Η Μετανάστις δημοσιεύεται πρώτη φορά στην εφημερίδα "Νεολόγος" της Κωνσταντινουπόλεως σε συνέχειες, στο διάστημα από 23 [Αυγούστου] / 4 Σεπτεμβρίου 1879 έως 22 [Δεκεμβρίου] / 3 Ιανουαρίου 1880 και φέρει την υπογραφή Α. Πδ.
Στο προεξαγγελτικό σημείωμα του "Νεολόγου" η Μετανάστις φέρεται να ανήκει "εις το ιστορικόν είδος της μυθιστοριογραφίας". Στον μικρό πρόλογο, τον οποίο παραθέτει πριν την έναρξη της αφηγήσεως ο συγγραφέας, μαθαίνουμε ότι αφορμή της συγγραφής είναι: "Ό τελευταίος ενσκήψας έν Αστραχάν λοιμός" και οι φόβοι που γεννήθηκαν στο άκουσμα του σε όλη την Ευρώπη. Ο συγγραφέας αναμιμνήσκεται τον τρομερό λοιμό, την επιδημία της πανούκλας του 1720, στη Μασσαλία.
Μέσα σε αυτό το περίγραμμα υφαίνεται η πλοκή μιας σφοδρής ερωτικής περιπέτειας. Η Μετανάστις είναι ένα μυθιστόρημα ερωτικό κι όχι ιστορικό, όπως διατείνεται στην προαγγελία του ο "Νεολόγος". Μάλιστα, έχουμε να κάνουμε μ' ερωτικό δράμα, στο οποίο μέσα από τις συμπεριφορές, τις πράξεις και τη στάση των ανθρώπων, ανατέμνεται το αμέτρητο βάθος και η τραγική αντιφατικότητα της ανθρώπινης ιδιοτέλειας. Μ' άλλα λόγια, αποκαλύπτεται η ατέλεια και η αδυναμία της ανθρώπινης φύσης.
Οι άνθρωποι στον Παπαδιαμάντη είναι αληθινοί, με σάρκα και οστά, κι όχι μαριονέτες ή καρτούν. Πονούν, υποφέρουν, χαίρονται πρόσκαιρα εγκλωβισμένοι στην εγωπάθεια της σάρκας..."
(Από το προλογικό κείμενο "Ο φθαρτός και ο θείος έρως" του Δημήτρη Κοσμόπουλου.)
Alexandros Papadiamantis (Greek: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) was an influential Greek novelist and short-story writer. He was born in Greece, on the island of Skiathos, in the western part of the Aegean Sea. The island would figure prominently in his work. His father was a priest. He moved to Athens as a young man to complete his high school studies, and enrolled in the philosophy faculty of Athens University, but never completed his studies. He returned to his native island in later life, and died there. He supported himself by writing throughout his adult life, anything from journalism and short stories to several serialized novels. From a certain point onwards he had become very popular, and newspapers and magazines vied for his writings, offering him substantial fees. Papadiamantis did not care for money, and would often ask for lower fees if he thought they were unfairly high; furthermore he spent his money carelessly and took no care of his clothing and appearance. He never married, and was known to be a recluse, whose only true cares were observing and writing about the life of the poor, and chanting at church: he was referred to as "kosmokalogeros" (κοσμοκαλόγερος, "a monk in the world"). He died of pneumonia.
‘’Ἡ Μασσαλία ἐσάλευε μεταξὺ πτωμάτων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν καὶ θολεροῦ ἀτμοῦ ἀναβαίνοντος εἰς τὸν αἰθέρα..’’ Αποφάσισα να διαβάσω Παπαδιαμάντη γιατί στο σχολείο δεν μου άρεσε καθόλου η Φόνισσα αλλά όλοι λένε πως είναι πολύ κάλο. Τα βιβλία του ήταν φτηνά και είπα να πάρω και αυτό που έχει και ωραίο εξώφυλλο. Ξεκίνησε πολλή μακάβριο και λέω όπα εδώ ήμαστε αλλά στην συνέχεια ψιλοβαρεθηκα. Rude. 2.5
Η Μετανάστις εκδόθηκε το 1879 και είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη, εξ ου και το πρώτο πράγμα που θα εντοπίσει ο αναγνώστης είναι ότι η χαρακτηριστική γραφή του είναι ακόμα σε πρώιμο στάδιο και δεν έχει πάρει ακόμα την τελική της μορφή, δηλαδή δεν υπάρχει ακόμα αυτός ο συνδυασμός καθαρεύουσας στις περιγραφές και δημοτικής στους διαλόγους, αντ' αυτού το όλο κείμενο είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα.
Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε δύο μέρη, το πρώτο εξελίσσεται στην Μασσαλία του 1720, κατά την διάρκεια της επιδημίας πανούκλας, και κατόπιν εν πλω προς Σμύρνη· ενώ το δεύτερο λίγους μήνες αργότερα, στην Σμύρνη πλέον. Παρ' όλα αυτά το ιστορικό πλαίσιο θα μπορούσε πολύ εύκολα να είναι σύγχρονο του Παπαδιαμάντη καθώς δεν επικεντρώνεται καθόλου στο που, αλλά ούτε και στο πότε, μιας και δεν επηρεάζουν με κάποιο τρόπο την υπόθεση, οπότε και χρησιμοποιούνται για να επισημάνουν ότι τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά παραμένουν τα ίδια ανεξαρτήτως γεωγραφικού μήκους ή χρονικής περιόδου.
Πέραν τούτου τα υπόλοιπα είναι περίπου όπως θα τα περίμενε κάποιος ο οποίος έχει διαβάσει έστω και ένα μονάχα διήγημα του. Δηλαδή στο κέντρο είναι ο άνθρωπος με τα πάθη και λάθη του. Αν μπορώ να πω ότι εντόπισα κάτι αρνητικό είναι ότι παρ’ όλο που ως μυθιστόρημα δεν είναι μεγάλο τελικά φαίνεται, σε κάποια σημεία, ότι τραβάει περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Υπάρχουν περιγραφές, διάφορες σκηνές, οι οποίες κάλλιστα θα μπορούσαν να λείπουν και δεν θα είχε κάποια διαφορά ούτε στην υπόθεση αλλά ούτε και στην ψυχογραφία των ηρώων του. Τέλος, σίγουρα δεν πρόκειται για κάποιο από τα αριστουργήματα της Ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά αν τυχόν πέσει στα χέρια σας δεν θα είναι κακό να του δώσετε μια ευκαιρία.
Μασσαλία, πανούκλα, νεκροταφεία. Μετά λιμάνι, στο πλοίο, μια γεωγραφική λοξοδρόμηση, και κατάληξη στην Σμύρνη. Ο έρωτας. Ο πόνος, η ελπίδα η απογοήτευση. Οι συκοφαντίες και το κακόβουλο κουτσομπολιό.
Η Μαρίνα. Την ερωτεύτηκα.
Όπως κάθε βιβλίο του Παπαδιαμάντη έτσι και Η Μετανάστις ήταν για μένα μια … ιδιαίτερη … αναγνωστική εμπειρία. Interesting όπως θα έλεγα κινυκά με ένα φρύδι ανεβασμένο. Κυρίως λόγω της γλώσσας. Η καθαρεύουσα λειτουργεί διττά. Από τη μία, δίνει έναν αέρα εποχής και κύρους στο έργο, με τον πλούτο των λέξεων να δημιουργεί μια λογοτεχνική εμπειρία που μοιάζει με κλασικό πίνακα ζωγραφικής. Από την άλλη, δυσκολεύει την ανάγνωση. Όχι τόσο επειδή δεν κατανοώ όλες τις λέξεις (συμβαίνει και αυτό), αλλά επειδή απαιτείται συγκέντρωση και επιμονή για να παρακολουθήσεις το ύφος και την αφήγηση. Η ίδια η γλώσσα μοιάζει να ζητά από τον αναγνώστη να σταματήσει και να στοχαστεί ή να αναρωτηθεί, κάτι που καθυστερεί τη φυσική ροή της ανάγνωσης. Δεν θεωρώ ότι η αργή ανάγνωση είναι απαραίτητα αρνητική. Μάλλον πρόκειται για μια αναγνωστική πρόκληση, που με έβαλε στη διαδικασία να εκτιμήσω περισσότερο τη δεξιοτεχνία του Παπαδιαμάντη και την πολυπλοκότητα της γραφής του.
Το βιβλίο συνδυάζει αρχικά στοιχεία περιπέτειας (θυμίζει το ύφος τους Εμπόρους) και μετά ερωτικής ιστορίας, ενώ διανθίζεται με τον μεταφυσικό λυρισμό του συγγραφέα. Η ιστορία ξεκινά στη Μασσαλία, όπου η ηρωίδα, η Μαρίνα, χάνει τους γονείς της από την πανούκλα. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια του πλοιάρχου Βίλλιου και του γιου του Ζέννου, επιστρέφει στη Σμύρνη, όπου ο έρωτας της με τον Ζέννο δοκιμάζεται από συκοφαντίες και ανθρώπινες μηχανορραφίες. Αδικεί ο Ζέννος την Μαρίνα. Το τέλος της Μαρίνας, τραγικό και μεταφυσικό, προσδίδει στο έργο την αίσθηση του αναπόφευκτου και του πεπρωμένου. Το κατάλαβε ο Ζέννος, αλλά too little too late.
Δεν θυμάμαι πως έπεσε στα χέρια μου αυτό το βιβλίο. Όταν το διάβαζα πίστευα οτι θα δυσκολευτώ γιατί μέχρι τότε δεν είχα διαβάσει πολλά βιβλία γενικά και ήταν το πρώτο που διάβαζα του Παπαδιαμάντη. Τελικά το διάβασα μια χαρά η ιστορία του μου άρεσε και το διάβασα ευκολα χωρίς να βαρεθώ πολύ.
Η ιστορία μάς μεταφέρει στην αγαπημένη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη, όπου η φτώχεια και η ανάγκη ωθούν τους ανθρώπους στη μετανάστευση. Κεντρικό πρόσωπο είναι μια γυναίκα, η Αχτίτσα, η οποία ετοιμάζεται να φύγει για την Αμερική, αφήνοντας πίσω της τον άντρα της και τα παιδιά της, με την ελπίδα ενός καλύτερου αύριο. Το ταξίδι όμως, και κυρίως ο αποχωρισμός, είναι γεμάτος πόνο, δάκρυα και μια βαθιά αίσθηση αδικίας. Το διήγημα είναι μια σπαρακτική ματιά στο δράμα της ξενιτιάς και τις θυσίες που κάνει ο άνθρωπος για την επιβίωση. Ο Παπαδιαμάντης, με τη "Μετανάστρια", δεν κάνει απλά μια περιγραφή ενός ταξιδιού. Θέλει να μας πει ότι η μετανάστευση είναι μια πληγή, ένα αναγκαίο κακό που ξεριζώνει ψυχές από τον τόπο τους. Το νόημα του βιβλίου είναι μια διαχρονική κραυγή ενάντια στη φτώχεια και την ανάγκη, που αναγκάζουν τους ανθρώπους να αφήνουν πίσω τους την πατρίδα και τους αγαπημένους τους. Μας μιλάει για την ελπίδα που γεννιέται μέσα από τον πόνο, αλλά και για τη μελαγχολία που συνοδεύει κάθε τέτοιο βήμα. Το ύφος γραφής είναι το κλασικό, αξεπέραστο ύφος του Παπαδιαμάντη: πλούσιο, μελωδικό, με έντονη χρήση της καθαρεύουσας και του ντόπιου ιδιώματος. Η γλώσσα του ρέει σαν τα κύματα της θάλασσας, γεμάτη εικόνες, αισθήματα και έναν ελαφρύ θρησκευτικό τόνο. Είναι μια γραφή που απαιτεί προσοχή, αλλά ανταμείβει τον αναγνώστη με την ομορφιά και το βάθος της, δημιουργώντας μια μοναδική ατμόσφαιρα. Οι χαρακτήρες του διηγήματος είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι της Σκιάθου: ψαράδες, αγρότες, γυναίκες που παλεύουν με τη φτώχεια. Είναι όλοι τους αληθινοί, με τα προβλήματά τους, τις ελπίδες τους και τον πόνο τους, κάνοντάς μας να ταυτιστούμε αμέσως με το δράμα τους. Προσωπικά, το βρήκα κάπως δύσβατο στο διάβασμα, κυρίως λόγω της καθαρεύουσας και του αργού ρυθμού. Είναι ένα βιβλίο που το διαβάζεις με σεβασμό, αλλά η γλώσσα του δυσκολεύει πολύ την ανάγνωση και χάνεται λίγο η αμεσότητα του μηνύματος . Είναι ένα βιβλίο που έχει τη δική του ξεχωριστή γοητεία, αλλά δεν είναι για όλους.
Υπέροχη ατμόσφαιρα, ποιητικές εκφράσεις, γλώσσα μαγευτική. Η έκπληξη για μένα ήταν η ικανότητα του συγγραφέα να προσθέσει και σασπένς σε κάποια σημεία της πλοκής. Πραγματικά δεν το περίμενα. Ο Π. θα αποτελεί για μένα -καθ' ��πόδειξη άλλωστε και του Ποιητή- σημείο αναφοράς.