Το "Ξημερώνει" αποτελεί ένα ανέκδοτο έργο του Νίκου Καζαντζάκη το οποίο είναι το πρώτο ερωτικό δράμα του που γράφτηκε για θέατρο το 1906 και υποβλήθηκε το 1907 στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το θεατρικό έργο περιγράφει το ηθικό δίλλημμα και το συναισθηματικό μαρτύριο της κεντρικής ηρωίδας, Λαλώς, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη από τη μία, με την οικογενειακή ισορροπία και τον κοινωνικό καθωσπρεπισμό και από την άλλη, με την προσωπική επιθυμία της. Ο Καζαντζάκης συγγράφει το κείμενο σαφέστατα επηρεασμένος από την εποχή του, ενώ το θέμα του είναι παρόμοιο με την πλοκή του μυθιστορήματος Άννα Καρένινα του Τολστόι. Η παρούσα έκδοση αποτελεί την πρώτη σχολιασμένη απόδοση του ερωτικού θεατρικού έργου του Νίκου Καζαντζάκη, η επιμέλεια του οποίου βασίστηκε απευθείας στο χειρόγραφο του δράματος, όπως υποβλήθηκε στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα και τώρα φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Το βιβλίο κυκλοφορεί με επιστημονική εισαγωγή του Γεράσιμου Ζώρα και με εκτενές σημείωμα των επιμελητών της έκδοσης, Νίκου Μαθιουδάκη και Αθανάσιου Καρασίμου. Στο Επίμετρο παρατίθενται ολόκληρα τα δύο σωζόμενα χειρόγραφα του θεατρικού έργου σε έγχρωμη φωτογραφική ανατύπωση, καθώς και πλούσιο πληροφοριακό υλικό.
«Και χθες είδα μιαν εικόνα σ' ένα περιοδικό που με τάραξε φοβερά και μ' έκαμε πολύ, πολύ να σκεφθώ... Ξέρετε τι; [...] Παρίστανε, φαίνεται, το βάθος ενός Θεάτρου. Η αυλαία ήταν κατεβασμένη κι εδιακρινόταν μόνο το κάτω μέρος - βελούδο βαρύ, με βαθειές δίπλες... Μπροστά μερικά σκαλοπάτια σκεπασμένα από ταπί ανοιχτό χρώμα, ανέβαιναν στη σκηνή. Και μέσα από τη σκηνή που δε φαινόντανε έβλεπες κι έτρεχε κι εχύνετο κάτω από την αυλαία κι έβαφε το ταπί, κι ελίμναζεν απάνω στα σκαλοπάτια και χάμαι στο πάτωμα, αίμα, μαμμά, σαν να πηδούσε φουντάνα από καμιά πληγή αόρατη, πίσω από την αυλαία... Και κάτω από την εικόνα ήταν γραμμένο: "Τι να συνέβη άραγε;"»
Ο Νίκος Καζαντζάκης (English: Nikos Kazantzakis) υπήρξε ένας από τους πιο πολυσχιδείς και δημιουργικούς Έλληνες συγγραφείς του 20ού αιώνα, γνωστός για το πλούσιο συγγραφικό του έργο που εκτείνεται από το μυθιστόρημα και την ποίηση έως το θέατρο, τη φιλοσοφία και τη μετάφραση, αλλά και για τη βαθιά στοχαστική του διάθεση που διαμόρφωσε τη δική του κοσμοθεωρία. Γεννημένος στο Ηράκλειο Κρήτης, μεγάλωσε σε μια εποχή πολιτικών αναταραχών και κοινωνικών αλλαγών, οι οποίες επηρέασαν έντονα την προσωπικότητα και την πνευματική του πορεία. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι, όπου μαθήτευσε κοντά στον Ενρί Μπερξόν και ήρθε σε επαφή με τις σύγχρονες φιλοσοφικές και λογοτεχνικές τάσεις. Από τα πρώτα του κιόλας έργα φάνηκε η ανησυχία του για τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα, η αναζήτηση νοήματος μέσα από τη θρησκεία, την τέχνη, την επιστήμη και την πολιτική. Ταξίδεψε σε πολλές χώρες, όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Ρωσία, η Ιαπωνία, η Κίνα και η Αγγλία, και κάθε του ταξίδι κατέγραφε εντυπώσεις που μετουσίωνε σε έργα γεμάτα ζωντάνια, στοχασμό και αλληγορία. Πολιτικά δραστήριος, διατέλεσε για μικρό διάστημα υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Σοφούλη και ασχολήθηκε με θέματα εκπαίδευσης και πολιτισμού, ενώ συνεργάστηκε και με διεθνείς οργανισμούς όπως η UNESCO. Η πνευματική του παραγωγή είναι τεράστια: τα μυθιστορήματα «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Καπετάν Μιχάλης», «Ο τελευταίος πειρασμός» και «Ο φτωχούλης του Θεού» είναι έργα που γνώρισαν παγκόσμια αναγνώριση και μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, μεταφέροντας τη φωνή της ελληνικής ψυχής σε διεθνές κοινό. Ιδιαίτερα ο «Ζορμπάς» έγινε παγκόσμιο λογοτεχνικό και πολιτιστικό σύμβολο, χάρη και στη διάσημη κινηματογραφική του μεταφορά. Παράλληλα, ασχολήθηκε με την ποίηση, με κορυφαίο του έργο την «Οδύσεια», ένα μνημειώδες επικό ποίημα σε 33.333 στίχους, το οποίο εκφράζει την αδιάκοπη αναζήτηση του ανθρώπου για ελευθερία και υπέρβαση. Στον τομέα της μετάφρασης, προσέφερε σημαντικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας στο ελληνικό κοινό, μεταφράζοντας μεταξύ άλλων την «Θεία Κωμωδία» του Δάντη και έργα του Ομήρου, του Νίτσε και του Δαρβίνου. Ο Καζαντζάκης διαμορφώθηκε πνευματικά από ποικίλες επιρροές: τον χριστιανισμό, τον βουδισμό, την αρχαία ελληνική σκέψη, τον υπαρξισμό, τη φιλοσοφία του Μπερξόν, αλλά και τις εμπειρίες του από την πολιτική και την κοινωνία. Η σκέψη του χαρακτηρίζεται από την ένταση ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα, την ανάγκη να υπερβεί κανείς τα όριά του και να αγωνιστεί για ελευθερία, αλήθεια και δημιουργία. Προκάλεσε πολλές φορές αντιδράσεις για τις τολμηρές του ιδέες, ιδίως σε σχέση με τη θρησκεία, με αποτέλεσμα η Ορθόδοξη Εκκλησία να καταδικάσει ορισμένα έργα του. Ωστόσο, η πνευματική του δύναμη και η λογοτεχνική του αξία αναγνωρίστηκαν διεθνώς. Υπήρξε υποψήφιος επανειλημμένα για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, χωρίς όμως να το κερδίσει, αν και η παγκόσμια απήχηση του έργου του τον καθιστά έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της εποχής του. Στην προσωπική του ζωή, παντρεύτηκε δύο φορές και βρήκε στο πλευρό της Ελένης Καζαντζάκη μια σύντροφο που στήριξε και διέσωσε το έργο του. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταξιδεύοντας και γράφοντας ακατάπαυστα, μέχρι τον θάνατό του στο Φράιμπουργκ, ενώ η σορός του αναπαύεται στο Ηράκλειο. Η επιγραφή στον τάφο του, «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος», συνοψίζει με τον πιο λιτό και δυνατό τρόπο την κοσμοθεωρία του. Ο Καζαντζάκης άφησε μια παρακαταθήκη που υπερβαίνει τα σύνορα της Ελλάδας, με έργα που αγγίζουν τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, και εξακολουθεί να εμπνέει αναγνώστες, στοχαστές και καλλιτέχνες σε όλον τον κόσμο, αποτελώντας έναν αληθινά οικουμενικό συγγραφέα που έδωσε νέα πνοή στη νεοελληνική λογοτεχνία.