Το βιβλίο αυτό υπήρξε ο σύντροφος μου εδώ και μερικές ημέρες στα μεσημεριανά μου διαλείμματα. Μια παρέα φίλων - διηγημάτων για 'κεινες τις ώρες που αδειάζουν τα γραφεία κι η ησυχία των άλλων είναι καλόδεχτη, λίγος χρόνος η σκέψη να πάρει το χρόνο της και να λειτουργήσει μέσα στις νόρμες που επιθυμώ.
Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ
Είμαστε τόσο γελοιοπρεπείς, σαν θέλουμε να ξεγελάσουμε την πλήξη μας, να αποδείξουμε πως διαφέρουμε από όλους εκείνους τους πικραμένους που ζουν την κάθε μέρα σε μια γνωστή διαδρομή. Φοβόμουν, ή καλύτερα έτρεμα να γκουγκλάρω τον τίτλο από φόβο πως πράγματι υπήρξε κάτι τέτοιο. Κι όμως υπήρξε. Υπήρξαν εκατομμύρια μόνο που ήταν θεάματα χωρίς να το θελήσουν. Κι αυτό έδινε στα θεάματα ακόμη μεγαλύτεροι αξία. Οι ισχυροί δε βαριούνται τα αποδεικτικά της δύναμης τους κι αν βαρεθούν, αν μετανιώσουν με το πέρας της ζωής, άλλοι θα πάρουν τη θέση τους. Μα αν οι καλλιτέχνες τους κλέβανε την πηγή της ισχύος τους, τη χαρά τη θριαμβευτική, αν ήταν εκείνοι οι θριαμβευτές, οι κλέφτες της αρρωστημένης απόλαυσης;
Ξέρω πως έχει γράψει για Πύργους, Κατσαρίδες και Δίκες, έργα που χαίρουν επευφημιών. Δεν τα έχω διαβάσει. Δε μ’ ενδιαφέρει, το λέω και τώρα, έτσι μετά από 10 σελίδες. Ο Στρίντμπεργκ είχε απόλυτο δίκιο, σκάει σα βόμβα, η τεραστιότητα αυτού του συγγραφέα. Οι ζυμώσεις απ’ το διήγημα, οι αλληλουχίες, τα παράλληλα ενδεχόμενα ελλοχεύουν, συνεχίζουν να γ..νε το μυαλό.
Πόλεμοι έγιναν για την πείνα, πόλεμοι έγιναν από κάποια πείνα. Είχε τόσους λόγους και τόσα παραδείγματα να γράψει κάτι τέτοιο και πήγε ακόμη παραπέρα, ήξερε τη φύση μας. Ήξερε πως θα ‘ρθει ο καιρός που θα θαυμάζουμε μεγάλους καλλιτέχνες, παιδιά που λιμοκτονούν, πασχίζοντας για κάποια προσοχή, για μια αρρωστημένη εκδοχή της, να καμαρώσουν, να εκπροσωπούνται από προαγωγούς – ιμπρεσάριους, να επιβραβεύονται απ’ όλους μας και μόλις η λάμψη χαθεί με το πάτημα του κουμπιού ξεχνιούνται, αλλά η θλίψη – ο κατακερματισμός, το αίσθημα μέσα τους – μέσα μας παραμένει πως μια ψυχή μόνο δε φτάνει, θέλει και κάτι παραπάνω, δυο πόδια ίσως πιο λεπτά από μπράτσο και κάποιοι οικονομούν εκατομμύρια κι ίσως πολλές ευκαιρίες για πόδια ανοιχτά. Για να μπορούν χάρη σε όλα αυτά κάποιοι να κάνουν σχολιασμούς και body control στις παραλίες, για να μπορούμε τα βασιλόπουλα να ξεχνάμε την ψυχή ανάμεσα και να μένουμε σε ένα σώμα λιανό ως δείγμα ωραιότητας.
ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ
Πόσο συνηθισμένος μοιάζω, ίδιος με άλλους. Που είν’ οι προοπτικές μου; Δεν έχω. Αχ και να ‘χα μια τόση δα αρρώστια, μια πληγή. Για να υποφέρω, για να ξεχωρίζω, για να δίνω ενότητα στην οικογένεια μου, να αντλώ ορατά την αγάπη τους. Μα να! Κάτι βλέπω. Ω η δικιά μου πολυαγαπημένη πληγή, κακοφορμίζει, ο πόνος που θα με εξυμνήσει, θα κάνει μπορετή την επιπεδότητα μου. Κοίτα το γιατρό πως κλαίει καθώς τον γδύνουν, θα θυσιαστεί πάνω μου, να με γιάνει με τις σάρκες του, πόσο λυπημένος είναι: θυσίασε κάτι για να ‘ναι εδώ, ‘’μια ψυχοκόρη’’, μα σαν από μηχανής θεός η φούρια των αλόγων, τον γλίτωσε απ’ την απόφαση υπέρ ή κατά του ιερού καθήκοντος του.
ΓΑΛΑΡΙΑ
Κλάμα από ψυχής γι’ αυτό που τρέχει με τα μάτια της παραισθησίας μιας εξιδανικευμένης φαντασίας παράλληλα με τον αληθινό κόσμο και συχνά μας παρασέρνει σε περίεργες ατραπούς που ο αληθινός κόσμος δε φτάνει ποτέ.
ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟ
Είναι τόσο εύκολο να μας φοβίσουν οι μπαμπούλες που μόνοι δημιουργούμε και μόνο εμείς βλέπουμε και να αναλώνουμε τη ζωή μας σε ανοιχτές μόνο για μας πόρτες, αφού βρίσκονται στο δικό μας δρόμο, που αντί να δρασκελίζουμε, μένουμε στα θυρωρεία ώσπου είναι πολύ αργά.
ΕΝΤΕΚΑ ΓΙΟΙ
Η εξαπάτηση για άλλους φαινότυπος και γι’ άλλους εσώψυχα, ενυπάρχει σε όλους μας όπως τα μειονεκτήματα και τα προτερήματα, δικά του, του καθενός. Κι η εξιδανίκευση υπάρχει μόνο μακροσκοπικά, μικροσκοπικά υπάρχει το εγώ και το εσύ που δεν είναι τέλεια, αλλά είναι κοντά, ανθρώπινα κοντά, αρκεί να τ’ αγγίξουμε κι όχι μόνο να τα κοιτάμε και να τα κρίνουμε.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ
‘’Όχι δε γύρευα ελευθερία. Μόνο μια διέξοδο κι ας ήταν απογοήτευση. Να προχωρήσω λοιπόν, να προχωρήσω, μόνο μη μένω ακίνητος΄΄… κι ας σημαίνει αυτό μίμηση και συγχώνευση. Εξημέρωση, μιμητισμός, προσαρμογή, μα όχι ελευθερία. Κι ας πίνω όπως κάθε άλλος, μα έξω απ’ το κλουβί, χωρίς να μου καίνε τη γούνα, ή να μου δίνουν κώνειο να πιω.
ΣΤΗΝ ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΔΙΚΩΝ
Ένοχος μέχρι αποδείξεως της … ενοχής. Ένα εφιαλτικό μηχάνημα. Το τατουάζ του θανάτου. Θα μπορούσε να έχει βγει απ’ το μυαλό κάποιου ναζιστή, ή και οποιουδήποτε από ‘μας ξεκινάει με τη σκέψη να μην επιτρέψει μια απολογία γιατί ξέρει ποιες ‘’δικαιολογίες’’ θ’ ακούσει. Μια ιστορία που δε χρειάζεται καμιά ανάλυση, καμία σύσταση και αποδεικνύει πως ο τρόπος που γενικά είδα να γράφει ο Κάφκα, κάνοντας διαρκείς ελλειπτικούς αγώνες με τον υπαινιγμό και τη σαφήνεια στις πρώτες θέσεις, είναι συνειδητός και έχει στόχο ακριβώς να προβληματίσει και να ερεθίσει το μηχανισμό της σκέψης και αν θέλει μπορεί να γίνει πολύ επεξηγηματικός, τόσο που να παγώσει το αίμα.
Η ΚΡΙΣΗ
Πρόκειται για μια πάρα πολύ ιδιαίτερη ιστορία. Σε ένα πρώτο επίπεδο υπάρχει ένας φίλος σε ένα άλλο μέρος για τον οποίο μαθαίνουμε μόνο όσες πληροφορίες θέλει να μας δώσει ο κεντρικός χαρακτήρας. Ένας φίλος που οι ομοιότητες στη ζωή του με τη δική μου με έτσουξε. Σε ένα άλλο επίπεδο υπάρχει ένας πατέρας που παραγκωνίστηκε με το θάνατο της μητέρας σε ένα ρόλο δευτερεύοντα στη δουλειά και σε κάποιο παράσπιτο. Θυμίζει πολλούς γονιούς που τελικά καταλήγουν παρατημένοι στα γηροκομεία, στο έλεος του οποιουδήποτε κι υπάρχει και μια άλλη ιστορία που τρέχει από κάτω, μια κρίση ταυτότητας του ίδιου του κεντρικού χαρακτήρα με τη ζωή που έχει την άλλη που θα ήθελε να είχε ως ξεριζωμένος, με τον τρόπο που πολλοί απ’ την απέξω νομίζουν πως μπορούν να ονειρεύονται μια αποστειρωμένη ζωή με χίλιες θεωρητικές δυσκολίες και ελάχιστες χαρές μες στην αποξένωση κάπου αλλού που δεν είναι το σπίτι τους και παράλληλα να δρέπουν την ικανοποίηση του πόσο καλή είναι πραγματικά η ζωή τους, μιας άλλης ταυτότητας που είναι ένας φανταστικός φίλος, όπως μεταχειριζόμαστε κάποιες φορές τους εύπλαστους φίλους που δεν είναι ακριβώς φίλοι παρά κάποιο σημείο αναφοράς για την αυτοπροβολή μας. Μια κρίση, που θα μπορούσε να μιλήσει στον καθένα μας για όλους εκείνους τους εαυτούς που ξεδιπλώνει ή ξεγυμνώνει κάθε φορά που θέλει να βγει έξω απ’ το γενικά γνωστό εγώ του, εκείνο που γενικά υποφέρει και που κάποιες στιγμές δεν υποφέρει καθόλου. Ενδεχομένως, να έχω ερμηνεύσει τελείως λάθος τις συνδέσεις και πάλι όμως είναι μια σπουδαία ιστορία που μου μίλησε και ίσως περιμένει ένα δυνατότερο μυαλό να πει την ιστορία της ιστορίας ολοκληρωμένα, στον εαυτό του, ή σε άλλους.
Μια συλλογή διηγημάτων που δεν υπάρχουν λόγια ικανά να υπακούσουν το μυαλό μου και να την περιγράψουν, για τη φθορά μέσα μας, για τις επιλογές μας, για τον κόσμο που είναι παράσταση μας και τον κόσμο που ξεφεύγει απ’ τα ακροδάχτυλα μας ως μέρος του κόσμου που αποτελεί ιδέα κάποιου άλλου και για το όραμα του να ζούμε μαζί σε μια κοινή συνιστώσα που πατούν άνθρωποι κι όχι θεοί που ξέρουν ποιοι είναι και κάθε θυσία και σύμβαση που έχουν κάνει, μα δεν αγνοούν ποτέ τις χειρότερες αρρώστιες που ενυπάρχουν μέσα μας και φορές φορές βγαίνουν έξω κι ίσως είναι προτιμότερο ελεγχόμενα κάποιες να βγαίνουν ώστε ο κόσμος να μη χάνει τα κίνητρα του να γυρίζει κι οι άνθρωποι να έρχονται κοντά, ακόμη κι αν ανάμεσα, ή ειδικά κι αν ανάμεσα στους καλούς βρίσκονται κι οι άλλοι – οι άλλοι – άλλοι κι εμείς – οι άλλοι.
Δεν κρύβω πως το ύφος του μου άσκησε τη γοητεία που μου έχουν ασκήσει με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, ο Λάβκραφτ, ο Στεντάλ,ο Κόνραντ και ο Πόε. Ελλειπτικός, ποτέ μα ποτέ υπερβολικός σε αυτά που γράφονται, αλλά όχι και σ’ εκείνα που εννοούνται, στις διαπιστώσεις που δε λέμε ποτέ δυνατά, στις διαψεύσεις που φανταζόμαστε και που υπάρχουν ακόμη κι αν δεν τις έχουμε δει εκείνη τη φορά. Έχουν δύναμη αυτά τα διηγήματα. Τη διαύγεια της γνώσης που μπορεί να δώσει το βίωμα, η αυτοπαρατήρηση, η αυτάρκεια κι η ανθρωποπαρατήρηση. Κλινική γραφή, αποστειρωμένη, καθόλου συναισθηματική στις προτάσεις που γράφονται και τρικυμιώδης από κάτω, παραμονεύει ο κίνδυνος, η αποκάλυψη, το πλήγωμα. Με λίγα λόγια κι όσο αδόκιμο κι αν είναι: wow!