Η αθηναϊκή δημοκρατία είναι το πιο σημαντικό, το πιο μελετημένο και το πιο επίκαιρο από τα κεντρικά θέματα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Διακεκριμένοι ερευνητές διαδοχικών γενεών έχουν συμβάλει -με άρθρα, μονογραφίες και συνθέσεις- ώστε οι γνώσεις μας για την αθηναϊκή δημοκρατία να είναι άφθονες, ποικίλες, πολυμερείς. Το παρόν βιβλίο συγκροτεί μια πολυεδρική και πολυεπίπεδη σύνθεση. Αρχίζει συγκρίνοντας την αθηναϊκή δημοκρατία με τις νεότερες δημοκρατίες. Επισημαίνει τις οικονομικοκοινωνικές συνθήκες της και τις πολιτισμικές πηγές της. Εξιστορεί τη γένεση και την εξέλιξή της. Περιγράφει τους θεσμούς και τις πρακτικές της. Εκτείνεται στις ιδεολογικές και πολιτικές αντιθέσεις δημοκρατικών και ολιγαρχικών. Ενδιαφέρεται για τις επιπτώσεις της στην πολιτική και στον πολιτισμό. Αποτιμά τα επιτεύγματά της και τις αδυναμίες της. Εξετάζει τη θέση της ανάμεσα στις αρχαίες ελληνικές δημοκρατίες και την επίδραση αθηναϊκών δημοκρατικών θεσμών και ιδεών στη διαμόρφωση του νέου τύπου δημοκρατίας. Τέλος, προτείνει την αθηναϊκή περίπτωση ως στοιχείο απαντήσεως στο ερώτημα εάν είναι δυνατόν να υπάρξουν σήμερα δημοκρατίες και σε προβιομηχανικές και πτωχές χώρες. Η πραγματεία συνδυάζει επιστημονικότητα και απλότητα, γιατί απευθύνεται συνειδητά σε πλατύ φάσμα χρηστών: φοιτητές και πτυχιούχους ιστορίας, πολιτικών επιστημών, νομικής, κοινωνιολογίας, αρχαιολογίας, φιλολογίας, αλλά και γενικούς αναγνώστες ανωτέρου επιπέδου.
Ο Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου (Πάτρα, 14/2/1912 – Αθήνα, 16/8/2014) σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών, στη Σορβόνη και στο Collège de France. Aνακηρύχθηκε Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1939), Docteur es Lettres (doctorat d'État, 1956). Εργάστηκε ως ερευνητής στο Eπιστημονικό Ίδρυμα Eρευνών της Γαλλίας (C.N.R.S, 1951-1954) και ως διευθυντής ερευνών στο Kέντρο Mικρασιατικών Σπουδών (1954-1959). Tο 1959 εξελέγη τακτικός καθηγητής της Aρχαίας Iστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, θέση από την οποία απομακρύνθηκε το 1967 από τη Δικτατορία και στην οποία επανήλθε το 1974. Aπό το 1970 έως το 1975 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Lyon II. Συνταξιοδοτήθηκε το 1979. Διετέλεσε κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής (1965-1966), αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Eθνικού Θεάτρου Bορείου Eλλάδος (1964-1967), πρόεδρος της Association Lyonnaise d'Etudes Anciennes (1974), πρόεδρος της Eλληνικής Eπιτροπής Iστορικών Eπιστημών (1978-1985), μέλος της Διεθνούς Eπιτροπής Iστορικών Eπιστημών (1978-1985), ιδρυτής και διευθυντής του Kέντρου Eλληνικής και Pωμαϊκής Aρχαιότητος στο Eθνικό Ίδρυμα Eρευνών (1979-1992), μέλος του Δ.Σ. του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών (1992-1995), πρόεδρος του Iδρύματος Eλληνικού Πολιτισμού (1993-1995), και πρόεδρος του Kέντρου Mικρασιατικών Σπουδών. Υπήρξε μέλος της Accademia dei Lincei και αντεπιστέλλον μέλος της Accademia Pontaniana και της Académie des Inscriptions et Belles Lettres. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά και σε συλλογικά έργα, έχει παρουσιάσει ανακοινώσεις σε Aκαδημίες και έχει συνεργασθεί με πολλά εκτενή κεφάλαια στην «Iστορία του Eλληνικού Έθνους» της Eκδοτικής Aθηνών.