Ο Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε ιατρική. Το 2004 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Η αλητεία του αίματος". Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, γερμανικά, αγγλικά, βουλγάρικα και σέρβικα.
Ο κύβος ρούμπικ, είναι ένα παιχνίδι, μια σπαζοκεφαλιά. Στο ωραίο του βιβλίο ο Γιάννης φτιάχνει μια ποιητική σύνθεση τεράτων, ώστε να μιλήσει για το κουβάρι εκείνο που είναι ο έρωτας, η πολιτική, ο εαυτός μας ο ίδιος. Το βιβλίο είναι απαιτητικό νοηματικά, προυποθέτει να γνωρίζεις τον μύθο των τρομαχτικών, συνήθως κινηματογραφικών, τεράτων που είναι οι αφορμές να γραφτούν τα ποιήματα αυτά που συχνά γίνονται στοχαστικά .
Κύκλωπας-Δράκουλας-Μέδουσα-Φρανκενστάιν-Νύφη του Φρανκενστάιν-Μινώταυρος-Γοργόνα-Σειρήνα-Μονόκερος-Σφίγγα-Κέρβερος-Λυκάνθρωπος-ο αόρατος άνθρωπος- Δράκος και τελικά ο ίδιος ο Στίγκας.
Του δίνεται έτσι η δυνατότητα να μιλήσει για την προδοσία (Κύκλωπας), να ειρωνευτεί την ερωτική δίψα που μυθοποιείται (Δράκουλας), να μιλήσει για την παγωμένη σαν από το βλέμμα της Μέδουσας Ελλάδα που μυθοποίησε τον αγώνα του Πολυτεχνείου (Μέδουσα), να δώσει μια εικόνα για τα διαφορετικά και παρεξηγημένα παιδιά, αυτά που τα γέννησαν οι γονείς τους και τα άφησαν εκτεθειμένα, χωρίς καν δικό τους όνομα, με μια τρομερή εσωτερική αντίφαση, σαν εμφύλιο (Φρανκενστάιν), να υποδείξει πως ο σωστός δρόμος έρχεται από τον ίδιο μας τον εαυτό, αν ακολουθήσουμε την ολόδικη μας κλωστή που βγαίνει απο τη μύτη μας (Μινώταυρος), να αποτυπώσει το προδιαγεγραμμένο μέλλον της νεότητας πνιγμένο μέσα στην ερωτική και κοινωνική σύμβαση (Γοργόνα) να γράψει τελικά για τον ίδιο του το πέος και τις ορέξεις του (Σειρήνα) να φτύσει κατάμουτρα την εργασιακή υποδούλωση και την κοινωνική απάθεια (Μονόκερος) να απευθύνει σκληρά και αυτοσαρκαστικά ερωτήματα στον εαυτό του (Σφίγγα) να μιλήσει για αυτά που συγκρατούν τα πλήθη και την τρομαχτική βεβαιότητα του θανάτου, ενώ συμβαίνει η ίδια η ζωή να αλητεύει και να αμφισβητεί αυτή την επιτήρηση (Κέρβερος) να φωτίσει τους μοναχικούς ανθρώπους που νιώθουν αόρατοι (ο αόρατος άνθρωπος) να παραδεχτεί τον φόβο του χρόνου αλλά και να τον σβήσει με την παρουσία των αγαπημένων του οικογενειακών προσώπων (Δράκος) να φέρει την ανατροπή όλης της Αθήνας (dr. Στίγκας)
ενδεικτικοί στίχοι: "Με το χέρι κρατάω σταυρό/ γιατι μπαίνω σε ποίημα" 10
"Μα ωστόσο η μοναξιά-/ που δυο χαλίκια δεν ενώνονται ποτέ/ και τα βουνά μια μέρα θα μας γίνουνε χαλίκια" 12
"να με τραντάζει ο βήχας/ να φτύνω κάτι κέρατα: / ότι είμαι πια τριάντα εφτά/ δεν έχω καταλάβει καν/ το πιο μικρό μου δάχτυλο" 18
"οι περισσότεροι έχουν πια πεταλωθεί/ και κάνουν χαμαλίκια" 27
"είναι πολλοί/ που χρόνια αναβοσβήνουν σαν αλάρμ/ μπας και τους δει ένας χριστιανός/ ή έστω ένας γερανός της οδικής βοήθειας" 36
Ο Γιάννης είναι αυστηρότατος με τη στιχουργική του και φυσικά εξαιρετικός ποιητής.