Η τελευταία πράξη στο δράμα του ξεριζωμού του Έλμερ και της Σεβαστής καθώς και του καταδικασμένου έρωτά τους πλέον εκτυλίσσεται μακριά από την Καππαδοκία, στην Ελλάδα που υποδέχεται το κύμα των προσφύγων μετά τη συνθήκη της Λωζάννης. Παράλληλα οι αναγνώστες παρακολουθούν την περιπλάνηση του Ομέρ, ενός μουσουλμάνου της Δυτικής Μακεδονίας, που αντίστροφα βρέθηκε επίσης με την ανταλλαγή πληθυσμών, στην Καππαδοκία.
Η έννοια της πατρίδας, της ταυτότητας και η επιδίωξη της προσωπικής ευτυχίας συνθλίβονται στα γρανάζια της Ιστορίας, σε ένα επικό μυθιστόρημα που φωτίζει τα γεγονότα του παρόντος.
Η Μαίρη Κόντζογλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργάστηκε σε μεγάλες ελληνικές εταιρείες σε τομείς που αντικείμενό τους έχουν την επικοινωνία (μάρκετινγκ, δημόσιες σχέσεις, οργάνωση εκδηλώσεων/συνεδρίων, εκδόσεις). Σήμερα εργάζεται ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων και επικοινωνίας της εταιρείας "Εγνατία Οδός" Α.Ε. Είναι παντρεμένη και έχει δύο παιδιά.
Η τριλογία μας ολοκληρώνεται με το βιβλίο αυτό, που έρχεται ένα δώσει ένα ξεχωριστό τέλος στην προσωπική ιστορία του κάθε ήρωα που γνωρίσαμε και -ίσως- αγαπήσαμε στα προηγούμενα δύο βιβλίο, που με τον γρήγορο και γεμάτο ένταση αφηγηματικό τους ρυθμό, με τις εξελίξεις τους να είναι συνεχείς και άκρως δυναμικές και ανατρεπτικές, να μας καθηλώνουν. Δυστυχώς, αυτό είναι κάτι που δεν συμβαίνει εδώ, με την αφήγηση να είναι εξαιρετικά αργή και αδύναμη, έστω κι αν είναι βαθιά συναισθηματική κι ανθρώπινη, κατά το πρώτο μισό του βιβλίου, ενώ στο δεύτερο μισό τα γεγονότα τρέχουν τόσο γρήγορα, που απλά βρισκόμαστε εκτός αναγνωστικού ρυθμού. Πολλές επαναλήψεις, τόσες που φτάνουμε στο σημείο να κουραστούμε αρκετές φορές και να σκεφτούμε πως δεν χρειαζόταν όλο αυτό, δίνοντάς μας την αίσθηση πως η κυρία Κόντογλου είχε δώσει σχεδόν τα πάντα στα δύο προηγούμενά της βιβλία, με αποτέλεσμα, προκειμένου να γεμίσει σελίδες, να υπεραναλύει εσωτερικές σκέψεις και συναισθήματα. Ναι μεν, αυτό είναι κάτι που μας προκαλεί μια εσωτερική ένταση και ίσως να εντείνει την αγωνία του δράματος κατά στιγμές, δεν είναι όμως αρκετό για να απογειώσει το φινάλε. Σαφέστατα, η πένα της κυρίας Κόντζογλου είναι μοναδική και χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη δυναμική, ενώ τεχνικά είναι άψογη, αποτυπώνοντας με τρόπο λυρικό και νοσταλγικό όλα αυτά που θέλει να πει, αλλά όλα αυτά αποτελούν επιπλέον λόγους για να αισθάνεται κανείς πως θα ήθελε η ιστορία αυτή να είχε αποδοθεί μέσα από, αν όχι ένα ενιαίο μυθιστόρημα, δύο βιβλία το πολύ. Έτσι, θα είχαμε αποφύγει κάποιες φλύαρες στιγμές που δεν εξυπηρετούν σε κάτι την πλοκή, και η κατά τ' άλλα γοητευτική και ταξιδιάρικη αυτή ιστορία, θα είχε το τέλος που της άξιζε.
Συνολικά, λοιπόν, πρόκειται για μια ιδιαίτερα αξιόλογη τριλογία, που θα μπορούσε να είναι ακόμα καλύτερη αν είχαν διατηρηθεί καλύτερες ισορροπίες στο τρίτο και τελευταίο βιβλίο. Ωστόσο, μόνο και μόνο για να απολαύσει κανείς ένα ταξίδι στην Καππαδοκία του τότε και του τώρα, για να γνωρίσει ήρωες μοναδικούς που έχουν πράγματα να αφηγηθούν και συναίσθημα να δώσουν, επειδή η κυρία Κόντζογλου έχει δαπανήσει ώρες έρευνας, κάτι που είναι άκρως εμφανές, κι επειδή ο τρόπος γραφής της είναι συγκλονιστικά υπέροχος, αξίζει κανείς να αφιερώσει το χρόνο του και να παρασυρθεί, ξεχωρίζοντας τους δικούς του αγαπημένους.
Τελείωσα και το τρίτο βιβλίο της τριλογίας «Τα παλιά ασήμια». Παρ’ ότι η συγγραφέας θα μπορούσε ίσως να δώσει την ιστορία μέσα σε δύο βιβλία, προτίμησε να πάει σε τριλογία με το αναπόφευκτο να έχουμε πολλές επαναλήψεις, τόσες, που φτάνουμε αρκετές φορές στο σημείο να κουραστούμε, ιδιαίτερα στα σημεία που πρόσθετε και την φράση “το ‘παμε αυτό”. Κατά τ’ άλλα φαίνεται ότι η συγγραφέας έχει κάνει σοβαρή έρευνα τόσο στην ιστορία όσο και για την Καππαδοκία και η γραφή της είναι γεμάτη συναίσθημα χωρίς όμως να αποφεύγει σε κάποια σημεία να γίνεται υπέρ του δέοντος δραματική. Καταφέρνει να ενώσει το χθες με το σήμερα, δίνοντας όμως μεγαλύτερη βαρύτητα στο χθες, και πολύ σωστά κατά την άποψη μου. Τελικά, παρ’ όλες τις επαναλήψεις αξίζει κανείς να διαβάσει την τριλογία.
Και η τριλογία φτάνει στο τέλος της. Οι χαρακτήρες που αγάπησα στα προηγούμενα βιβλία βρισκουν τη δικαίωσή τους, μας μεταφέρουν τα πανανθρώπινα, διαχρονικά και οικουμενικά μηνύματα της ειρήνης, της αγάπης, της κοινωνικής αδικίας, της ειρήνης και ζητούν ανάπαυση και ηρεμία. Η πένα της κυρίας Κόντζογλου αγγίζει πολύ υψηλά επίπεδα πλέον.
Δυστυχώς, όσο συναρπαστικά και γρήγορα ήταν το κείμενο και η πλοκή στα δύο πρώτα, τόσο αργά και επαναλαμβανόμενα ήταν στο τρίτο. Μέχρι τη μέση του βιβλίου υπήρχε μια αργόσυρτη πλοκή που αφορούσε την αγωνία της Σεβαστής να φτάσει στο λιμάνι της Μερσίνας, να βρει τον Έλμερ και να φύγουν μαζί στην Ελλάδα ενώ ο Ιορδάνης τους κυνηγούσε από κοντά, έχοντας το μίσος να τον τυφλώνει. Περιστατικά, επαναλήψεις, ευχές και σκέψεις που δε με κούρασαν γιατί η λογοτεχνικότητα, η αρτιότητα του λόγου και ο λυρισμός ήταν στοιχεία που μου έκοψαν την ανάσα. Κατέληξα ότι η κυρία Κόντζογλου είπε ό,τι ήθελε να πει, οπότε τώρα θα δώσει χώρο στο συναίσθημα, στις σκέψεις, τις απόψεις και τα μηνύματα και όχι στην ιστορία. Και πραγματικά απόλαυσα κάθε λέξη. Από τη μέση και μετά όμως υπάρχει ένας ξαφνικός καταιγισμός εξελίξεων, τόσο πυκνογραμμένος και μεστός από γεγονότα που αποσυντονίστηκα. Κατ’ εμέ, η ιστορία του Έλμερ και της Σεβαστής έπρεπε να τελειώσει στη Μερσίνα, είτε με ευτυχισμένο είτε με άσχημο τέλος. Οι επερχόμενες ανατροπές που μόνο επανάληψη της ιστορίας ήταν και το κράτημα της ιστορίας ως τη δεκαετία του 1950 και την οριστική λύση του μύθου των δυο πρωταγωνιστών δε με κράτησαν, γιατί είχα χαλαρώσει τους ρυθμούς μου και είχα άλλη διάθεση. Επίσης, οι αναλυτικές και διεξοδικές περιγραφές σκηνών όπως η επίθεση στον Ιορδάνη από τη Σεβαστή ή το ταξίδι του Αλεξάντερ και της Έλσας στο σήμερα, ακόμα και το παρελθόν της Ελένα λίγες σελίδες πριν το τέλος, πλάταιναν επικίνδυνα τον κορμό του βιβλίου.
Το τρίτο μέρος της ιστορίας περιέχει λοιπόν το τέλος των χαρακτήρων που αγάπησα, άλλων δίκαιο, άλλων διαφορετικό, άλλων κακό και θα έλεγα ότι η τριλογία των Παλιών Ασημιών είναι πολύ καλύτερη από τους Μεσημβρινούς του έρωτα. Μου έδωσε περισσότερα συναισθήματα, σκληρότερες εικόνες, περισσότερα μηνύματα και βελτίωσε κατά πολύ τη γραφή της συγγραφέως. Δυστυχώς όμως θα προτιμούσα να είναι μια διλογία σφιχτοδεμένη παρά τριλογία. Δε μειώνεται η λογοτεχνική αξία του κειμένου, η κυρία Κόντζογλου δεν κοροϊδεύει τον αναγνώστη γιατί παραμένει στις επάλξεις να εξηγήσει, να τονίσει, να φωτίσει, να περιγράψει, να αγκαλιάσει, όμως υπάρχουν πολλά σημεία στο τρίτο μέρος που τα βρήκα περιττά.
Την τριλογία των Παλιών Ασημιών δε θα την ξεχάσω εύκολα. Είχα καιρό να βρω ένα κείμενο για την ανταλλαγή των πληθυσμών και για τις ζωές των προσφύγων πριν και μετά το 1922 που να ειναι τόσο μεστό, πλήρες, αληθινό, ειλικρινές, διαχρονικό και καλογραμμένο ταυτόχρονα. Ένα μεγάλο μπράβο στην κυρία Κόντζογλου για τον άθλο που πραγματοποίησε και για τη μαγεία της Καππαδοκίας που μου μετέφερε τόσο πιστά και επιδέξια!
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Ήρθες εσύ, Έλσα, μια ψυχή είσαι κι εσύ, έτσι λέει η νενέ, όλοι μας μια ψυχή πάνω στο κέντημα είμαστε, ο καθένας μας κι ένας κόμπος... Ήρθες σ’ αυτό τον τόπο, εδώ, σε τούτα τα χώματα, που είναι το τελάρο...πάνω του είναι κεντημένος ο τσεβρές. Σε περίμεναν, όλοι σε περίμεναν, ήρθες και τράβηξες μια κλωστή, Έλσα, μια από όλες τις χιλιάδες, τις αναρίθμητες, τις άπειρες...Έβγαλε μουσική η κλωστή σου καθώς τραβιόταν, μια μελωδία υπέροχη...» (σελ. 201).
«Είσαι ένα δέντρο, Έλσα, να τι είσαι! Κι αυτό ισχύει για όλους σαν εσάς. Μπορεί να σας έκοψαν κάποτε τα κλαδιά, να προσπάθησαν να σας εξαφανίσουν, αλλά... Ιδού! Υπάρχετε, υπάρχεις! Οι ρίζες σου απλώνονται σε δύο ηπείρους, σε διεκδικούν και διεκδικείς εκατοντάδες τόπους, βουνα και ποτάμια, χιλιάδες ανθρώπους, εκατομμύρια ψυχές...Πρώτη μου φορά αντιλαμβάνομαι την τύχη σου να εισαι από εδώ αλλά και να είσαι και από εκεί, από απέναντι! Πρώτη φορά πιστεύω πως η πατρίδα σας, αυτά ακριβώς τα χώματα που πατάμε τώρα, έγινε γέφυρα και σας πέρασε απέναντι. Μπορεί οι άνθρωποι να βασανίστηκαν και να πόνεσαν πολύ. Μπορει να χάθηκαν χιλιάδες, εκατομμύρια ίσως ψυχές, μπορεί να πλημμύρισε ο τόπος από τα δάκρυα και τον πόνο, όμως... Όμως, κι ας πέρασαν χρόνια πολλά, η γέφυρα δεν καταστράφηκε ποτέ, είναι εδώ και μπορεις να πηγαινοέρχεσαι γιατί είσαι δική της και είναι δική σου! Ανήκεις εδώ, όσο κι εκεί, Έλσα» (σελ. 239).
«Επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως» έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι και απ’ό,τι φαίνεται η Κόντζογλου λάτρευε τους αρχαίους και φρόντισε να βάλει για καλά τούτο το ρητό στη ζωή της και κατ’επέκταση στα γραπτά της. Έτσι λοιπόν, έφθασα αισίως να τελειώνω το τρίτο (και τελευταίο όπως καταλαβαίνετε) βιβλίο της τριλογίας «Τα παλιά ασήμια». Αν και υποτίθεται ότι η κριτική αφορά το τελευταίο βιβλίο, ίσως πιάσει και λίγο τα προηγούμενα. Ίσως να είμαι και λίγο άδικο γιατί γενικώς με τις τριλογίες δεν το ‘χω. Να περιμένεις, να περιμένεις, να περιμένεις για να δεις τι έγινε… Αυτό το ‘περίμενε’ λοιπόν, εκμεταλλεύτηκε η Κόντζογλου κι έτσι σου λέει «αυτοί δεν θα θυμούνται ντιπ για ντιπ από τα προηγούμενα» κι άρχισε να γεμίζει σελίδες και σελίδες (ίσαμε και εκατό) από τα προηγούμενα. Τι είχε γίνει τότε, τι είχε αισθανθεί τότε, και ξανά μανά η Σεβαστή, ο Έλμερ, ο Ιορδάνης και τα άλλα καλά παιδιά. Πώς γίνεται ένα ωραίο story και μια ωραία γραφή να τα ρημάζεις από τις πολλές επαναλήψεις; Όχι άλλη επανάληψη!!! Κατά το όχι άλλο κάρβουνο!!! Το story στο τελευταίο βιβλίο δεν προσφέρει και πολλές συγκινήσεις γιατί λίγο πολύ σε όλα τα βιβλία με «χαμένες πατρίδες», το ίδιο βιώνουμε. Η πλούσια αρχοντοπούλα, ο έρωτας και η καταστροφή. Τι κι αν δεν είναι η Σμύρνη ή ο Πόντος και το background είναι Καππαδοκία; Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Ας μην είμαι όμως μόνο φαρμακόγλωσσο. Η συγγραφέας ξέρει να γράφει. Έχει λυρική γραφή, σωστή χρήση της ελληνικής και μικρά σημεία χιούμορ που ξεπηδάνε από δω κι από κει. Αφού το κατέχει λοιπόν το αντικείμενο κι αφού φαίνεται πως έχει κάνει και την έρευνα της τόσο στην ιστορία όσο και στην Καππαδοκία, τι την ήθελε την τριλογία; Όλα αυτά τα γεγονότα, θα μπορούσαν να μπουν σε ένα μεγάλο ζουμερό βιβλίο που να μην μπορείς λεπτό ν’ανασάνεις κι όχι να γυρίζεις σελίδες και να λες «το ‘παμε αυτό, το ‘παμε αυτό, πάμε παρακάτω». Δυνατή η ιστορία του χθες, αδύνατη η ιστορία του σήμερα (το σήμερα και με 50 σελίδες σύνολο, μια χαρά θα ήτανε). Αρκετά έως πολύ καλό το ψυχολογικό υπόβαθρο των ηρώων. Εμπεδώσαμε τον μοναδικό έρωτα της Σεβαστής και του Έλμερ, θα μπορούσαν να κοπούν πολλές σελίδες από αυτόν και να δοθούν περισσότερες στην Ελισσώ και τον εγκλεισμό της στο μοναστήρι. Αγαπημένοι μου ήρωες, όχι οι πρωτοκλασάτοι. Καλά πάντα με τα λούμπεν ήμουν μια ζωή. Αγαπημένη η Ελισσώ (ήθελα κι άλλη Ελισσώ στο μοναστήρι ή στο μετά), λατρεμένος ο Ομέρ, ο Έλληνας Μουσουλμάνος από το Τσοτύλι που αναγκάζεται κι αυτός ν’αφήσει πίσω του μια αλησμόνητη πατρίδα.
ωραιο βιβλιο αν και θα συμφωνησω με τις υπολοιπες γνωμες,ηταν αρκετα μεγαλο και ισως δεν θα επρεπε αφου ειχε αρκετες επαναληψεις.Περα απο αυτο ομως ειναι γραμμενο υπεροχα και σε μεταφερει αυτοματα σε καθε μερος που περιγραφει!
Τελειώνοντας το τρίτο μέρος της τριλογίας με γενικό τίτλο ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΣΗΜΙΑ, μια γεύση γλυκόπικρη έχει σταθεί στα χείλη του αναγνώστη. Η ώρα του αποχωρισμού με τους πολυαγαπημένους και ιδιαίτερους ήρωες της Μαίρης Κόντζογλου, έφτασε. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες καταλαβαίνει ο αναγνώστης το μέγεθος του μεγαλείου που θα ανοιχτεί μπρος στα μάτια του.
Μετά τα δυο πρώτα μέρη των Παλιών Ασημιών, το τρίτο μέρος έρχεται πιο δυνατό, πιο συγκλονιστικό να καθηλώσει τον αναγνώστη, να τον προβληματίσει και να του προκαλέσει μια σωρεία συναισθημάτων που δύσκολα θα ξεπεραστούν. Με το ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΣΗΜΙΑ η Μαίρη Κόντζογλου βάζει μια τελεία στο οικογενειακό χρονικό της οικογένειας Χατζηαβράμογλου στην Ελλάδα πλέον.
Με το γνωστό και εμπνευσμένο της τρόπο η Μαίρη Κόντζογλου αναπλάθει τα γεγονότα θαρρείς με περίσσια ευκολία, κάνοντας τον αναγνώστη να θεωρεί πως η συγγραφή του βιβλίου κύλησε σαν νεράκι όπως και η ανάγνωσή του. Με εργαλεία την συγκλονιστική της πένα και την ευφάνταστη πλοκή η συγγραφέας καταφέρνει σε 680 σελίδες να αναλύσει τις ζωές των ηρώων της, να σκιαγραφήσει αριστοτεχνικά συναισθήματα και γεγονότα.
Ένα καθαρά ιστορικό ανάγνωσμα, στο οποίο όμως δεν υπάρχουν λεπτομερείς ιστορικές αναφορές μια και η Μαίρη Κόντζογλου με τρόπο έντεχνο καταφέρνει να ανασυνθέσει όλη την ιστορική πραγματικότητα μέσα από το μύθο της αλλά και της ευφάνταστης πλοκής της ιστορίας της. Τα γεγονότα που βιώνουν οι ήρωες και τους στιγματίζουν γίνονται φορείς μιας βαριάς κηλίδας της σύγχρονης ιστορίας.
Με λόγο πολυδιάστατο, άλλοτε λυρικό, άλλοτε ωμό και ρεαλιστικό και άλλοτε με έντονες δόσεις χιούμορ και πλήθος καλολογικών στοιχείων, η συγγραφέας καταφέρνει με τρόπο σχεδόν μαγικό να ζωντανέψει ήρωες χάρτινους, άριστα ψυχογραφημένους οι οποίοι βιώνουν συναισθήματα έντονα, σκιαγραφημένα με τρόπο τέτοιο που κατά την ανάγνωσή του ο αναγνώστης βομβαρδίζεται από συναισθηματικές εκρήξεις.
Σεβαστή, Έλμερ, Ομέρ, Ελένα, Αποστόλης, Ιωσήφ, Κιμάτη-Πολυτίμη, Ιορδάνης, Μπαχάρ, Ζεκί, ήρωες που βιώνουν στο έπακρο τις συνέπειες της ιστορίας, πιόνια στις αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων. Ξεριζωμός, πείνα, ανέχεια, κατάντια, ηθικοί προβληματισμοί, διλήμματα. Έλσα και Άλεξ δέσμιοι της μοίρας που τους ένωσε, βιώνουν σε επανάληψη έναν έρωτα αλησμόνητο.
Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, με την ευφάνταστη δομή και τις εξαιρετικές περιγραφές που δημιουργούν στον αναγνώστη ανεπανάληπτες εικόνες, διακόπτεται σε σημεία από τις αφηγήσεις του Ομέρ, του ανθρώπου της άλλης όχθης, που μπορεί να τον χώριζαν από τη Σεβαστή και όλους τους Χριστιανούς της Ανατολίας πολλά, τους ένωναν πολλά περισσότερα. Κάθε ένας άφηνε τον Παράδεισο του και πήγαινε στην Κόλαση. Η παρουσία του Ομέρ σε αντίθεση με των υπόλοιπων ηρώων είναι συμβολική, μια και συμβολίζει την ισότητα των ανθρώπων στη δυστυχία πέρα από θρησκείες, γλώσσα, χρώμα, φυλή.
Η Μαίρη Κόντζογλου έβαλε τέλος στο χρονικό των Χατζηαβράμογλου με ένα βιβλίο πολυδιάστατο, σκληρό, συγκλονιστικό, τεκμηριωμένο και συμπαγές. Καλογραμμένο, πραγματολογικά άριστο που βομβαρδίζει τον αναγνώστη με εικόνες, συναισθήματα και νοήματα κρυμμένα πίσω από τις ιστορίες των ηρώων.
Τα λόγια είναι φτωχά για να περιγράψουν το μεγαλείο του εξαιρετικού αυτού έργου, οπότε θα το αφήσω πάνω σας. Νιώθω πραγματικά τυχερός που διάβασα αυτή την εξαιρετική τριλογία και συνιστώ σε όλους να το πράξετε ευθύς αμέσως.
Η Ολοκλήρωση και ο τίτλος <<ΤΕΛΟΣ>> της τριλογίας,αλλά μόνο στην έντυπη μορφή,γιατί στις καρδιές μας δεν έχει εισχωρήσει η λέξη <<ΤΕΛΟΣ>> αλλά ακόμη αντηχούν τα λόγια της ΣΕΒΑΣΤΗΣ <<Ασκουμ>> και όχι μόνο. Έντονές συγκινήσεις,ειδικά στην τελευταία σελίδα του ημερολογίου της που την έχω ακόμη νωπή στην μνήμη μου,δάκρυα,συγκλονιστικές μαρτυρίες και πολλά πολλά συναισθήματα εισπράξαμε μέσα από αυτό το οδοιπορικό της τριλογίας κατά την ανάγνωσή τους. Ταξίδι στο χρόνο με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο της συγγραφέως γνωρίζοντας τους ήρωές της που συμπορευτήκαμε μαζί τους,αλλά και τους τόπους όπου περιπλανήθηκαν,έζησαν,προσπέρασαν,κατέληξαν.Ιστορία που έβαλε μέσα αλήθειες και την ψυχή της ,υποθέτω(η συγγραφέας),με ιστορικά γεγονότα(ανταλλαγές πληθυσμού κ.α),τόπους,εμβάθυνση των ηρώων με τα βιώματά τους,αλλά και έναν αλησμόνητο και μοναδικό έρωτα που άντεξε στον χρόνο παρά τα ταραγμένα χρόνια εκείνης της εποχής και που δεν λησμονήθηκαν. Και αλήθεια πόσο επίκαιρο είναι σήμερα το θέμα της προσφυγιάς,το θέμα του πολέμου? Εξαιρετική γραφή με αφηγηματικό τρόπο,με το ανάλογο ύφος και μία ξεκάθαρη δομή αποφαστικά όμορφα δοσμένη και γράφοντάς το μας αποδεικνύει ότι έχει ενέργεια και την ικανότητα να την μεταδίδει χτίζοντας και αναδεικνύοντας τους χαρακτήρες που έχουν τον κυρίαρχο ρόλο και που νομίζω ότι οδηγούν την πλοκή(έτσι το αντιλαμβάνομαι,αλλά μπορεί και να κάνω λάθος).
Συνειδητά επιλέγω να αφήσω review μόνο στο τέλος της τριλογίας. Δεδομένου ότι σπάνια κάνω έρευνα πριν ξεκινήσω να διαβάζω ένα βιβλίο (είναι πάγια τακτική μου να αφήνω τα βιβλία να "έρχονται" σε μένα) έχει τύχει ουκ ολίγες φορές να αντιληφθώ στα μέσα (ή και στο τέλος ενίοτε) ενός βιβλίου ότι αυτό που κρατάω στα χέρια μου δεν είναι παρά ένα μέρος μιας ιστορίας. Στην προσπάθεια μου να διορθώσω αυτό το πρόβλημα που μόνη δημιουργώ στον εαυτό μου, τις σειρές βιβλίων πλέον τις αγοράζω όλες μαζί με ότι ρίσκο αυτό φέρει (κοινώς να μη διαβάσω ποτέ το δεύτερο μέρος διότι το πρώτο με απογοήτευσε ή να το διαβάσω ψυχαναγκαστικά μήπως και η συνέχεια με αποζημειώσει).
Η τριλογία των Παλιών Ασημιών είναι από τα βιβλία που σε αλλάζουν. Είσαι λίγο διαφορετικός άνθρωπος αφού τελειώσεις την ανάγνωση. Έχεις καταφέρει να κερδίσεις λίγη ζωή ακόμη ζώντας μέσα από τους πρωταγωνιστές. Έχεις βιώσει έστω και παθητικά, έστω και πλασματικά, κάποια συναισθήματα που δε τα βιώνεις στη καθημερινότητα. Προσθέτεις στην παλέτα των συναιθημάτων σου και νέες αποχρώσεις, νέες εμπειρίες.
Η λυρικότητα, η λογοτεχνική αξία, η εξαιρετική χρήση της γλώσσας και το βάθος της έρευνας είναι παρόντα και αναμφισβήτητα από την πρώτη παράγραφο. Απίθανες περιγραφές, γλαφυρότατες, και ένα λεξιλόγιο τόσο πλούσιο που δε γίνεται να μην το επαινέσεις! Η τριλογία αυτή είναι ένα έργο ζωής πέρα από κάθε αμφιβολία.
Έχοντας όμως ξεκαθαρίσει τα παραπάνω, δε μπορώ να παραβλέψω ότι η τριλογία είναι φλύαρη. Όσο συγκλονιστικά ήταν κάποια κεφάλαια, τόσο επαναλμβανόμενα ήταν άλλα. Τα κεφάλαια δε που εκτυλίσσονται στο σήμερα δεν μου ήταν απλά αδιάφορα, μου ήταν ενοχλητικά. Ένιωθα σα να με διέκοπταν βίαια από μια υπέροχη ανάγνωση. Τα διάβαζα καταναγκαστικά μή και χάσω κάποια σημαντική πληροφορία για την εξέλιξη της ιστορίας, από ενα σημείο δε και μετά τα διάβαζα διαγώνια.
Καμμία χημεία μεταξύ Αλεξ και Έλσας. Μία φορά να έχει νιώσει κάποιος στη ζωή του τί σημαίνει να έχεις χημεία με κάποιον και αυτό αρκεί για να είναι αδύνατο να σε πείσει η αυθεντικότητα της σχέσης του. Ούτε από το timing μπορούσε να ερμηνευτεί η τόση ένταση των συναισθημάτων, ούτε από το παρελθόν τους, ούτε από το χαρακτήρα τους, ούτε καν από τον άγιο τόπο συνάντησης. Εκτός κι αν με το θάνατο της Σεβαστής και του Έλμερ συνέβη κάποιου είδους μετεμψύχωση και υιοθετήθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα κι ο έρωτας τους (κακό χιούμορ, ισάξιο του κάκιστου χιούμορ της Έλσας). Έρωτας και πάθος κατά παραγγελία και σε λανθάνουσα, για να βρουν επιτελους το δίκιο τους τα φαντάσματα του παρελθόντος.
Το 4 το βάζω για την εκπληκτική γραφή και την ενδελεχή (και επίπονη σίγουρα) έρευνα που χρειάστηκε η συγγραφή αυτού του βιβλίου. Η ιστορία αυτή καθ'αυτή ταλαντευόταν μεταξύ του υπερφύαλου και του ανολοκλήρωτου.
(Ακολουθεί Spoiler)
Και το τέλος με άφησε με ερωτηματικά και δεν έχω χειρότερο! Γιατί δε ξανασυναντήθηκαν η Σεβαστή κι ο Έλμερ; Γιατί δεν αναζήτησαν ξανά ο ένας τον άλλον; Γιατί κόπηκε τόσο απότομα η αφήγηση; Γιατί μετά τη τελευταία τους συνάντηση στη θεσσαλονίκη, τους γνωρίζουμε πλέον μόνο μέσα από τα εγγόνια τους και τα γράμματα τους που δεν έστελναν ποτέ;
Γιατί χάθηκαν αυτοί οι δύο άνθρωποι που δε κατάφεραν ποτέ να αγαπήσουν κάποιον άλλον και τους πήρε 34 χρόνια να ξαναβρεθούν;
Γιατί η Μακρίνα, η νενέ, η Ελισσώ, ο Ομέρ, η Μπαχάρ, ακόμα και η Μερόπη δεν είχαν ένα δικό τους κεφάλαιο καθώς πλησίαζε το τέλος τους; Αντιλαμβάνομαι ότι την ιστορία τη ζούσαμε μέσω της Σεβαστής οπότε εφόσον δεν μάθαινε αυτή ,δε μαθαίναμε και μεις, όμως με αυτή την προσέγγιση αναγκαστήκαμε στην ουσία να βιώσουμε τη λύτρωση μέσω του Άλεξ και της Έλσας. Αυτοί έκλεισαν το κύκλο 80 χρόνια μετά αλλά τελικά ποτέ δε μάθαμε πώς έφυγαν οι υπόλοιπες ψυχές 80 χρόνια πριν κι αν τελικά τα είχαν βρει και αυτοί με τη σειρά τους με τον εαυτό τους και το θεό...
Κάποιοι σχολιάζουν πως αυτό το βιβλίο έχει πολλές επαναλήψεις. Εγώ όποια επανάληψη βρήκα, την έκρινα απαραίτητη και πολύ βοηθητική, ειδικά σε μία τέτοια τριλογία η οποία έχει αρκετό υλικό!! Πραγματικά απόλαυσα και το τρίτο βιβλίο και δεν μου άφησε κανένα κενό σε αυτά που θα ήθελα να ξέρω. Πιστεύω εάν πιανόταν και το θέμα της Έλσας με του Αλεξάντερ παραπάνω θα χανόταν η μαγεία! Με ταξίδεψε και με έκανε να ονειρεύομαι και αυτό το βιβλίο, το οποίο μπορεί να είναι το τρίτο και τελευταίο μα είναι εξίσου καλό και δυναμικό!
Τι θαυμάσια γραφη!Τι υπέροχες παρομοιωσεις!και μια αφήγηση που σε συνεπαιρνει! Αξιοσημειωτο οτι η συγγραφέας δεν αφηγηται μονόπλευρα την ιστορια των προσφύγων που ήρθαν απ'την Μικρά Ασία, αλλά και του Ομερ,του μουσουλμανου που πατρίδα του ήταν το Τσοτυλι Βεροιας και βρεθηκε στην Καππαδοκια. Ο ξεριζωμος σε όλη την τριλογία δείχνει φανερά πως αφορούσε και τις δύο πλευρες κι αυτο είναι που κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρον το βιβλίο. Δινει στον αναγνώστη επισης,αγνωστες πληροφοριες για την φυλη των Βαλαχαδων και γενικα όλα είναι ιστορικα τεκμηριωμενα. Ο επιλογος δε, ειναι ένα κέντημα μεταξενιο!
Συναρπαστικό το τελευταίο μέρος της τριλογίας, αν και με κούρασε λίγο σε κάποια σημεία. Συναρπαστική και συγκινητική η εξιστορηση του ξεριζωμου της Σεβαστής από την πατρίδα της την Καισαρεια και οι δύσκολες αποφάσεις που έπρεπε να πάρει έχοντας ένα και μοναδικό στόχο. Να καταφέρει να επιζήσει το παιδί της αδερφής της Ελισσως, θυσιαζοντας ακόμη και την αγάπη της για τον Ελμερ, και να προσφέρει σε αυτό ένα καλύτερο αύριο σε μια νέα πατρίδα την Ελλάδα. Μόνο που η πατρίδα της καρδιάς της ήταν μόνο η Καισαρεια.
Το τρίτο μέρος αν και λίγο μεγαλύτερο από τα προηγούμενα δεν με κούρασε καθόλου. Θα ήθελα να πω ένα μεγάλο μπράβο και ένα ευχαριστώ στην Μαίρη Κόντζογλου για την τριλογία αυτή. Για το θέμα της ανταλλαγής πληθυσμών κατά την Μικρασιατική Καταστροφή για τον τρόπο που το προσέγγισε χωρίς να προσβάλει καμία από τις δύο πλευρές, για την μεγάλη έρευνα και τις αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, ντοπιολαλιές, τοποθεσίες. Αγαπώ και στηρίζω τους ΄Ελληνες συγγραφείς οι οποίοι μέσα από τα μυθιστορήματά τους να αναδεικνύουν κομμάτια της ιστορίας μας.
Ολοκληρώνοντας με το βιβλίο αυτό την τριλογία της κυρίας Κόντζογλου μπορώ να πω πως μου άρεσε πολύ! Λίγο περισσότερο τα δύο πρώτα βιβλία, αλλά γενικά σαν σύνολο μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Ωραίο θέμα, πολύ καλή γραφή, ήρωες που σου μένουν. Βιβλία γεμάτα εικόνες, αρώματα, συναισθήματα που συγκινούν ίσως λίγο περισσότερο αυτούς που κουβαλούν στο DNA τους κάτι από χαμένες πατρίδες....
Πολλές επαναλήψεις που με κούρασαν. Νομίζω ότι θα μπορούσε να έχει τελειώσει από το 2ο βιβλίο. Ωστόσο δίνω 3.5/5 ⭐⭐, με το 1/2 υπέρ του "μαθητή" για τη συλλογική προσπάθεια & μόνο!
Η Μαίρη Κόντζογλου κλείνοντας το 3ο μέρος της τριλογίας των Παλιών Ασημιών, με μια γραφή περισσότερο ώριμη από ποτέ, αναβιώνει μια ολόκληρη εποχή. Με μια γραφή καθαρά λογοτεχνική, με περιγραφές λυρικές, με ιστορικές διαδρομές απολύτως ακριβείς, με ήρωες δουλεμένους εξαιρετικά και με μηνύματα πολλά - δοσμένα έτσι που δεν μπορείς παρά να βάλεις τον εαυτό σου πολλές φορές αντίκρυ τους - δίνει ένα βιβλίο που ήρθε για να μείνει. Ακροβατώντας ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα ενώνει με απαράμιλλη τέχνη τις ζωές της Σεβαστής και του Έλμερ, με εκείνες των απογόνων τους. Και παράλληλα καταφέρνει να αφήνει στάλες αποσπασμάτων εδώ και εκεί, ικανές να αποτελέσουν καθρέφτη δικών σου εσωτερικών αναζητήσεων. Οι ανεπίδοτες επιστολές αγάπης - που ανακαλύπτονται χρόνια μετά - λειτουργούν σαν μέσον αναζήτησης και εξευρένησης του εσωτερικού κόσμου των ηρώων, σαν καθρέφτης των ψυχών τους, και είναι παράλληλα για τη συγγραφέα ο συνδετικός κρίκος και το έναυσμα της ένωσης του τότε και του τώρα.
Βαδίζοντας και εγώ παράγραφο-παράγραφο και σελίδα-σε��ίδα στο '' Πέρα από τα Παλιά Ασήμια '' της Μαίρης Κόντζογλου, ένιωσα να δικαιώνομαι σαν αναγνώστρια χρόνων. Η δικαίωση έρχεται όταν έχοντας διαβάσει πολλά βιβλία - μπορώ να το παινευτώ αυτό, παίνεμα και χαρά μου είναι - μπορείς να διακρίνεις και να ξεχωρίσεις αυτό το κάτι που ένα βιβλίο σού δίνει σε κάθε αποστροφή του '' λόγου '' του. Όταν διαβάζοντας την κάθε λέξη, την κάθε πρόταση, την κάθε στροφή, νιώθεις να τις ζεις, με ό,τι αυτό σημαίνει. Να περνάς δηλαδή απ΄όλο το φάσμα των συναισθημάτων που γεννιούνται προχωρώντας στην ανάγνωση, να συμ-πάσχεις με τους ήρωες, αλλά και να ''βλέπεις'' μέσα ακόμη και τον εαυτό σου. Τέλος να μένεις με απαράμιλλες εικόνες στο νου, γλυκά ζαλισμένη από τις πανέμορφες περιγραφές τόσο των καταστάσεων που ξεδιπλώνονται μπρος στα μάτια σου με τέχνη και τρυφεράδα, όσο και των προσώπων που γίνονται πια δικά σου. Όταν άφησα πίσω μου και την τελευταία σελίδα, δεν θέλησα για λίγο να κάνω τίποτα άλλο. Μόνο έκλεισα απαλά το βιβλίο και αφέθηκα στη γαλήνη που είχε γεμίσει το '' είναι '' μου. Αφέθηκα στην απόλυτη ευχαρίστηση που παίρνει κάποιος διαβάζοντας ένα βιβλίο που είναι φτιαγμένο με την τέχνη του λόγου. Αφέθηκα στην απόλυτη ευχαρίστηση που παίρνει κάποιος διαβάζοντας ...λογοτεχνία.
Βρήκε Τα Παλιά Ασήμια η Έλσα, έκανε Μία Προσευχή για τα Παλιά Ασήμια στον τόπο καταγωγής της, στο αρχοντικό των προπατόρων της και έφτασε η ώρα να πάει λίγο πιο Πέρα από τα Παλιά Ασήμια … Το ταξίδι ολοκληρώθηκε, οι πρωταγωνιστές είπαν την ιστορία τους και απελευθερώθηκαν… και μαζί με αυτούς απελευθερώθηκε και η Έλσα.