το κακό χαμηλώνοντας το κεφάλι. Πολλά χρόνια αργότερα, σε ένα χωριό στην Αλασκα, ανεξήγητοι σκοτωμοί λαμβάνουν χώρα. Γυναίκες που μαχαιρώνουν τους άντρες τους, παιδιά που σκοτώνουν τα αδέρφια τους κτλ Υπάρχει άραγε κάποια σύνδεση;
Η συγγραφέας μας ρίχνει στα βαθιά από τις πρώτες σελίδες, δείχνοντας μας το σκληρό και βάναυσο πρόσωπο της βίας, με σκηνές που βρίθουν αποτρόπαιων λεπτομερειών. Στη δεύτερη ιστορία, βλέπουμε πόσο υπόγεια εισχωρεί το κακό και πόσο ο τρόμος γίνεται απόλυτος.
Η σύνδεση μεταξύ τους υπάρχει….μένει μόνο να την ανακαλύψετε!
Πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η πρώτη μου επαφή με τη συγγραφέα!!!