Μια γοητευτική και αλλόκοτη τραγουδίστρια αιχμαλωτίζει την προσοχή του ανθρώπου του παραθύρου. Πριν καν κοιταχθούν, έχει ξεκινήσει μεταξύ τους μια σχέση που μοιάζει περισσότερο παιχνίδι με τον θάνατο. Και η παλιά, φθαρμένη πολυθρόνα, είναι το μεταφορικό μέσο, για μπει η τελευταία πινελιά, σε αυτή την παράξενη ιστορία αγάπης, που ανακυκλώνει με επιτυχία τα παλιά λογοτεχνικά ευρήματα του συγγραφέα, για να δώσει μια φρέσκια και πολύ ενδιαφέρουσα διάσταση στο ήδη υπάρχον έργο του.
Aristide Antonas began his studies at the Department of Biology of the University of Athens soon to be dropped in 1984 to graduate as an Architect Engineer from the National Technical University of Athens. He settled in Paris in 1988 and defended his doctoral dissertation at the Department of Philosophy of the University of Nanterre.
He taught philosophy, the theory of architecture and architectural design at universities such as the National Technical University of Athens, the Massachusetts Institute of Technology and the University of Thessaly. From the age of ten (during the summer holidays, while he was away from the city) he developed severe allergic dyspnea that forced him to stay awake at night. He began writing during this solitary insomnia, first plays and then prose. Together with the visual artist Zafos Xagoraris and the poet Phoebe Giannisis (who lived with him for seventeen years) he published the literary magazine "Black Museum", published in 1986.
During his stay in Paris, Antonas met the philosophical scene of the time and came in contact with Jacques Derrida. He returned from France and worked as a professional architect. His literary texts can be characterized in a nutshell as philosophical novels, horror stories, adventurous stories, detective stories, family chronicles, minimalist recordings, impossible separations, occult allegories, moral parables.
Εδώ η ιστορία ξεκινάει με ένα τέχνασμα που το συνηθίζει ο Αντονάς, το έχει κάνει και στο παρελθόν, και επινοεί έναν δημιουργό που υποτίθεται πως του στέλνει όλο αυτό το υλικό από το οποίο προκύπτουν τα δύο διηγήματα (υπάρχει επίσης και μια ιστοσελίδα με τίτλο http://thesingerandthearmchair.com/ όπου κι εκεί το ίδιο παιχνίδι συνεχίζεται με ανακεφάλαιώσεις του έργου και “bonus material”.)
Ο μυστηριώδης άνθρωπος του παραθύρου βλέπει μια μέρα την τραγουδίστρια στον δρόμο, την ακούει και την ερωτεύεται. Αυτή είναι η βασική υπόθεση του πρώτου διηγήματος με τίτλο “Η τραγουδίστρια”. Και εδώ ένα από τα σημεία κλειδιά του έργου είναι ο αλλόκοτος χώρος, το κτίσμα μεσα στο οποίο ζει ο άνθρωπος του παραθύρου και οι σκιώδεις προσκεκλημένοι του. Ποιο είναι το επαγγελμά του; Τί κάνει στην ερημιά; Ποια είναι αυτή η γυναίκα (;) που τραγουδάει το Rast (τώρα καταλαβαίνω πόσο κουρασμένος είμαι καθώς κάθομαι να ξεκουραστώ κτλ) από το Winterreise (Χειμωνιάτικο Ταξίδι) του Σούμπερτ, μια σύνθεση για φωνή και πιάνο προορισμένο για τενόρο ή κάποιου άλλου είδους αντρική φωνή;
Κι όλες αυτές οι θεωρίες του ήρωα, χτίζουν το σκηνικό μιας θεωρητικής αναβλητικότητας, σκέφεται για να μην δράσει, για να μπορέσει να έχει ένα ιδεολογικό πάτημα για την έμφυτη δειλία του. Δεν μπορεί να κάνει αυτός το πρώτο βήμα. Είναι θεατής και ο ρόλος του μοιραία περιορίζεται σε αυτό και μόνο. Σε αυτό και στο να πληγώνει την σάρκα του ως πράξη εκτόνωσης, αφού δεν μπορεί να βλάψει κανέναν άλλο.
Όλο το έργο μοιάζει σαν ένας χορός γύρω από την ιεροτελεστία της σεξουαλικής πράξης. Σκέφτομαι πως αν ένα πλάσμα από άλλο κόσμο ήθελε να διδαχτεί το τρόπο που ερωτοτροπούν τα ανθρώπινα πλάσματα, θα έβρισκε σε αυτό το διήγημα του Αντονά ένα κατατοπιστικό εγχειρίδιο ζευγαρώματος. Η πρώτη επαφή είναι οπτική και ακουστική. Ο σχεδιασμός μια στρατηγικής κατάκτησης (ορμή για χτύπημα, αρπαγή και φυλάκιση, το τέχνασμα του δωρισμού). Η εξόντωση των ανταγωνιστών. Η τελική αναμέτρηση και πράξη (οι μάσκες πέφτουν, ο καθρέφτης αντανακλά τα αντεστραμένα είδωλα, η προσήλωση, σαν παράθυρο, σαν γενετήσια οπή). Χωρίς τον επιφανειακό κυνισμό, αυτό που μένει ένα μια διάφανη, σχεδόν κρυστάλλινη, σαν το πάγο, τον χειμώνα, ευαισθησία.
Ο “πραγματικός” συγγραφέας, στέλνει μάλιστα (αυτό δεν υπάρχει στο βιβλίο αλλά στην ιστοσελίδα) μια επιστολή διαμαρτυρίας για την δημοσίευση του έργου του και αναφέρει πως πρόκεται για πραγματική ιστορία που διάβασε σε μια εφημερίδα. Εκεί σε αυτήν την επιστολή, γεμάτη από οργή, ο “Γιώργος Πυραγχάς” δίνει το σωστό τέλος στο δεύτερο διήγημα με τίτλο “Η πολυθρόνα”. Η πολυθρόνα είναι η αφορμή να ξετυλιχθεί το κουβάρι του μύθου της τραγουδίστριας. Είναι η αιτία, από όπου,όλα ξεκινούν και όλα θα τελειώσουν. Το έπιπλο, ένα ασήμαντο κατά τα άλλα κατασκεύασμα, γίνεται μια παγίδα θανάτου.