"Κονδυλώδες τέκνο του ανατολικού παραμυθιού". (Andre Breton).
"Εκείνο που δεσπόζει στην ποίηση της Joyce Mansour είναι η δίχως μεταπτώσεις αναφορά της στο χαοτικό διάστημα ανάμεσα Έρωτα και Θανάτου... που εκδηλώνεται όχι σπάνια σε τόνους ντελίριου. Φτάνει στο σημείο να ωθήσει τον έρωτα σ' επίθεση, ρίχνοντάς τον πάνω στα τείχη του θανάτου, να τα παραβιάσει, να εισβάλει στην ενδοχώρα του. Ο οραματισμός της, γι' αυτό, δεν ορρωδεί μπροστά στο μακάβριο: ωθεί την ερωτική αναζήτηση, την ερωτική έλξη και επαφή να συνεχίζεται ανάμεσα στους ενταφιασμένους, εκεί, μέσα στον τάφο, ενώ η σήψη προχωρεί ραγδαία, και όχι ανάμεσα στις ψυχές τους που διέφυγαν σε κάποια ουράνια ενδιαιτήματα που θέλει μια άλλη μεταφυσική εξαλλοσύνη, στους αντίποδες της δικής της. Θέλει τον έρωτα να διαπερνά τον θάνατο πέρα για πέρα διότι βλέπει τον θάνατο ακατάργητο δόκανο να πολιορκεί τον έρωτα σαν να 'ναι το περίγραμμά του. Τον έρωτα διαπερατό από τον θάνατο. Τον θάνατο διαμπερή από τον έρωτα. Τον έρωτα εντεταγμένο στους κώδικες της μορφογένεσης. Τον θάνατο φάση της ανακύκλωσης των μορφών. Και είναι γι' αυτό η ποιήτρια πληγωμένη, είναι μελαγχολική, είναι πικρή, είναι αηδιασμένη, είναι δραματική, είναι χλευαστική, είναι αναστατωμένη, είναι επαναστατική... Και είναι ασύστολη. Ο λόγος της ενδίδει στην ασέλγεια, στη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό, στη λαγνεία, στο λεσβιασμό, στο βίτσιο, στο μακάβριο, στη διαστροφή, σ' όλες τις παρενέργειες του ερωτικού παροξυσμού, επιστρατεύοντας και την αναισχυντία, προκειμένου να διασαλπίσει πως είναι απαράδεκτος ο θάνατος". (Έκτωρ Κακναβάτος).
"Να δούμε ότι τα αναιδή άνθη της γλώσσας της, η διαστροφή των μεταφορών της, η αναισχυντία κάποιων εικόνων, οι αναβρασμοί που καταυγάζουν τους διάλογους της, το καταλυτικό χιούμορ των κατάρων της, προέρχονται από μια συγγραφέα που προκαλεί κάθε μέρα τον θάνατο με τα μόνα όπλα που διαθέτει". (Hubert Nyssen)
Joyce Mansour was born Joyce Patricia Adès in Bowden, England to Jewish-Egyptian parents. After a month in Cheshire her parents returned with her to Cairo where she lived until she was twenty. Moving to Paris in 1953 she became one of the best known Surrealist poets, authoring sixteen books of poetry, as well as a number of important prose and theater pieces.
Ποιητικός υπερρεαλισμός σαν χέρι δυνατό που σου πιάνει εσωτερικά τα όργανα και τα αλλάζει θέση
Η ποίηση της Joyce Mansour είναι ένα άλογο που περνάει καλπάζοντας με τα ρουθούνια διεσταλμένα, τινάζοντας τη χαίτη του στον άδειο δρόμο μιας μεγαλούπολης τη νύχτα
Εκτυφλωτική αγριότητα που τραμπαλίζεται ανάμεσα στον Έρωτα και τον Θάνατο
Ποίηση που δαγκώνει τον επιρρεπή με το ενάμισυ πόδι να πατάει με σταθερότητα σε φαντασιακούς κόσμους
Διαβάζεται με ουίσκυ στο κομοδίνο. Ακουμπισμένο σε μπούτια ή στο στήθος
Μικρό, θαυματουργό δηλητήριο
Φροντίστε να έχετε ωραίο ταβάνι. Θα χρειαστεί να το κοιτάξετε πολλές φορές.
--------------------------------------
Άσε με να σ' αγαπώ αγαπώ τη γεύση απ' το παχύ σου αίμα το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι αγαπώ τον ιδρώτα σου μ' αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου περίρρυτες από χαρά άσε με να σ' αγαπώ άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου σάλιο άσε με να σε τυφλώσω
---------------------------------------
Εξαιρετική έκδοση από Άγρα. Βρήκα την απόδοση του Έκτορα Κακναβάτου υπέροχη, χωρίς να έχω ψάξει τα γαλλικά πρωτότυπα• έτσι ενστικτωδώς και αυθαίρετα καλύφθηκα.
---------------------------------
Άνοιξε της νυχτός τις πόρτες κρεμασμένη την καρδιά μου θε να 'βρεις μέσα στο μυρωμένο του έρωτα ερμάρι ανάμεσα στης αυγής τα ρόδινα φουστάνια κρεμασμένη απ' το σκόρο φαγωμένη απ' τη λέρα των ετών Κρεμασμένη δίχως ρούχα γδαρμένη απ' την ελπίδα η καρδιά μου με τα γενναιόδωρα όνειρα ζει ακόμα
--------------------------------
Στις σκοτεινές της απελπισιάς σπηλιές μονάχη γυροφέρνω μονάχη γεύομαι κρέατα μιαρά μοναχή πεθαίνω μοναχή μου επιζώ δίχως αυτιά τα ουρλιαχτά των σφάγιων να μην ακούω Από λέξεις άδειο το στόμα μου γογγύζει Είμαι ο έρωτας όταν τον έπλασε ο θεός Είμαι εγώ Είμαι ο εχθρός
πέρα από κάθε σύμβαση η Μάνσουρ. Κυνική, ατίθαση, πληθωρική με ένα έντονο ανεπιτήδευτο ερωτικό/γκροτέσκο/επαναστατικό στυλ σε μια ρυθμική αφήγηση ανάμεσα στα τρία κεφάλαια, τραμπαλίζει στο ζύγι τον έρωτα και το θάνατο,τη μιά λάγνα, παραδομένη στο συναίσθημα -συχνά στα όρια του κανιβαλισμού-, την άλλη αντισυμβατική, εξεγερμένη, και άλλες φορές και τα δύο μαζί . Μεγαλουργεί αναζητώντας το ‘ανάμεσο’ · μεταξύ έρωτα και θανάτου · (το χαοτικό που λέει και ο Κακναβάτος) αυτό που μάλλον δεν ορίζεται και που & εκείνη αβυσσαλέα έψαξε να ζήσει. Ποίηση με εκρηκτικό παλμό και με uptempo σαν να περνά από τη τζαζ στη μέταλ και βαις βερσα. Εξυμνεί τη γυναίκα με ένα ιδιόμορφο τρόπο, χωρίς να ακολουθεί καμία νόρμα και αναιδεί η γλώσσα της εκπέμποντας τα πιο εκκωφαντικά σε νόημα μηνύματα Η Μάνσουρ περιγράφει τη ζωή σαν μια αντικομφορμιστική, επαναστατική πράξη και ίσως αυτός τελικά να είναι ο τρόπος με τον οποίο ξορκίζει τον θάνατο...με έρωτα.
Η Μανσούρ ήταν μεγάλη ποιήτρια. Οι ανατροπές και οι εκπλήξεις στους στίχους της την βάζουν στην κορυφή των σουρεαλιστών ποιητών, όπου η γυναικεία εκπροσώπηση δεν ήταν πολύ μεγάλη (ξεχωρίζουν η Ζιζέλ Πράσινος και η Λεονώρα Κάρινγκον, μεταξύ άλλων). Η Μανσούρ είναι εμμονική, μια σεξοανθρωποκανιβαλική εμμονή. Τα ποιήματα τα απολαμβάνει σίγουρα κανείς μενονωμένα, αν διαβαστούν συνεχόμενα πιθανώς η θεματική μονοτονία τους να σας πετάξει έξω, όπως συνέβη και σε μένα στα "Σπαράγματα" της. Τα "Όρνια " της ωστόσο, όπου πια είναι κοντά στον θάνατο από καρκίνο του στήθους, είναι βαθιά ανθρώπινα, ξεφέυγοντας απο το δίπολο "έρωτα-θανάτου" που εξάντλησε στις δυο προηγούμενες συλλογές.
Οι στιχουργικές στιγμές μεγαλείου της:
ΚΡΑΥΓΕΣ
"Ράχη κυρτωμένη απ' των αντρών τα όνειρα" (27)
"Το κεφάλι του κρύβεται ανάμεσα στις μαλλιαρές του γάμπες" (28)
"Δεν αγαπούσα το άρωμα της ζωής του" (29)
"Εγωιστικά μ' αγαπάει εκείνη/ της αρέσει που πίνω τα νυχτερινά της σάλια" (33)
"κι ενώ έστηνες έναν καινούριο κόσμο/ έριχνε χιόνι" (39)
"Πλαγιασμένος πάνω τους κουβέρτα ως τον λαιμό/ για να κρύβεις την άγρια μοναξιά/ που παίζει ανάλαφρα ντυμένη/ γύρω απ' την πληγή σου" (42)
"Και η γαλήνια γρατζουνιά όπου πεθαίνει το κενό λαχανιασμένο/ δ.ερνεται παλεύει ανοίγεται και κουλουριάζεται ηδονικά/ πάνω στο αργοσάλευτο πέος του εξερευνητή Νώε" (46)
ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ
"Είδα την ανθρωπότητα να ξερνά μέσα στης εκκλησιάς/ την αστέριωτη γαβάθα/ και δεν κατάλαβα την καρδιά μου" (53)
"Είμαι εγώ/ είμαι ο Εχθρός" (58)
"Των γυμνωμένων γυναικών/ που πλαγιάζουν στα λιβάδια/ ή στους δρόμους ζητιανεύουν/ τη φράουλα του έρωτα/ τη ψευτοχρυσωμένη" (64)
"Μη μαλάζετε μα μαλακά βυζιά/ των ξεδιάντροπων πιθήκων/ θα μπορούσαν αν σας πάρουνε/ χωρίς συγνώμη, χωρίς πόθο/ για γυναίκα" (66)
ΟΡΝΙΑ
"ο ουράνιος δεσπότης έχει ανάγκη από ένα σύνταγμα/ κατούρησε τη σούπα του/ όταν τσιτώνεται στο πλάι σας ευτυχισμένος" (97)
"πνιγμένη σε βυθό ανιαρού ονείρου/ μαδούσα τον άντρα/ τον άντρα αυτή την αλειμμένη μαύρο λάδι αγκινάρα/ .../ χτες προχτές και πριν και πάλι/ μες στα φτωχά του πεσμένα πανταλόνια υπερανθρώπου" (105)
"Τα μάτια μου άλογα τρελά για απεραντοσύνη" (109)
"ο ραδιοφωνικός έρωτας του νυχτερινού πλήθους/ νανουρισμένου απ΄το χρήμα αποκτηνωμένου απ' το χρήμα/ προστατευμένου απ'το χρήμα" (117)
"Κι εκείνη η περίπλοκη ομορφιά που είναι η ελευθερία/ ανάμιξη αμμωνίας/ μελάσσας/ και εφίδρωσης" (127)
"Σε ποιό θεο πιστεύεις όταν το νερό βρωμίζει/ ... / Τι κάνεις όταν η αυγή βογγά/ Πρέπει να τραγουδάς αγαπημένη μου/ τα τραγούδια των μυρουδιών" (134)
Η Μανσούρ γράφει για την γυναίκα προορισμένη να ικανοποιεί έναν άντρα επιπλάστως κυρίαρχο, ανασφαλή, έναν πίθηκο. Ο έρωτας είναι βίαιος, ο έρωτας ενέχει θάνατο και σφαγή. Ταυτόχρονα μιλά για την οικογένεια, για το λεσβιακό πάθος με αντίστοιχούς όρους με το ετεροφυλόφιλο, καταφέρεται ενάντια στο χρήμα, στον πόλεμο, τιμά τα γηρατειά και τη φθορά. Τελικά είναι σώμα σώμα σώμα και το κρεβάτι είναι μια παθιασμένη βρομιά, υπόνομος, χοιροστάσιο. Σπουδαία και ανθρώπινη ποίηση.
"Θυμήσου την ακανόνιστη πτήση της καρδιάς μου τη συγκίνησή σου των τριχών μου το τσαλάκωμα όταν μαζί γελούσαμε θυμήσου τον παραγεμισμένον μ’ ευωδίες αγέρα που απ’ το πυρωμένο μου κορμί προβαίνει το παχύ γκρίζο καουτσούκ των χαύνων βραδιών του χειμώνα Όταν ακούγαμε να βαρούν καμπάνες τα ποντίκια τρώγωντας παπαρούνες Εσύ κι εγώ θυμήσου" Βίαια, ερωτικά, αλλοπροσαλλα, απαλλαγμένα από κάθε ενοχή, από κάθε λογική. Υπέροχα