Ο Νικήτας οδηγός φορτηγού σε εταιρεία ειδών γάμου και βαπτίσεων, επιστρέφει από την καλοκαιρινή του άδεια και βρίσκει τη φίλη του, καθηγήτρια σε φροντιστήριο γερμανικών νεκρή, χωρίς απολύτως καμμιά προφανή εξήγηση. Ζαλισμένος θα τραβήξει το πρώτο νήμα που θα βρεθεί μπροστά του και σιγά σιγά θα αρχίσει να ξετυλίγεται ένα κουβάρι με μπλεγμένους το αφεντικό του, τοκογλύφους, μπράβους, εμπόρους ναρκωτικών, μπράβους, πολιτική και αστυνομική κάλυψη. Ο Νικήτας, αδιαφορώντας για τις όποιες συνέπειες, αποφασίζει να τραβήξει το νήμα και να ξετυλίξει αυτό το κουβάρι με τον μόνο τρόπο που ξέρει: κάνοντάς τα όλα πουτάνα.
Δεν έχω ξαναδιαβάσει τέτοιου είδους βιβλίο, αλλά ήταν καλή περίπτωση. Σε κρατάει, το διαβάζεις γρήγορα. Γραμμική εξέλιξη, σε μια όχι και τόσο πρωτότυπη ιστορία, αλλά είναι πολύ ωραίος ο τρόπος που έχει εφαρμοστεί σε μια ξεκάθαρα ελληνική πραγματικότητα. Ταξιδεύεις μαζί με τον αναγνώστη σε γνωστά μέρη της Αθήνας και κατανοείς τις κινήσεις του. Ωμό, οργισμένο, αλλά ζωντανό, αληθινό. Προσωπικά δεν τον πολυσυμπάθησα τον Νικήτα, αλλά έκανε αυτό που υπόσχεται το οπισθόφυλλο. Πουτάνα όλα.
Το είχα σταμπάρει το βιβλιό εδώ και καιρό, το είχα ψάξει στην Πολιτεία χωρίς επιτυχία - εξαντλημένο γαρ - και τελικά το βρήκα σε μια από τις ωραιότατες εκδηλώσεις του Red n Noir και της ΕΛΣΑΛ, τον περασμένο μήνα.
Η επιθυμία μου, είχε να κάνει περισσότερο με το οπισθόφυλλο - όπου ο συγγραφές υπόσχεται ότι ο ήρωάς του θα «τα κάνει όλα πουτάνα» - και πράγματι, αυτό είναι που συμβαίνει στις σελίδες του βιβλίου.
Λοιπόν λοιπόν, αν το διάβαζα πριν από καμια 10αριά χρόνια, θα του έβαζα 5άρι χωρίς περιστροφές. Σήμερα όμως, υπάρχουν κάποια πράγματα που μου χτυπάνε: - η χρήση της γλώσσας θα μπορούσε να είναι καλύτερη - το ύφος θα μπορούσε να είναι περισσότερο ώριμο (με την έννοια του ότι ο συγγραφέας περισσότερο χαρακτηρίζει ''λέγοντας'' παρά ''δείχοντας'' τους κακούς προϊσταμένους / γλύφτες συναδέλφους /στημένους μπάτσους/ κοκορόμυαλους φασίστες ) - οι ευκολίες της πλοκής θα μπορούσαν να είναι λιγότερες (με την έννοια ότι δεν πείθει ένας ήρωας που σκοτώνει συνέχεια χωρίς να τον πάρει κανένας πρέφα για τόσες μέρες) - ο ήρωας θα μπορούσε να μην γαμάει -κυριολεκτικά και μεταφορικά - τόσο πολύ (με δεδομένο ότι όλα ξεκινούν από τον τραγικό χαμό της κοπέλας του).
Αν εξαιρέσουμε αυτά, το πρόσημο είναι βεβαίως θετικό. οι μουσικές είναι γαμάτες, το αίμα ρέει άφθονο, και οι σκοποί του συγγραφέα είναι οι αγνότεροι των σκοπών - και τους ενστερνίζομαι 100%. Ποιος δεν διασκεδάζει άλλωστε με τους αντιήρωες που τρελαίνονται, που παίρνουν το νόμο στα χέρια τους, που δολοφονούν φασίστες?
Μια πολύ ενδιαφέρουσα προσπάθεια για ένα ελληνικό σκληρό αστυνομικό χωρίς (φυσικά) αστυνομία, με πολύ ξύλο και αίμα και μ έναν ήρωα που από ήσυχος κακοπληρωμένος υπάλληλος μεταμορφώνεται σε ψυχρό εκδικητή. Πραγματική όαση στην έρημο των δήθεν ψαγμένων, δασκαλιστικων, ανευρων ιστοριών τύπου Μάρκαρη και Μαρτινίδη.
Σκληρό, δυνατό και ολίγον σπαστικό. Ο Νικήτας, οδηγός φορτηγού εγκλωβισμένος σε μια μικροαστική ζωή με λιγοστές ανάσες, βρίσκει τη γυναίκα του δολοφονημένη από σφαίρα. Το πρώτο σοκ τον αδρανοποιεί και καθώς προσπαθεί να βρει μια άκρη μεταμορφώνεται σε μια κυνική μηχανή που διαλύει τα πάντα στο πέρασμά του. Μου θύμισε τα παλιά καλά pulp μυθιστορήματα, μην έχοντας όμως τόσο ξεκάθαρους ή δυνατούς χαρακτήρες που σου εντυπώνονται. Ένα μουσικό φόντο στήνονταν σε κάθε κεφάλαιο που βοηθούσε να βυθιστείς στο βιβλίο. Οι πολιτικές προεκτάσεις μου φάνηκαν λίγο ρηχές και κλισέ.
Bottom-line: Ένα αρκετά αξιόλογο βιβλίο με πολλή βία που το συνιστώ ανεπιφύλακτα.
Πέρασα καλά διαβάζοντας αυτό το βρωμερό (λόγω τσιγαρίλας και παρατημένων κουτιών μπύρας) μυθιστόρημα που θυμίζει λίγο Νικολαΐδη (όχι το Ντέμη), αλλά πάντως κατούρα και λίγο ρε μεγάλε!