Θα μπορούσε κανεις να χαρακτηρίσει αυτό το έργο το opus magnum του Γιανναρά. Γραμμένο και πρωτοδημοσιευμένο το 1970, επανεκδόθηκε πέρυσι και ‘φιλοδοξεί’ να αποτελέσει τρίπτυχο, σύμφωνα με τον πρόλογο του συγγραφέα στην παρούσα έκδοση, με το ‘Είναι και ο Χρόνος‘ του Heidegger και το ‘Το Είναι και το Μηδέν’ του Sartre. Το ερώτημα που πραγματεύεται είναι το οντολογικό. Τι είναι το Είναι; Τι σημαίνει ότι κάτι/κάποιος υπάρχει; Και σε ένα επόμενο επίπεδο: ποιά είναι η αιτία και ο σκοπός της Ύπαρξης; Θα μπορούσα να συνοψίσω, με τον υπαρκτό κίνδυνο να υπεραπλουστεύσω το περιεχόμενο του έργου με το ακόλουθο παράδειγμα: Ένας φίλος σας σάς λέει ότι υπάρχει κάποιος που λέγεται Πέτρος (δανείζομαι τυχαία το όνομα, όπως και ο Sartre σε ένα άλλο παράδειγμα, για να δείξει τη σύνδεση του χώρου με την παρ-ουσία /απ-ουσία του Είναι), ο οποίος είναι ψηλός, με σγουρά μαλλιά και κάστανα μάτια, ζει στην Αθήνα και είναι συγγραφέας. Δεν τον έχετε δεί ποτέ, αλλά υπάρχει στο νου σας, ‘σχηματισμένος’ από τις περιγραφές του φίλου σας. Αυτή είναι η μάτια της Δύσης (Καντ, Καρτέσιος, Σχολαστικοί κτλ) στην Ύπαρξη και ειδικότερα στο θέμα του Θεού. Υπάρχει ένας Θεός κατασκεύασμα του νου, αντικειμενικός, ανώτερη δύναμη και αυθεντία, αιτία και δημιουργός του κόσμου, εξορισμένος στον Ουρανό, μακριά από τη γη και τον άνθρωπο. Φυσικά, η νοησησιαρχία της Δύσης πατάει στερεά στο έργο του Αριστοτελη ‘Μετά τα Φυσικά’ και ο Γιανναράς παραθέτει εναργώς τη θεωρία του για το ‘πρώτον κινούν’, που οφείλει να είναι καθαρή ενέργεια και άρα νους. Ο Heidegger είναι ίσως ο πρώτος στη Δύση, που έρχεται να αμφισβητήσει τη νοησιαρχία και αναζητεί εμπειρία. Θα έλεγε ο Heidegger ότι: ο Πέτρος υπάρχει μόνο όταν μου φανερώνεται. Όταν τον βλέπω και επιβεβαιώνω τα χαρακτηριστικά του. Και ορίζοντας της φανέρωσης αυτής είναι ο Χρόνος, που εμπεριέχει τις μεταβολές της ύπαρξης. Και όταν δεν τον βλέπω παύει να υπάρχει; Τότε βρίσκεται στο Μηδέν, την ανυπαρξία. Και η εμπειρία μας είναι μια διαρκής εναλλαγή όντος και μηδενός, στον χρονικό ορίζοντα της ζωής μας. Είναι γεμάτη με υπαρξεις που αναδύονται από την λήθη (και έτσι γνωρίζουμε την α-λήθεια τους) και ξαναβυθίζονται σε αυτήν. Ας σκεφτούμε: ένας συμφοιτητής μας, που έχουμε να τον δούμε 25 χρόνια, υπάρχει για εμάς η όχι; Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι υπάρχει (εάν το επιβεβαιώνει κάποιος στον οποίο φανερώνεται) η ότι δεν υπάρχει (αν δεν τον έχει δει πρόσφατα κάποιος, και εφοσον σε εμένα δεν έχει φανερωθεί). Η τρίτη προσέγγιση είναι αυτή που διαμορφώθηκε στην Ελληνική Ανατολή, η οντολογία των Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Πέτρος υπάρχει για εμένα μόνο εάν σχετιστώ μαζί του. Δεν αρκεί να τον δω, πρέπει να κάτσω να πιούμε έναν καφέ και να συζητήσουμε. Να καταλάβω πως σκέφτεται και ενεργεί ο Πέτρος, για να γνωρίσω την ύπαρξη του αληθινά. Και αυτή η προσωπική σχέση μπορεί να επεκταθεί από το πρόσωπο του ανθρώπου σε αυτο(α) του Θεού και αυτή είναι που ιδιαιτέρως αναλύεται σε αυτό το έργο. Η ετερότητα του προσώπου οδηγεί σε προσωπική σχέση και με την ουσία του Θεού, σχέση εντελώς μοναδική και ανεπανάληπτη, και γι’αυτο απελευθερωμένη από κάθε ‘λογική αντικειμενικότητα’. Και ακόμα λένε οι Πατέρες, ότι γνωρίζουμε το Είναι όχι μόνο μέσα από την θέαση του αλλά και μέσα από τις ενέργειες του (η δυτική θεολογία φτάνει στην αίρεση-σύμφωνα με την Ανατολική θεώρηση-ακριβώς επειδή δεν αποδέχεται τις ενέργειες του Θεού). Ο Πέτρος υπάρχει και μέσα από τα γραπτά του, τις σκέψεις και τις διατυπωμένες ιδέες του, έστω κι αν δεν τον έχω δεί ποτέ. Ωραίο αντίστοιχο παράδειγμα χρησιμοποιεί ο Γιανναράς με τον Van Gogh. Βλέποντας έναν πίνακα του (που είναι μια ενέργεια του ζωγράφου) δεν βλέπουμε τον ίδιο τον ζωγράφο, αλλά την μάτια του στον κόσμο, την μάτια του στο Είναι των πραγμάτων, που όμως είναι τόσο ταυτισμένη με το πρόσωπο που φτάνουμε να πούμε συχνά: αυτός είναι Van Gogh (αντί του ‘αυτός είναι ένας πίνακας του Van Gogh’).
Η πρωτοτυπία του έργου του Γιανναρά είναι νομίζω ότι ανέσυρε από την λήθη ή την αγνωσία τη γοητευτική οντολογία των Ελλήνων Πατέρων και την τοποθέτησε δίπλα στη φιλοσοφική μάτια του Heidegger, του Καρτέσιου και του Sartre, όχι απλώς ως μια ισάξια φιλοσοφική θεώρηση, αλλά και ως μια πραγματικά εναλλακτική πρόταση θεώρησης του κόσμου και τρόπου ζωής. Υπό αυτήν την έννοια το έργο είναι σημαντικότατο. Επιπλέον, η μελέτη που έχει κάνει ο συγγραφέας είναι τιτάνια. Μόνο οι πολυπληθείς υποσημειώσεις αρκούν για να αντιληφθεί κανεις το μέγεθος, τον κόπο και την εμβρίθεια αυτού του πονήματος.
Από την άλλη πλευρά, οφείλω να ομολογήσω ότι το έργο είναι πολύ δύσκολο να διαβαστεί και δυσπρόσιτο στον μέσο αναγνώστη. Προϋποθέτει κάποια εξοικειωση με την ορολογία. Επίσης, βρίθει επαναλήψεων, που σε κάποια σημεία είναι ειλικρινά ενοχλητικές. Είμαι σιγουρος ότι θα μπορούσαν τα νοήματα να αποτυπωθούν με πιο συνοπτικό και απλό τρόπο. Μια εναλλακτική συνοπτικότερη εκδοχή του έργου είναι ένα βιβλίο με τίτλο ‘Η οντολογία του προσώπου’, που πρόσφατα κυκλοφόρησε ο συγγραφέας. Πέραν όμως της δυσκολίας, σίγουρα αξίζει κανεις να κοπιάσει, για να αναρωτηθεί και να ψηλαφίσει έστω, τις γοητευτικές σκέψεις που διατυπώνονται στο έργο αυτό. Και γιατί όχι, ακόμη και να αλλάξει τη θεώρηση του στα πράγματα και να δώσει τη δικη του, προσωπική απάντηση στο προαιώνιο ερώτημα περί του Όντος.