Ο αφηγητής βρίσκει καταφύγιο στο Παρίσι προκειμένου να αποφύγει μια πλεκτάνη που έχει στηθεί σε βάρος του, η αποκορύφωση της οποίας μοιάζει να είναι ο θάνατος του Ναρκωμένου, ενός νεαρού που νοσηλευόταν στον Οργανισμό. Στις μέρες που ακολουθούν, ο αφηγητής θα προσπαθήσει να οργανώσει τα γεγονότα που προηγήθηκαν, κυρίως με τη μορφή μιας απολογίας. Αυτή του η προσπάθεια όμως θα αποδειχτεί κάθε άλλο παρά εύκολη.
Έκτοτε, όπότε συνειδητοποιώ πως βλέπω αυτή τη μουτζούρα, αυτή τη σύγχυση, αυτή την κατάσταση όπου όλα συνυπάρχουν και τίποτα δε μοιάζει να υπάρχει, επαναλαμβάνω την ίδια σκέψη. Αυτό είσαι, λέω στον εαυτό μου, αυτό είσαι, δεν βγαίνει άκρη.
👖 Νομίζω πως φοβάμαι γενικότερα' φοβάμαι αόριστα, φοβάμαι πως κάποιος θα με βρει, φοβάμαι πως κάποιο μάτι με βλέπει κάποιο Μάτι βλέπει οτιδήποτε κάνω, φοβάμαι πως ο Ματ με βλέπει, φοβάμαι από πως ο Ματ με έχει εντοπίσει. Φοβάμαι τη Χριστίνα επίσης, με τρόμαξε πολύ η Χριστίνα. Φοβάμαι πως θα κατέβω και την ώρα που θα πλησιάζω το υποτιθέμενο σημείο της κραυγής, ένας φακός, ένα φώς από ένα φακό, θα μου τυφλώσει τα μάτια. Ώστε εδώ είσαι λοιπόν, θα πει μία φωνή.