Τον Μαρκ Χάντον όπως όσοι τον γνωρίζουν, τον έμαθα από το «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα». Μια φαινομενικά παιδική ή προ-εφηβική ιστορία, με μια αθωότητα καμιά φορά χιουμοριστική, άλλοτε αλλόκοτη όπως ο αυτιστικός πρωταγωνιστής της, τελικά βουτηγμένη στον κυνισμό. Η συλλογή τούτη ήξερα πως δεν θα έχει τίποτα το χαριτωμένο από την διήγηση του γνωστού του βιβλίου. Κι όμως το ξεκίνησα με μια λαχτάρα σαν να ήξερα τι ακριβώς να περιμένω, παρόλο που ιδέα δεν είχα τι θα γράφει.
Ο εν λόγω κυνισμός του Χάντον εφορμά και χτυπάει τον αναγνώστη από την πρώτη ιστορία, το ωμό, δίχως ίχνος συναισθηματισμού, χρονικό της κατάρρευσης μια προκυμαίας. Καθώς λεπτό προς λεπτό, στην αρχή ερήμην των παραθεριστών ξεκινάει η διάλυση της μεγάλης κατασκευής και συνακολούθως τσακίζεται, διάβαζα με μια άκρως ενοχική απόλαυση, για κόσμο που πνιγόταν, σακατευόταν, πάλευε για τη ζωή του. Μια από τις πιο ενοχλητικές αλλά και πρωτότυπες ιστορίες που έχω διαβάσει, όχι μόνο ηχεί εκκωφαντικά αλλά προλογίζει την συνέχεια του βιβλίου. Γιατί τίποτα καλό δεν συμβαίνει σε τούτες τις ιστορίες. Κι όμως είμαι ενθουσιασμένος. Είμαι σαδιστής; Δεν κρύβω πως τα όποια ψήγματα συμπόνοιάς μου για τους συνανθρώπους μου εκμηδενίζονται όταν διαβάζω, οι χαρακτήρες όσο αληθινοί κι αν φαντάζουν είναι απότοκα φαντασίας και η μοίρα τους αντίκτυπο έχει μόνο στα αγαπημένα τους πρόσωπα, που κι αυτά είναι χάρτινα. Ωστόσο δεν είναι η αναλγησία μου αλλά η γραφή του Χάντον που χαρίζει στιγμές αγνής λογοτεχνικής απόλαυσης. Η ποικιλία της θεματολογίας του, οι χαρακτήρες του, η ευρυμάθεια που αρμονικά δένει τις διηγήσεις του.
Μα δείτε τι καλά θα διαβάσει κανείς εδώ μέσα, πέραν της πρώτης ιστορίας: μια παραλλαγή του μύθου του Μινώταυρου, σκληρή, με τον Χάντον να μεταχειρίζεται άκαρδα την πρωταγωνίστριά του˙ την πρόσκαιρη χαρά που γνωρίζει ένας έγκλειστος, υπέρβαρος νεαρός στο πρόσωπο μιας νεαρής, προβληματικής κοπέλας˙ μια ιστορία που πιθανώς να εντάσσεται άνετα στο ένα από τα τρία και μοναδική είδη ιστοριών που γράφτηκαν, γράφονται και θα γράφονται με παραλλαγές (όπως κάπου, δεν θυμάμαι που, διάβασα πρόσφατα): ένας άντρας γίνεται πιο σοφός. Αφού όμως πρώτα πάρει ένα πάρα πολύ σκληρό μάθημα˙ ένα εξαιρετικό ε.φ. δράμα με την αναπάντεχα ευχάριστη κατάληξή της, την μοναδική σε όλο το βιβλίο˙ μια δυσβάσταχτη επιστροφή στα πάτρια εδάφη, όπου μια γυναίκα καριερίστρια, προσπαθεί να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος της - φυσικά το κάνει άτσαλα και επιφέρει την καταστροφή. Η προτελευταία ιστορία, η αγαπημένη μου στο βιβλίο, είναι μια περιπέτεια εξερεύνησης, γραμμένη στο ύφος των Πόε και Λάβκραφτ, μια ακόμη πτυχή του Χάντον η οποία θα ήταν αρκετή για να κάνει ολόκληρη καριέρα. Μα τι συγγραφέας! Και η τελευταία ιστορία – μα αρκετά είπα. Κι αν δεν έχετε πεισθεί έως τώρα, κακό του κεφαλιού σας.
Σε μια ταινία που είδα το ίδιο βράδυ, λίγες ώρες αφότου τέλειωσα το βιβλίο, αναφέρθηκε ο Ντοστογιέφσκι, ως ο μέγας δάσκαλος της μυθοπλασίας, και ο τρόπος του να μετατρέπει καθημερινούς ανθρώπους σε ήρωες που ήταν το μέγα του όπλο. Ίσως ο Χάντον είναι ο δικός μας, σημερινός Ντοστογιέφσκι, που στα μάτια μου έχει ένα οπλοστάσιο τεράστιο, σύγχρονο εκμεταλλευόμενο την γνώση των όπλων του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι, που φαντάζουν στα μάτια μου σκονισμένα και παρωχημένα. Τέτοιοι συγγραφείς ορίζουν την κλασική λογοτεχνία του αύριο. Αν υπάρξει τέτοια. Και αν χρειαζόμαστε τέτοια, που πολύ αμφιβάλλω. Ο Χάντον έχει χωνέψει και αλέσει ό,τι θεωρείται πως θεμελίωσε την σύγχρονη μυθοπλασία και δίνει κάτι εξαιρετικό. Δίνει μια σπάνιας ποιότητας, ποικιλίας αλλά και σαφώς ορισμένου οράματος, συλλογή.
Ό,τι καλύτερο διάβασα το τελευταίο εξάμηνο.