Από τα Μακεδόνικα ακούγονται κάθε τόσο μοιρολόγια. Τους έρχονταν τα μαντάτα από το Γράμμο, το Βίτσι. Οι μανάδες μας κοιτάζονταν αμίλητες, κούναγαν το κεφάλι. Μαζεύουνε τα παιδιά. Θα μας στείλουν αλλού, χώρια απ' τους δικούς μας. Οι Μακεδόνισσες τα 'δωσαν τα δικά τους. Έκλαιγαν, τα φιλούσανε, δεν είπανε όχι. Οι δικές μας αγρίεψαν. Έσκουζαν, καταριόντανε, μας έσφιγγαν πάνω τους, μια δυο πέσανε στους υπεύθυνους με τα νύχια, βάλαμε κι εμείς τα κλάματα, μας αφήσανε. Πήραν τα μεγαλύτερα, από δέκα και πάνω. Μας φορτώνουν σε μεγάλα καμιόνια. Μετά στο βαπόρι, ένα πολωνέζικο φορτηγό, είπανε. Μας ανεβάζουν με βίντσι και τρέμουμε, κάποιος πέφτει στη θάλασσα. Κατεβάζουν το φαγητό με αλυσίδες, είμαστε μέσα στο αμπάρι πατείς με πατώ σε. Δεν μας αφήνουν να ξεμυτίσουμε. Ανέβηκε ο πάππους μια μέρα στο κατάστρωμα, περνούσε ένα βαπόρι, «Πέσε κάτω» του λένε, δεν έπεφτε, τον κατέβασαν με τη βία.
Ο συγγραφέας αφηγείται τα παιδικά του χρόνια με την οικογένεια, πρώτα ως αριστεροί πρόσφυγες στην Ουγγαρία, όπου ήταν παχουλός, κι έπειτα στην πατρίδα όπου έρρεψε, κάτι που έκανε εντύπωση στον θεολόγο και τον δάσκαλο. Η ζωή στο χωριό και τη μεταπολεμική Ελλάδα.
Σίγουρα η θεματική αυτού του βιβλίου θα μπορούσε να είναι μυθιστόρημα πάρα πολλών σελίδων. Ωστόσο ο Μιχάλης Γκανάς το έκανε αφήγημα και συμπύκνωσε την ιστορία της προσφυγιάς στην μετακατοχική Ελλάδα σε 76 σελίδες. Και μπόρεσα να το κάνει πολύ πετυχημένα, γιατί ως ποιητής μπορεί μέσα από λίγες λέξεις να περιγράψει συναισθήματα και να δημιουργήσει εικόνες σκληρες, ωμές, στενάχωρες και γεμάτο μνήμες. Και εξαιρετικός ο τίτλος, που αναφέρεται σε μια πατρίδα που συμπεριφέρεται σαν κακιά μητριά στα παιδιά της και τα ίδια δεν αντέχουν να ζουνε σε αυτήν. Σίγουρα κάποια πράγματα οφείλεις να γνωρίσεις, για να μπεις στο κλίμα του βιβλίου, αλλά πρόκειται για μια συγκλονιστική μαρτυρία των παιδικών και εφηβικών του χρόνων.
Κάποιες φορές είναι λίγα τα λόγια για κείμενα που σε αγγίζουν στον πυρήνα σου. Ο Γκανάς δεν έχει χαρακτηριστεί τυχαία φύσει και θέσει Ηπειρώτης ποιητής. Μέσα σε αυτό το σύντομο αφήγημα υπάρχουν σημεία που αντηχούν στιχάκια του Κρυστάλλη, ο λόγος αν και αφήγηση παραμένει ποιητικός και οι αμφισημίες της ηπειρώτικης κληρονομιάς (ορατές ίσως εύκολα σε όσους έχουμε μεγαλώσει στην Ήπειρο) είναι λόγοι που με άγγιξαν πολύ σε αυτό το σύντομο αφήγημα.
"...Βγαίνοντας η μάνα γύρισε να τον δει, της κούναγε το χέρ. Πήγε και στάθηκε μπροστά του. "Τί θέλεις να σου φέρω την άλλη φορα;" τον ρώτησε. "Τίποτε". ¨Θα σου φέρω ένα σακί καραμέλες" του ΄πε και γύρισε να φύγει. Δεν θα ΄χε κάνει τρία βήματα κι άκουσε τη φωνή του, "Μανούλα". "Τί θέλεις ψυχή μου;" . "Έλα κοντά". Όταν πλησίασε έβγαλε το μικρό του δάκτυολο από το σύρμα. "Φίλα το", της είπε.."
Υπέροχα γραμμένο, δεν μπορώ να αποφασίσω αν θα ήταν ωραιότερο ως πιο εκτεταμένο μυθιστόρημα ή αν η αφηγηματική του λιτότητα είναι το δυνατό του σημείο.