<< Έρχεται και με τα χρόνια, καθώς αποκτάς όλο και περισσότερο παρελθόν, το οποίο κάθεσαι και αναπολείς. Αρχίζεις να ενδιαφέρεσαι για την καταγωγή σου >>
<< έγειρε και κόλλησε γρήγορα τα χείλη της στο στόμα του – ένα ζεστό φιλί μες στο κρύο >>
<< Δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να εκπέμπει τόση ζεστασιά και θαλπωρή όσο ένα παιδικό δωμάτιο >>
<< Όμως η ενέργεια των παιδιών θα εξαφανιζόταν με την πάροδο του χρόνου, θα γερνούσαν και τα πρόσωπα τους θα έχαναν τη φρεσκάδα τους και θα γέμιζαν βαθουλώματα. Πίσω από αυτά τα χαρούμενα προσωπάκια βρίσκονται χλωμά κρανία με άδειες κόγχες. Κούνησε το κεφάλι του για ν’ αποδιώξει τη σκέψη >>
<< Τα κύματα ήταν σαν αργές ανάσες μες στο σκοτάδι απόψε. Σαν την Κατρίνε όταν έκαναν έρωτα – τον τραβούσε πάνω της στο κρεβάτι, κρατώντας τον σφιχτά και ανασαίνοντας στο αυτί του. Ήταν πιο δυνατή από εκείνον >>
Ο τρόπος που ο συγγραφέας αποτυπώνει την αλληλουχία σκέψεων – συναισθημάτων που σα δίνη περνούν για τη φθαρτή φύση των πολύ δικών μας ανθρώπων, μόλις για πρώτη φορά έρθουμε αντιμέτωποι με το νεκρό σώμα, ενός άλλου ανθρώπου που αγαπήσαμε – αυτή η αδυσώπητα ορμητική, ψυχαναγκαστική δύναμη που πρέπει να σφίξεις τα μάτια για να φύγει η σκέψη πως απέναντι σου δεν βρίσκονται άνθρωποι αιώνιοι, η σάρκα λιώνει κάθε στιγμή, τα οστά σπάνε, τα μάτια χάνονται, προκαλεί αμηχανία με τη γνησιότητα της, όση αμηχανία προκαλεί κι η αυθεντικότητα του ανθρώπου που μαζί με τον αγαπημένο του χάνει ένα μέρος απ’ το κουράγιο του να συνεχίσει, ενώ την ίδια στιγμή τίποτα δε σταματά, καμιά ανιαρή κι ανίερη γραφειοκρατία και ίσως ακριβώς γι’ αυτό νομιμοποιείται η κανονικότητα της, γιατί γίνεται η επίθεση που χρειαζόμαστε.
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ένα πολύ δυνατό ‘’τρικ’’ που καταφέρνει όχι μόνο να μας γεμίσει συμπόνια, αλλά να προκαλέσει και αμηχανία – αν όχι δυσφορία, όταν ηθελημένα ή μη, μπαίνουμε στη θέση του Γιοακίμ: λείπει σε ταξίδι, μαθαίνει ενώ διασχίζει δρόμους με ένα βαρυφορτωμένο όχημα και μεγάλη ταχύτητα, τη νύχτα, πως πέθανε η κόρη του, αντιμετωπίζει στη σιωπή και στην αναγκασμένη αυτάρκεια, ένα πόνο που εμπεριέχει όσα μπορούμε να καταλάβουμε κι όλα εκείνα που μπορεί να μάθουμε αργότερα ή όχι και φτάνοντας συναντά την κόρη του ολοζώντανη κι αγουροξυπνημένη και το στήριγμα του, το αποκούμπι, τη γυναίκα που ήθελε να στηρίξει και να στηριχτεί, νεκρή. Μια απώλεια που πέθανε νωρίς αντικαθίσταται από μια απώλεια που δε γεννήθηκε ακόμα.
<< Κάθε φορά που την ξεχνούσε – ακόμα και για ένα μόνο λεπτό – ο πόνος ξαναγυρνούσε αδυσώπητα μόλις ξαναθυμόταν ξαφνικά ότι η γυναίκα του δε ζούσε πια. Για τον λόγο αυτό προσπαθούσε να την κρατά στον λογισμό του όλη την ώρα – έχοντας τη διαρκώς παρούσα στη σκέψη του, ακριβώς στο όριο μετά το οποίο άρχιζε ο πόνος της απώλειας >>
Αναμφίβολα, πρόκειται για ένα πολύ ικανό διαχειριστή του χρόνου και των λέξεων που χρησιμοποιεί και πολύ καλό σκηνογράφο κι αρκετά καλό σκηνοθέτη. Αισθανόμουν πως οι χαρακτήρες, το σπίτι, η ατμόσφαιρα ήταν απτά. Σε κάποια σημεία είχα την αίσθηση πως με ανάγκαζε να αντιληφθώ τους ανθρώπους και τα αντικείμενα, όπως ίσως αντιλαμβανόταν αυτό που μετά θα απεικόνιζε, ο Άλβαρ Άαλτο. Τα ‘’τρικ’’ του δεν είναι φτηνιάρικα, ούτε προκάτ, ή έστω σε οσμή, κονσερβαρισμένα.
Όμως σε ορισμένα σημεία γίνεται παντελώς άοσμος και αυτά –ευτυχώς- δεν είναι σε επίπεδο διαπροσωπικών αλληλεπιδράσεων κι αισθημάτων απώλειας, ή, πόνου. Μάλλον φλέρταρε περισσότερο απ’ όσο ίσως κατάλαβε κι ο ίδιος με την ιδέα του κοινωνικού μυθιστορήματος. Αδίκως δεν το προχώρησε έτσι. Όχι πως είναι κακό μυστηριάκι, κάθε άλλο. Ορισμένως μόνο, άοσμο και κάπως λιγότερο, άχρωμο, ή αν όχι άχρωμο, ‘’αραιό’’.
<< - Μου τηλεφώνησε η κόρη μου χτες βράδυ, είπε μία από τις ηλικιωμένες γυναίκες στον καναπέ.
- Αλήθεια και τι σου είπε;
- Ήθελε να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα.
- Να ξεκαθαρίσετε τα πράγματα;
- Ναι. Μια και καλή. Λέει ότι ποτέ μου δεν τη στήριξα. ‘’Μόνο τον εαυτό σου και τον μπαμπά σκεφτόσουν. Συνέχεια! Εμείς τα παιδιά ερχόμασταν πάντα σε δεύτερη μοίρα’’
- Τα ίδια λέει κι ο γιος μου. Αν και για ‘κεινον ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Μου τηλεφωνεί κάθε χρόνο πριν από τα Χριστούγεννα για να μου παραπονεθεί και να μου πει ότι τον έπνιξα με την αγάπη μου. Του κατέστρεψα τα παιδικά του χρόνια, έτσι λέει >>
<< - Συχνά βρίσκαμε παλιά κομμάτια, τα οποία μετά αναπαλαιώναμε.
- Καλή προσέγγιση. Σπάνια εκτιμά ο κόσμος τα υπάρχοντα του. Δεν επιδιορθώνει ό,τι σπάει – απλώς το πετάει. Το ν’ αγοράζεις έχει σημασία, όχι να προσέχεις ό,τι έχεις >>
<< Οι νεκροί βγήκαν απ’ τον τυρφώνα… πάρα πολλοί, με άρπαζαν, με νύχιαζαν, με τραβούσαν… κι ήταν τόσο παγωμένοι… τόσο παγωμένοι. Θέλανε τη ζεστασιά μου >>
<< οι συνήθειες είναι το πιο δύσκολο πράγμα να σπάσεις, δεν πα να είναι φριχτές >>
<< - Τα πήρε όλα όλα;
- Έχω μερικά αναμνηστικά, αλλά ο Ράγναρ πήρε όλα τα λεφτά. Πιθανώς θεωρούσε ότι ήταν καλύτερος στα να τα φυλάει.
- Κι εσύ δε μπορούσες να κάνεις κάτι;
- Να του κάνω μήνυση εννοείς; Δεν φερόμαστε έτσι εμείς στο νησί. Προτιμάμε να γίνουμε εχθροί. Ακόμα και τ΄ αδέλφια μερικές φορές >>
Μόνο στα κακά βιβλία υπάρχει αποτυπωμένος ο σωστός τρόπος να πεις αντίο κι αυτό δεν είναι ένα κακό βιβλίο…
Είναι ένα πολύ τίμιο βιβλίο που τελειώνει μ’ έναν ήρεμο, μεθοδικό τρόπο στη σελ. 528 και μετά ακολουθούν τα τελευταία λόγια της Κατρίνε, ακούγεται επιτέλους η δική της φωνή, συνακόλουθη με όσα διηγούνται για τη ζωή και τις πράξεις της. Μια απομυθοποίηση που την ίδια στιγμή απογυμνώνει και απογειώνει.
3,5