«Στην αρχή διάβαζα νύχτα μέρα. Μου πέρασε, όμως. Δεν θα 'θελα να είμαι πολύ άδικος με τα βιβλία. Τους χρωστάω ωραίες στιγμές. Μην ξεχνάμε, από τα δέντρα προέρχονται και καμιά φορά το θυμούνται αυτό• μερικές φράσεις κάποιων βιβλίων θροΐζουν σαν τα φύλλα της ακακίας. Αλλά περιμένω πολύ περισσότερα. Μη με ρωτάτε τι περιμένω, έτσι. Δεν θα μπορούσα να σας απαντήσω. Ένα είναι βέβαιο, πώς όλη η γραπτή σοφία του κόσμου δεν μπορεί να κάνει τίποτα για μένα• περιμένω κάτι πιο μεγάλο απ' ό,τι μπορεί να γραφτεί».
.
«Εκείνο που ονομάζω άνοιξη δεν γίνεται δίχως σπαραγμό. Είναι κάτι γλυκό και βίαιο συνάμα. Δεν θα 'πρεπε να μας ξαφνιάζει αυτό το μείγμα. Το ότι μας ξαφνιάζει πάει να πει πως η ζωή μας κάνει να' αποξεχνιόμαστε. Δεν δίνουμε αρκετή προσοχή στα πράγματα. Αν κοιτάζαμε προσεχτικά, αν κοιτάζαμε ψύχραιμα, θα μας αιφνιδίαζε το μεγαλείο της παραμικρότερης μαργαριτούλας: είναι εδώ, μπροστά μας, τόσο χαζούλα και κατακίτρινη. Για να είναι, όμως, εδώ, πρέπει να διέσχισε θανάτους κι ερημιές. Για να είναι εδώ, τόσο λεπτούλα, πρέπει να έδωσε αμείλικτες μάχες. Εκείνο που ονομάζω άνοιξη είναι κάτι της ίδιας κατηγορίας, κάτι που λάμπει σαν μαργαριτούλα ή σαν καταϊδρωμένος παλαιστής. Τίποτα το ήσυχο ή το κερδισμένο εκ των προτέρων.
...
Μια άλλη ένδειξη της άνοιξης, αυτού που εγώ ονομάζω άνοιξη, είναι ότι με το που φτάνει, εμείς νιώθουμε χαμένοι. Νιώθουμε, πώς το λένε να δεις, εκτός τόπου. Φανταστείτε έναν καλεσμένο ο οποίος, απροειδοποίητα, πριν προλάβετε καν να του υποδείξετε πού να καθίσει, στρογγυλοκάθεται στην αγαπημένη σας καρέκλα. Όλοι μας έχουμε κάποια αγαπημένη καρέκλα. Προς στιγμήν, νιώθετε ελαφρά δυσαρέσκεια. Όμως, σύντομα έρχεται η φρεσκάδα. Σχεδόν τίποτα δεν άλλαξε, όμως αυτό το "σχεδόν τίποτα" τα κάνει όλα αλλιώτικα. Παίρνετε μιαν άλλη από τη συνηθισμένη καρέκλα κι έχετε μπροστά σας ένα άλλο τοπίο• ναι, εξακολουθείτε να είστε στο σπίτι σας, αλλά είστε εκεί με τον καλύτερο τρόπο: περαστικοί. Παίρνουμε εύκολα ως δεδομένο ό,τι κατέχουμε. Δόξα τω Θεώ, η άνοιξη έρχεται καμιά φορά να τα ξανακάνει άνω κάτω όλ' αυτά, κι ανακαλύπτουμε ότι δεν είχαμε ποτέ τίποτα δικό μας, και η ανακάλυψη αυτή είναι ό,τι πιο ευφρόσυνο γνωρίζω».