«Η βροχή άρχισε ένα πρωί με καταγάλανο ουρανό· τα σύννεφα ήρθαν αργότερα, σα να σύρθηκαν ανόρεχτα σε μια υπόθεση που δεν τα αφορούσε· στάθηκαν μαύρα και βαριά κι έκρυψαν το Νιόφυτο, το βουνό, τον κόσμο…»
Το Νιόφυτο ολισθαίνει και οι κάτοικοί του θα ζήσουν με οριστικό τρόπο τη χάλαση. Και καθώς το άλλοτε ορεινό χωριό μετατρέπεται σε παραθαλάσσιο θέρετρο, τρεις Ραγκουδαίοι, ο Λουκάς, ο πρωτότοκος γιος του και ο εγγονός του Αδαμάντιος, το φτερωτό αγόρι που θα γίνει ο καλλιγράφος, θα κλειστούν μέσα σε έναν λαβύρινθο από γλυπτά πουλιά. Και οι τρεις θα πληρώσουν το ακριβό αντίτιμο για το αίμα που κουβαλά η οικογένεια στις πλάτες της· γιατί το αίμα επιστρέφει, το αίμα δεν ξεχνά, αχνίζει εκεί όπου χύθηκε κι όταν ακόμα το έχει ρουφήξει η γη.
- Η συγγραφέας δημιούργησε μια τοποθεσία που είναι ο νούμερο ένα χαρακτήρας της, το απολύτως δυστοπικό, μίζερο Νιόφυτο που σιγά σιγά πλησιάζει στην ολοκληρωτική καταστροφή. Memorable όσο λίγα fictional χωριά και πόλεις. - Η τριάδα του παππού, πατέρα και γιου Ραγκούδη είναι η γραμμή που ενώνει όλο το μυθιστόρημα. Χαρακτήρες καλογραμμένοι, ιδιαίτεροι, που οι πράξεις και τα λόγια τους είναι το βαρίδιο κάθε σελίδας. Είναι οι καλύτεροι και ταυτόχρονα οι χειρότεροι άνθρωποι, σε ένα βιβλίο που δεν υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι. Το δράμα τους, που ξεκινά από μια ιστορία του Εμφυλίου Πολέμου και φτάνει στις μέρες μας, είναι το βασικό όχημα του βιβλίου. - Μαγικός ρεαλισμός! Υπερφυσικό! Θυμήθηκα τη Ζατέλη, μην πω ψέματα. Η γλώσσα του έργου θυμίζει παραμύθι. Όχι, μύθο καλύτερα. - Ιστορίες παράλληλες αλλά όχι ανεξάρτητες, που διατρέχουν τη χαλαρή πλοκή, μας γνωρίζουν καθημερινούς ανθρώπους που η πορεία τους μοιάζει απαραίτητη και βασική για τη Νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου. - Γάμησε η Ξυλούρη, καραμπινάτα 4*/5, θα έπαιρνε ίσως και τεσσεράμισο αν είχε μισά εδώ αυτό το ματζαφλάρι, να το διαβάσετε. Επίσης θαρρώ πως είναι ιδανικότατο για λέσχη ανάγνωσης.
Αχ προσπάθησα ειλικρινά πολύ να το καταλάβω αλλά το έχανα και με έχανε σε πάρα πολλά σημεία. Καταλαβαίνω τα νοήματά του, σαφώς, αλλά δεν το χάρηκα. Σε πολλά σημεία έπιασα τον εαυτό μου να το θεωρεί φοβερά περίπλοκο με επιτηδευμένο τρόπο...Κάπου στο 2.5/5.
Ντροπή μου που δεν το διάβασα νωρίτερα ενώ το είχα τόσο καιρό (χρόνια!) υπόψιν!
Είχα διαβάσει την περίληψη παλιά αλλά τώρα ξεκινώντας το, το μόνο που θυμόμουν ήταν ότι είχε να κάνει με έναν Παππού, έναν Πατέρα, έναν Εγγονό και ένα χωριό. Και όντως κάπως έτσι είναι.
Όλα ξεκινούν με τη βροχή. Η βροχή έφερε την αρχή του τέλους. Τώρα το τι έφερε τη βροχή είναι άλλη ιστορία για την οποία δεν υπάρχουν και αποδείξεις. Ή μπορεί και να ξεκίνησαν και πιο πριν, με τα εγκλήματα του Παππού Ραγκούδη, ή λίγο αργότερα, όταν έμαθε γι' αυτά ο πρωτότοκος γιος του. Αλλά στην τελική δεν έχει και τόση σημασία πότε ξεκίνησαν όλα, αλλά το πότε θα τελειώσουν. Και πρέπει να τελειώσουν γιατί δεν αραιώνει το δηλητήριο στο αίμα όσα χρόνια και γενιές και αν περάσουν.
Αυτό είναι το χρονικό της οικογένειας των Ραγκουδαίων και της καταραμένης μοίρας τους. Και είναι η ιστορία του Νιόφυτου, ενός φανταστικού χωριού κάπου στην Ελλάδα, όπου δεν είναι απλά ένας χώρος δράσης αλλά ένας πρωταγωνιστής, μαζί με τους Ραγκουδαίους. Από τη μέρα που το παλιό χωριό ολίσθησε για πρώτη φορά και το καινούριο εξελίχθηκε σε τουριστικό θέρετρο και μαζί φυσικά οι κάτοικοι του, συμμετέχοντες σε αυτή την ιστορία εν αγνοία τους.
Γλυπτά πουλιά για τους νεκρούς, απολεσθέντα αντικείμενα, μια μαυρομπλέ κυρία, ένα παραμύθι για ένα φτερωτό αγόρι, προεκλογικά φυλλάδια για το τέλος του κόσμου και δυο κιβώτια μέλι.
Μαγικός ρεαλισμός, υπέροχη ρέουσα γραφή, είχε ένα κάτι σαν σκοτεινό παραμύθι, σαν αλληγορία, σαν μεταφορά, κάτι μεταφυσικό, που μιλάει για τους ανθρώπους, για το αίμα, την συγγένεια, την γονεϊκή κληρονομία, τον χρόνο που περνάει και το βάρος του παρελθόντος.
Ωραίο, πολύ μου άρεσε!
(Την Μαρία Ξυλούρη δεν την ξέρω, αλλά την έχω λίγο μες στην καρδιά μου γιατί έχει μεταφράσει David Mitchell(❤). Με αφορμή αυτό την είχα ψάξει και είχα βρει ότι έχει γράψει και δικά της βιβλία και κάπως έτσι κατέληξα στον Καλλιγράφο. Και πολύ μ'άρεσε που μ'άρεσε!! Θα διαβάσω κι άλλα δικά της!)
2,5 Readathon 2017:24/26; ενα βιβλιο που ο συγγραφέας του ειναι κάτω απο 35 χρόνων σημερα . Μου αρεσε αλλα με κούρασε . Πολυ . Ειναι μια μεταφορά , μια παραβολή , αλλα και μια αλήθεια για την ελληνικη ιστορια-και οχι μονο - και το πως φτάσαμε ως εδω . Για το πως πεθαίνουμε , χανόμαστε ... σε κάποια σημεία μου θυμησε τα " πουλιά" του Χιτσκοκ η τις " Όρνιθες " του Αριστοφανη Μεταφυσική , θρύλοι και δοξασίες της ελληνικής γης , ολα μπλεγμένα με ιστορια και ιστοριες . Εξαιρετικά καλογραμμένο . Ίσως το διάβασα λάθος στιγμη .
Ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που έχουν εκδοθεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι το ίδιο το Νιόφυτο με τα ρήγματά του, τα κενά και τις υπόγειες σπηλιές του. Η οικογένεια των Ραγκουδαίων χρησιμεύει σαν όχημα για να δούμε τις αλλαγές που υφίσταται, από ένα ξεχασμένο χωριό της δεκαετίας του ’60 με νωπές ακόμα τις μνήμες του Εμφυλίου, σε τουριστικό προορισμό Γιουγκοσλάβων στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στην υπερανάπτυξη των ‘90s και των ’00s, και στην κρίση του 2012. Η ποικιλία της ανθρωπογεωγραφίας του χωριού και οι επιμέρους ιστορίες που αναπτύσσονται γύρω από την οικογένεια είναι θαυμαστές. Αλληλοσυμπληρούμενες, όπως τα κομμάτια ενός περίπλοκου παζλ, που μόλις τις ταιριάξεις θα σου αποκαλύψουν μια θαυμαστή εικόνα . Οι άντρες που κάθονται στο καφενείο, οι γυναίκες που διαφεντεύουν τα σπίτια, οι νέοι που στο τέλος του καλοκαιριού μετρούν τις τουρίστριες που έριξαν, όπως εμείς τα παγωτά όταν ήμασταν παιδιά. Ο Κλοντ και η Μάγκι. τουρίστες από τους πρώτους που έφτασαν στο χωριό, ο ταβερνιάρης Βετέξ, οι Ματθαίοι, ο Γιώργος, η Κατερίνα με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και η κόρη της Ευαγγελία, η Ελένη, η βιβλιοπώλης Αλεξία, ο Μύρωνας Ξυδάκης, ο τεμπέλης που είχε αυτοβαφτιστεί συγγραφέας, όλοι τους τραβούν την προσοχή σου.
Μια μαγεία διατρέχει το βιβλίο, από το μέλι που φέρνει προικώο από το νησί της η γυναίκα του Ραγκούδη, ίαμα σώματος και ψυχής, μέχρι τη μαυρομπλέ γυναίκα — και πάνω από όλα τα πουλιά που παρακολουθούν, τα αληθινά, που γράφουν πετώντας καλλιγραφικές λέξεις στον ουρανό, και τα ψεύτικα, που δίνονται σαν δώρα, κτερίσματα και φύλακες των τάφων, αιώνιοι ψυχοπομποί. Ακόμα και το πιο απλό καθημερινό γεγονός αφήνει μια μεταφυσική υπόνοια που σε κάνει να αναρωτιέσαι, να μην είσαι σίγουρος για τίποτα.
Όπως όλα τα μυθιστορήματα της Μαρίας Ξυλούρη, και αυτό διακρίνεται για τη στέρεη δομή του, την ευφάνταστα ευφυή γραφή, την ευρηματική γλώσσα, το ψυχολογικό βάθος των ηρώων, τη λεπτοκεντημένη δουλειά στο ταίριασμα όλων των ιστοριών. Η ατμόσφαιρα του βιβλίου σε παρασέρνει σε ένα γαϊτανάκι αισθήσεων από όπου δεν θες να ξεφύγεις.
Πάρα πολύ μου άρεσε, πάρα πολύ όμως! Μου άρεσαν τόσο πολύ όλα σ'αυτό το βιβλίο, από το εξώφυλλο και το χρώμα του και το σκίτσο του και την υφή του, μέχρι την τελευταία φράση που τελειώνει όπως τελειώνει και τις ευχαριστίες που ακόμη κι αυτές με συγκίνησαν. Επίσης, το προοίμιο με τη βροχή, απλά το αγαπώ. Α και κυλάει σα ρυάκι. Ο μαγικός ρεαλισμός είναι ίσως το αγαπημένο μου είδος, κι η Ξυλούρη εδώ το έκανε πάρα πολύ σωστά. Μπράβο και πάλι μπράβο! <3
Ειναι το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως που διαβάζω και μπορώ να πω ότι εξεπλάγην. Έχει πλάσει ένα μέρος που δεν υπάρχει, έχει δέσει την ιστορία του χωριού και των κατοίκων του πολύ καλά και σίγουρα η πρόζα που χρησιμοποιεί κεντρίζει το ενδιαφέρον. Δεν θα έλεγα ότι ειναι η ιστορία του Νιόφυτου μονο, αλλά και η εξέλιξη της οικογένειας των Ραγκουδαίων. Θα έλεγα ότι ειναι μια γενναία προσπάθεια της να μας δείξει συγγραφικά ποια ειναι. Μπράβο στην πολλά υποσχόμενη πένα της..
Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα μεγάλο ταλέντο. Μάλλον. Γιατί δεν ξέρω αν πρόκειται όντως για ένα μεγάλο ταλέντο που δεν μπορεί να διαχειριστεί το υλικό του και τον τρόπο γραφής του. Ενώ αρχικά πρόκειται για μια ιστορίας μιας οικογένειας, σταδιακά μεταβάλλεται στην ιστορία ενός χωριού, και σταδιακά-ειδικά προς το τέλος-προστίθενται διαρκώς νέοι χαρακτήρες, αποδυναμώνοντας την ίδια την δυναμική της ιστορίας. Και αυτός πια ο μαγικός ρεαλισμός έρχεται και σε μπουκώνει ειδικά στο ακατάληπτο 3ο μέρος με την συνεχή προσθήκη χαρακτήρων και τον μακροπερίοδο λόγο τύπου αυτόματη γραφή (εν ολίγοις γράφω χωρίς τελεία και ειρμό, βοήθεια φωνάξτε τον επιμελητή). Δηλαδή, το ένα πιτσιρίκι ψιθυρίζει στο αυτί του άλλου πιτσιρίκου αδερφού του που κοιμάται, αγουροξυπνημένο αυτό ρωτάει "τι κάνεις" και απαντάει "νοθεύω τα όνειρα σου" ; Δηλαδή, what the fuck is that ? Μάλλον το αδικώ το βιβλίο με τα 3 αστεράκια (στην ουσία 3,5-ΒΑΛΤΕ ΤΑ ΜΙΣΑ ΑΣΤΕΡΑΚΙΑ ΓΑΜΩ ΤΟ GOODREADS ΓΑΜΩ-αλλά όχι 3,5 ώστε να το βάλω εδώ 4, αλλά 3,5 ώστε να το βάλω 3 γιατί τα νεύρα μου με την πρόζα της συγγραφέως υπερίσχυσε του θαυμασμού μου για το ταλέντο της). Α ! Η πρόζα. Είμαι σίγουρος ότι όσο έγραφε η τύπισσα θα πήγαινε στον καθρέφτη και θα έλεγε "φτου σου κοπελάρα μου, είσαι Θεά, γράφεις γαμάτα", τέτοια έπαρση βγαίνει από το κείμενο, ούτε μισή νορμάλ φράση του τύπου "Ο Χ δίψασε και ήπιε ένα ποτήρι νερό". Αν είχε περιοριστεί στην οικογένεια Ραγκούδη-άντε και με μερικούς περιφερειακούς χαρακτήρες- θα ήταν δέκα φορές καλύτερο, αλλά δεν το γράφω εγώ. Εν ολίγοις το συνιστώ ; Αναμφισβήτητα ναι, αλλά δεν πρόκειται για ένα εύκολο ανάγνωσμα. Η πρόταση που αρχίζει από την Λιβαδειά και καταλήγει δύο σελίδες μετά στην Ορεστιάδα, δεν είναι πρόταση , βάλε καμιά τελεία, χάνεις τον αναγνώστη και το νόημα. Δεν είμαι υποχρεωμένος να ξαναδιαβάσω το κείμενο λες και θα δώσω εξετάσεις. Θέλει ταλέντο και βαθιά γνώση της ελληνικής να χειρίζεσαι μακροπερίοδο λόγο. Επίσης, ένας καλός επιμελητής θα ήταν χρήσιμος, αλλά γενικότερο αυτό είναι ένα αγκάθι στις ελληνικές εκδόσεις : κανένας έλληνας συγγραφέας δεν δέχεται να αγγίξουν το κείμενο του.
Μετά την έκδοση του ΑΜΠ δεν έχω γράψει για τα βιβλία που έχω διαβάσει/διαβάζω· λίγο το ευτυχισμένο χάος των ημερών, λίγο η δυσκολία του μπες-βγες στα λογοτεχνικά σύμπαντα; Δεν ξέρω. Ωστόσο, όπως με πολλά ζητήματα, έτσι κι εδώ: υπάρχουν βιβλία που δεν αιτούνται, αλλά απαιτούν την προσοχή σου. Σαν αυτά τα επιτραπέζια στρατηγικής που έχουν φτιαχτεί για να ‘χουν παρέες από ημίμουρλους να τα αναλύουν.
Βγαίνοντας λοιπόν από τον φτερωτό λαβύρινθο της ΜΞ, καβάλα στη σφίγγα, συνειδητοποιείς πως είσαι κουτσουλισμένη από την κορυφή ως τα νύχια- γούρι λένε. Κοιτάς τα χέρια σου, φτερωτά είναι, κολλάνε τα πούπουλά σου από το μέλι του Ροδάκη. Πας να διαμαρτυρηθείς, αντί λέξεων βγαίνει ένα απαίσιο κρώξιμο. Τέλος πάντων.
Τι να πει κάνεις για τους λαβυρίνθους; You are supposed to get lost - δεν χρειάζεται να τα καταλάβεις όλα. Πολλές φορές ούτε ο λαβύρινθος δεν ξέρει όλα του τα μυστικά του. Μιλάς μόνο για το μονοπάτι που πήρες εσύ και γενικά έτσι πορεύεσαι στη ζωή: σε μερικά ζητήματα λειψός, παλεύοντας με τον εγωισμό σου να μη το κάνεις θέμα.
Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν, ήτανε το Νιόφυτο, μια καταραμένη Ατλαντίδα, που ονειρευόταν να καταστραφεί. Κι όλο ολισθαίνει. Και οι κάτοικοί του δεν θα αποφύγουν τη συνεχή χάλαση, που έρχεται ξανά και ξανά με τόσους τρόπους: Σαν αυτές τις ιστορίες που σου δίνουν διαφορετικές επιλογές ανάγνωσης, ανάλογα με το τι θα διαλέξεις. Η ΜΞ αναδύει τις επιλογές και τις σφάζει εν τη γενέσει, για δικούς της λόγους.
Επί δεκατρείς μέρες έβρεχε στο Νιόφυτο. Ε και; Μάλλον επειδή είμαστε όντα με όρια, όλα κάπως πρέπει να ξεκινήσουν, και όλα κάπως πρέπει να τελειώσουν. Άρα κόβουμε ένα μικροσκοπικό κομμάτι, μια φέτα από το σύμπαν, και παλεύουμε σε όλη τη ζωή μας να την ορίσουμε.
Εμείς πάντως, παρακολουθούμε τις τρεις γενιές Ραγκουδαίων, ως άλλο οικογενειακό έπος, σα να λέμε Γιοι και εραστές του Λόρενς. Ο κακός, δεσποτικός Λουκάς, που ενσαρκώνει μια τυπική αρχή της κατάρας, ο γιος του που τον γυρνάει πίσω στο Νιόφυτο, τιμωρημένα ακρωτηριασμένο, ο μικρός Ιάκωβος που φεύγει μακριά και τέλος το φτερωτό αγόρι, ο Αδαμάντιος, ο καλλιγράφος των γλυπτών πουλιών. Η πιο ενδιαφέρουσα μορφή είναι η θεραπεύτρια – επισκέπτρια - μυστήρια μπλεμαύρη γυναίκα, που κρατάει τον λογαριασμό αίματος, υπολογίζοντας τα μακάβρια λογιστικά του σύμπαντος των Ραγκουδαίων, ως σημείο αναφοράς, ως καταγραφή των μύθων και των θρύλων ενός τόπου.
Όσο αυτά συμβαίνουν, συμβαίνουν κι άλλα πολλά, όπως συνηθίζεται άλλωστε, ακόμα κι εάν εμείς το αγνοούμε. Το ορεινό χωριό καταλήγει αλούφανπάρκ, παραθαλάσσιο θέρετρο για τουρίστες. Το παλιό Νιόφυτο είναι ένα τόπος που δεν μπορεί κανείς να θυμηθεί ακριβώς, ούτε καν εμείς, μιας και μπήκαμε στην ιστορία την ώρα που αποφάσισε να γλιστρήσει και να πέσει. Το νέο Νιόφυτο δεν έχουμε και λόγο να το θυμόμαστε - μόνο ο παράδεισος - λαβύρινθος με τα πουλιά έχει αξία, το υπόλοιπο είναι παρακμή και φθήνια, γλεντοχώρι των τουριστών και χρηματομηχανή των ντόπιων.
Βέβαια, τίποτα δεν τελειώνει- γι’ αυτό και μαθαίνουμε για την παρακμή αυτή· όσο είμαστε ζωντανοί θα χρειαστεί να μετοικήσουμε, ή μάλλον αποδημήσουμε, στα ίδια.
Παρά τα πολλά ετερόκλητα, η ΜΞ έχει αυτοπεποίθηση του κόσμου της. Είναι αναμενόμενο να σαγηνευτείς από τη δύναμη του αφηγητή που εισβάλει στις μικρότερες καταστάσεις και αντιμετωπίζει πόνους και χαρές με την απάθεια του ιστορικού χρόνου, κάνοντας zoom in και zoom out, άλλοτε σε σημεία που περιμένεις κι άλλοτε όχι, δημιουργώντας έτσι μεγαλύτερους κόσμους μέσα σε επιφανειακά μικρότερους. Θα σκεφτόσουν *απίθανο* να μας αφορά με οποιονδήποτε τρόπο ένα ζευγάρι ξένων που ερωτεύτηκαν το αιματοβαμμένο και θεότρελο Νιόφυτο, αλλά τελικά αποδέχεσαι πως ο κόσμος είναι έτοιμος να τροφοδοτηθεί με άλλα σύμπαντα και αφήνεσαι στην αναγνωστική ηρεμία που έχεις, όταν ξέρεις πως αφήνεις τα μάτια σου σε καλές πένες.
Πτηνά παντού, μέχρι και οι περήφανοι άνθρωποι «κοκορεύονται». Τέλος πάντων.
Οδηγό για καλά μπλεξίματα δεν έχω, αλλά κανείς μπορεί να παρατηρήσει πως εάν εμπλακεί το μεταφυσικό περιεργώ του μαγικού ρεαλισμού με το διαβολεμένα οικείο, ο αναγνώστης ίσως να είναι πιο καλόβολος. Η μεταφυσική έχει και μια σταθερά: πέρα απ’ το ότι όλοι κουτσοξέρουμε ένα Νιόφυτο (οι περισσότεροι παλεύουμε να το ξεχάσουμε), ακόμα και σε άναρχη αφήγηση με πολλές ορέξεις, παρατηρείται πως η ΜΞ αντιμετωπίζει τα πάντα με έναν αντικειμενικό και χαριτωμένο αφηγητή. Για παράδειγμα, ένα γνωστό ζήτημα, όπως μια έχθρα, μια συνηθισμένη διαφωνία μεταξύ αδερφών, όπως το μοίρασμα του οικογενειακού χωραφιού, αντιμετωπίζεται με την ίδια φυσικότητα με «το νόθευμα των ονείρων», κάτι που επιτρέπει στον αναγνώστη να υπάρχει κι αυτός στο Νιόφυτο, έστω και απορημένος, όμως τουλάχιστον έχει κάτι οικείο να κρατηθεί, ακόμα κι εάν το οικείο είναι η φυσικότητα στο παράλογο. Δηλαδή, όλα μου φάνηκαν μισά στα αλήθεια και μισά στα ψεύτικα. Έτσι κι αλλιώς, ευλογία ήταν οι αιφνιδιαστικές παρεκβάσεις, άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με αποφθέγματα λαϊκών παραδόσεων, συνήθως και με τα δύο.
Η αγαπημένη μου παρέκβαση ήταν ο ΜΞ (εγχμ), ή μάλλον, ο μονόλογος της γυναίκας του: «Ποιος θα το γράψει το βιβλίο, νομίζεις; Αυτός ή εσύ; Αυτός τουλάχιστον σκαλίζει βρύσες και πουλιά, για κάποιον λόγο εσύ γιατί το θέλεις το βιβλίο, στο κάτω κάτω; Για ποιο λόγο;» Έμεινε να την κοιτάζει, ενεός· κι αυτή ήταν σαστισμένη με τον εαυτό της, γιατί επί χρόνια αυτά ακριβώς απέφευγε να του πει, για όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία του, πλην εκείνου του πρώτου που την είχε κάπως ξεγελάσει - την είχε καταλάβει την αλήθεια ήδη στο δεύτερο βιβλίο, που της το είχε αφιερώσει κιόλας· τον είχε δει να δουλεύει συχνότερα, να περιμένει εκείνη την περιβόητη Μούσα, η οποία φυσικά δεν ερχόταν, με αποτέλεσμα όλα τα βιβλία του να μοιάζουν με το πρώτο, μείον την ορμή εκείνη του πρωτάρη που σχεδόν το διέσωζε φυσικά, για τη χλιαρή υποδοχή τους έφταιγαν πάντα οι αναγνώστες οι κριτικοί, που δεν ήξεραν να διαβάζουν ποτέ ο ίδιος και η γυναίκα είχε βαρεθεί. «Δεν γίνονται κατά παραγγελία αυτά, το ξέρεις». «Πού να το ξέρω; Δεν είμαι συγγραφέας όπως εσύ». Έτσι όπως είπε τη λέξη, την αναίρεσε κιόλας· κι από το ύφος του, κατάλαβε ότι κι εκείνος το είχε ακούσει.»
Ξεπερνάμε σύντομα πόσο ωραία λέξη είναι το «ενεός» και παραθέτω τον υπέροχο μονόλογο της γυναίκας από το Anatomy of a Fall: «You complain about a life that YOU chose. You are not a victim. Not at all. Your generosity conceals something dirtier and meaner. You're incapable of facing your ambitions and you resent me for it, but I'm not the one who put you where you are. I had nothing to do with it! You're not sacrificing yourself as you say. You choose to sit on the sidelines because you're afraid! Your pride makes your head explode before you can even come up with a germ of an idea! You wake up at 40 needing someone to blame. You're the one to blame! You're petrified by your own fucking standards and your fear of failure! This is the truth!»
Κλείνοντας, θα αντισταθώ και δεν θα παραθέσω όλα τα σημεία με μαρμάρινες πλάκες, ούτε θα αναλύσω την αντικατάσταση της βρύσης του Ραγκούδη από μια μαρμάρινη. Όσοι είστε σαν εμένα και πάντα αργείτε στα πάρτι επειδή μετακινήστε με καμήλα, να ξέρετε πως η ΜΞ πήρε νυχτερινή βάρδια και καλλιγράφησε, φέρνοντας τέτοιο ωραίο βιβλίο στο μικρό μας Νιόφυτο.
#readathon16 Ένα βιβλίο συγγραφέα κάτω των 35 ετών σήμερα
4.5 αστεράκια που γίνονται με μεγάλη χαρά 5. Παρότι ο μαγικός ρεαλισμός γενικά δεν με τραβάει, ο Καλλιγράφος είναι ένα βιβλίο που αν μπορούσα θα το διάβαζα μονορούφι, που με παρέσυρε σαν χείμαρρος, που είναι τόσο διαολεμένα καλογραμμένο. Είναι λες και δεν περισσεύει καμία λέξη, όλες είναι μία προς μία ταιριαστές σαν ένα παζλ εκατοντάδων χιλιάδων κομματιών που φανερώνει μια πανέμορφη εικόνα. Θέλω πολλά να πω, για τα πουλιά, για τους χαρακτήρες, για τις εικόνες που το μυαλό μου γεννούσε με τόσο ζωηρά χρώματα κατά την ανάγνωση - αλλά τόσο σύντομα μετά την εμπειρία του βιβλίου, οι δικές μου λέξεις μου φαίνονται λίγες και άχαρες και δεν μπορώ να τις βάλω σε τάξη.
Μια ιστορία απόλυτα σκοτεινή που σε καταπίνει ολόκληρο από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Θυμίζει λίγο ποιητική πρόζα, απόλυτα γοητευτική γραφή. Μου άφησε παρόμοια αίσθηση με ταινία του Τιμ Μπάρτον. Η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ θα μπορούσε κάλλιστα να έχει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο εκεί μέσα...
"Κάθε αποκάλυψη προορίζεται για τους πιστούς της μόνο."
"Τι γίνεται ένα έθνος δυο ανθρώπων όταν πεθαίνει ο ένας τους;"
Με συνεπήρε! Σαν να ´βλεπα κιν/φο της 10ετιας του '60. Νεοελληνικος ρεαλισμος ! Μια οικογενεια με τρεις αντρες ( πατερας, γιος, εγγονος) κουβαλουν την πατρικη αμαρτια. Φανταστικες εικονες. Εως τα τωρα ηξερα το Νικο Ξυλουρη, τωρα ξερω και τη Μαρια. Και ειναι μικρη ακομα!!!
Η δυστοπία συναντάται με το μεταφυσικό και τον μαγικό ρεαλισμό και κάπως έτσι ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, δεν είναι πλέον πρόσωπο αλλά μέρος που καταπίνει τους ανθρώπους του σαν μια άλλη μαύρη τρύπα. Ταυτόχρονα δε, εξαϋλώνεται και το ίδιο, σαν τιμωρία για όσα έχει κρύψει πίσω από τις κλειστές πόρτες του. Η ιστορία και η κατάρα που φέρνει μαζί της η οικογένεια των Ραγκουδαίων, μετατρέπει το Νιόφυτο σε παραθαλάσσιο θέρετρο που προσελκύει ξένους τουρίστες, οι ιστορίες των οποίων, μπλέκονται με των ντόπιων. Κι όμως, στο σημείο όπου εμφανίζεται η μαυρομπλε γυναίκα είναι ακριβώς η στιγμή που η ροή της ιστορίας, αρχίζει να χαλαρώνει και να χάνει τον αναγνώστη. Το δεδομένο είναι ότι πρόκειται για ενδιαφέρουσα γραφή που στο μέλλον, ίσως μας δώσει μια εξίσου καινούργια ενδιαφέρουσα ιστορία.
Τον μαγικό ρεαλισμό επιχειρεί να μας συστήσει ξανά η Μαρία Ξυλούρη στο καινούριο της βιβλίο «Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου». Έναν μαγικό ρεαλισμό από εκείνους της παλαιάς κοπής με νησιά που μετακινούνται, χωριά που ολισθαίνουν, μέλια που γιατρεύουν τις πληγές, οικογένειες από την φτιαξιά των μυθικών. Όλη η δράση λαμβάνει χώρα στο Νιόφυτο, ένα χωριό που πέφτει από την λάσπη όλο και και πιο κοντά στην θάλασσα, όσο περισσότερο τουριστικό γίνεται. Ένα χωριό που μυρίζει έντονα Μάρκες και Μακόντο.
Εκεί, παρακολουθούμε τρεις γενιές Ραγκουδαίων. Ο Λουκάς, δοσίλογος- το χωριό τον θυμάται πάντα ως τον κακό- έφυγε από το Νιόφυτο, έζησε πολλά χρόνια σε ένα νησί στην μέση του πουθενά που ολοένα αλλάζει θέση, και τον γύρισε στο χωριό ο γιος του. Όχι πριν του ακρωτηριάσει τέσσερα δάχτυλα για τα εγκλήματά του και του πάρει την πρωτοκαθεδρία στην οικογένεια. Ο γέρος σάπισε σε μια γωνιά, δεν βγήκε ποτέ από το σπίτι, γιατί έπρεπε να πληρώσει.
Όταν ο χαρισματικός εγγονός του, ο Αδαμαντιος, αρρώστησε, εμφανίστηκε η μαυρομπλέ γυναίκα, που απαίτησε όλους τους Ραγκουδαίους νεκρούς και τον Αδαμάντιο υγιή. Έτσι ο παππούς εκπλήρωσε τον ρόλο του και χάθηκε κι από την ιστορία. Γιατί αυτό είναι μόνο το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, το δεύτερο και το τρίτο απλώνει, οι δευτερεύοντες χαρακτήρες αποκτούν δική τους ζωή και το βιβλίο αποδυναμώνεται, σαν να βάζει το ίδιο τρικλοποδιά στον εαυτό του. Μοιάζει πια αντί για μυθιστόρημα να είναι συρραφή διηγημάτων. Κάποιοι από αυτούς τους ήρωες είναι εκπληκτικοί, όπως ας πούμε ο Κλοντ και η Μάγκι, οι δυο τουρίστες που γυρίζουν όλα αυτά τα χρόνια όλο ξανά στο Νιόφυτο ή ο Βετέξ, ο καφετζής που περνάει τα τραπέζια συνέχεια με ένα βέτεξ. Πάντως το κείμενο φαίνεται χαλαρό, σε κάποιες στιγμές σχεδόν σαν να ξεχνάει τον εαυτό του.
Η γραφή της Μαρίας Ξυλούρη διαθέτει μεγάλες αρετές. Η Ξυλούρη έχει προσωπικό ύφος, ξέρει τις εμμονές και τις αναφορές της και τις χρησιμοποιεί πολύ γοητευτικά, η γλώσσα της είναι δουλεμένη ως το τελευταίο κόμμα, έχει την ικανότητα να στήνει χαρακτήρες με τους οποίους μπορείς να ταυτιστείς, και σκηνικά· το Νιόφυτο, όσο μαγικό κι αν είναι, είναι εξίσου και οικείο. Εδώ ίσως κάπου έχασε το νήμα της αφήγησης, εγκατέλειψε τον βασικό της ήρωα και πελαγοδρόμησε ανάμεσα στους άλλους, ή δοκίμασε κάτι που δεν πέτυχε απολύτως. Ένα καλό έχει αυτό, πιθανότατα ένα τέτοιο άπλωμα είναι υποθήκη για το μέλλον. Γιατί, ποιος άλλος από τους συγγραφείς της γενιάς μας εκτός από την Μαρία Ξυλούρη που κατάφερε τόσο μικρή να δαμάσει τα θεριά της μεγάλης φόρμας, έχει τα περισσότερα εφόδια για να γράψει κάποτε το «Μεγάλο Ελληνικό μυθιστόρημα»; http://diavazontas.blogspot.gr/2016/0...
Το Νιόφυτο ολισθαίνει. Λίγο μετά την άφιξη των Ραγκουδαίων, των πρώην αυτοεξόριστων λόγω εγκλημάτων και πράξεων, το χωριό χάνεται στο βάθος της αβύσσου. Οι κάτοικοι, όσοι απόμειναν και γλύτωσαν από το χαμό, θα μεταφέρουν το καινούριο χωριό στη θάλασσα και από βουνίσιοι θα γίνουν θαλασσινοί. Το Νιόφυτο δεν θα είναι πια ορεινό, αλλά παραθαλάσσιο με τους τουρίστες του, τα ενοικιαζόμενά του, του Γιουγκοσλάβους πριν τον πόλεμο, τους Άγγλους και τους Γερμανούς, τους Τσέχους και τους Έλληνες κι από όλα τα καλά τους.
Το Νιόφυτο ολισθαίνει. Και μαζί του ολισθαίνει και ο κόσμος του. Το φανταστικό ενώνεται με το πραγματικό με τον πιο απλό και φυσικό τρόπο μέσα από τη γραφή της Μαρίας Ξυλούρη που μας δείχνει ξεκάθαρα πως ο μαγικός ρεαλισμός έχει υποταχθεί στην πένα της. Ο "καλλιγράφος" είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο που προσκαλεί τον αναγνώστη να πιστέψει στη μαγεία του και να ψάχνει στους ναυτικούς χάρτες για το νησί που αλλάζει συντεταγμένες και στους άτλαντες για το βουνό με το βυθισμένο χωριό. Μα και στους ουρανούς για την καρακάξα και στις αυλές για το γαλάζιο βότσαλο. Ο αναγνώστης γίνεται μέρος της ιστορίας. Του θυμίζει τα παιδικά του χρόνια μα και τα τωρινά. Και όλα μαζί μπερδεύονται μες στο μυαλό του και νομίζει πως ξέρει για ποιο μέρος μιλά το βιβλίο.
Όχι. Το Νιόφυτο δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε παρά μόνο στο νου της Ξυλούρη και τώρα και στο δικό μας. Και στο δικό του. Και στο δικό σου. Και θα υπάρχει για καιρό όπως και ο Αδαμάντιος Ραγκούδης, όπως και ο πατέρας του, όπως και ο παππούς του ο Λουκάς Ραγκούδης, ο άνθρωπος που φόρτωσε με κρίματα την οικογένεια και μόλυνε το αίμα. Όπως η καρακάξα και τα πουλιά και οι τουρίστες και τα θύματα.
Ένα πράγμα ήταν λιγάκι ξένο στο όλο βιβλίο. Ο ήρωάς του ήταν το ίδιο το Νιόφυτο, άντε και οι Ραγκουδαίοι. Λίγο τα χάσαμαμε σε κάποια φάση και τα δυο, πήγε να φύγει η ιστορία για κάπου αλλού. Όπως ολίσθησε το Νιόφυτο, ολίσθησε κι ο λόγος. Μα λίγο πριν το τέλος, επανήλθαν και πήραν την πρόταιρη θέση τους στην ιστορία. Κάπου αλλού είχε το νου της η Ξυλούρη. Κάτι άλλο θέλησε να μας πει και ή δεν της βγήκε ή δεν το καταλάβαμε ή δεν θελήσαμε να του δώσουμε την ίδια σημασία.
Ο άνθρωπος είναι αυτός που είναι και δεν αλλάζει, μα που να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Το Νιόφυτο θα βυθιστεί αλλά ο άνθρωπος δεν πρόκειται να αλλάξει.
Δεν έχω διαβασει άλλο βιβλιο της..Ομολογώ οτι η αρχη του βιβλιου με μπερδεψε κι οσο διαβαζα τοσο πιο πολυ μπερδευομουν..Αρχικα σκεφτηκα οτι εχω καποιο προβλημα ή μηπως δεν μου αρεσαν οι σελιδες...Καποια στιγμη διαβασα το οπισθοφυλλο και τις ευχαριστιες..Πρεπει να τα διαβασα 8 φορες..Και καπου εκει αναμεσα στις σελιδες που διαβαζα και ειχα ολοκληρωσει πεταχτηκε το Ραγκουδαιικο ετοιμο να με κατασπαραξει! Προσοχη..! Το Ραγκουδαικο δεν δαγκωνει, απλα η ιστορια του ειναι πολυ παραξενη και λιγο πολυ ξενη και κοντινη συναμα..Ναι γινεται! ("Οι λέξεις θα μολύνουν την πληγή. Δεν ξέρουμε τι άλλο θα κανουν οι λεξεις και δεν πρεπει να το μαθουμε. Δεν γινεται να προσθεσουμε απροβλεπτες λέξεις στο ηδη ακατανοητο".σ.286). Πολλες φορες αναλογιστηκα οτι εβλεπα ταινια του Οικονομιδη (ναι θα μπορουσε να αποτελεσει σεναριο ταινιας και μαλιστα με επιτυχια)..αλλοτε παλι στο πρωτο μερος το (Φευγει το νησι) το μακροπεριοδο με κουρασε και εφτασα περιπου στη μεση του δευτερου μερους να με στοιχειωνει ο Λουκας Ραγκουδης (το τερας, ο παππους του καλλιγραφου)..Ο Λουκας ηταν παντου..Ακομη και μεσα στον Αδαμαντιο..Τολμω να πω οτι απο τα τρια μερη του βιβλιου αυτο που με ενθουσιασε ηταν το τριτο (Ο αετομάχος). Ειναι πληρες, εξαιρετικο, με δομη, μυστηριο, αγαπη, πονο και ισως θα μπορουσε να στεκεται και απο μονο του ως αναγνωσμα..Εκει το μακροπεριοδο σε συνεπαιρνει, δινει ενα δραματικο τονο στο κειμενο...Τελειωνοντας θα ηθελα να κλεισω με τα λογια του Αδαμαντιο προς τον Αλκη: "Ο πατερας μου Αλκη, πιστευε οτι με τα χρονια, γενια με την γενια, το αιμα αραιωνει, αλλαζει συσταση. Αυτη ηταν η ελπίδα του. Δεν ηξερε οτι το χρωμοσωμα Ψ επιζει. Καταλαβαινεις; Η διαδρομη μας, η διαδρομη οσων προηγηθηκαν, υπαρχει γραμμενη στο σωμα μας, δεν σβηνει, δεν αραιωνει το δηλητηριο στο αιμα"(σ.271). Καλη αναγνωση!
Ιδιαίτερο βιβλίο. Πολλά τα μαγικά και μεταφυςικά στοιχεία του. Σε κάποια σημεία το έχανα κάπως και απογοητευόμουν. Κατέληξα στο ότι πρόκειται για την περίπτωση μιας ενδιαφέρουσας νεαρής συγγραφέως την πορεία της οποίας αξίζει να παρακολουθήσουμε.
Εξαιρετικό και απολαυστικό, από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων. Και είναι το πρώτο της Μαρίας Ξυλούρη που διάβασα. Στα πολύ θετικά της, έχει πολύ προσωπικό στιλ γραψίματος. Συνδυάζει ιδιαίτερα "τοπικά" χαρακτηριστικά (το χωριό που διαδραματίζεται η ιστορία είναι ένας χαρακτήρας από μόνος του) με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού. Οι χαρακτήρες του χωριού πλασμένοι με φροντίδα και ιστορικές αναφορές, οι διάφορες επιμέρους ιστορίες που αναπτύσσονται πολύ καλοδουλεμένες.
Το συστήνω ανεπιφύλακτα και ευελπιστώ να διαβάσω σύντομα και τα υπόλοιπά της.
Τώρα πια που όλα -λίγο πολύ- έχουν ειπωθεί και όσα γράφονται στις κριτικές βιβλίων μοιάζουν με χιλιοειπωμένα κλισέ, το μόνο που θα γράψω είναι ότι Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου μας θυμίζει τι είναι η λογοτεχνία και γιατί τη διαβάζουμε. Ένας νέος κόσμος, ένα ολογεμάτο σύμπαν βγαίνει από το μυαλό της Μαρίας Ξυλούρη και ζει τη δική του ζωή με τους δικούς του μύθους, τα δικά του τέρατα, τις δικές του ενοχές και τους δικούς του τρόμους. Άψογο σε όλα!
Ένα βιβλίο που αξίζει κάθε λέξη της καλής κριτικής που του έχει γίνει. Με δυσκόλεψαν σε κάποια σημεία οι μακροσκελείς προτάσεις, οι οποίες με ανάγκαζαν να γυρίσω πίσω για να πιάσω απ' την αρχή τη σκέψη της συγγραφέως. Μόνο αυτό φρέναρε την απολαυστική ανάγνωση ενός έργου που κατά τα άλλα ξεχωρίζει για τις ιδέες, την εξαιρετική γλώσσα και το ιδιαίτερο λογοτεχνικό ύφος του.