Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις δεν είναι συμπτωματική: στο μυθιστόρημα του πρωτοεμφανιζόμενου Σωφρόνη Σωφρονίου διασταυρώνονται οι βίοι αληθινών και φανταστικών προσώπων και η δράση ταξιδεύει στο χώρο (Κύπρος, Άμστερνταμ, Νέα Υόρκη) και στο χρόνο (21ος, 20ός, 19ος, 16ος αιώνας). Η ταχύτητα είναι ιλιγγιώδης, ο ιστός της πλοκής σφίγγει τα πρόσωπα, ο ερωτισμός μάχεται την ασκητική, η ιστορία γίνεται το υπέδαφος της λογοτεχνίας και η λογοτεχνία καταθέτει ψήγματα ιστορίας.
Την έγνοια και τον προβληματισμό του συγγραφέα για τον τόπο του ενσαρκώνει ο κεντρικός ήρωας Αντώνιος Λεοντίου (1896-1947), μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Στη ροή της τρικυμισμένης ζωής του παρεμβαίνουν ο Αρθρούρος Ρεμπώ, ο Φρανσουά Βιγιόν, ο απόστολος Παύλος, ο Ιερώνυμος Μπος, η Μαρίκα Παπαγκίκα, ο εθνομουσικολόγος Άλαν Λόμαξ, ο λαϊκός μουσικός Αλή Πεσκέ, διάφορες σέκτες, το ανώνυμο πλήθος και ο ίδιος ο δολοφόνος του.
Στο μεταίχμιο φαντασίας και ιστορίας οι άνθρωποι διδάσκονται με τη βία προσπαθώντας να ανακαλύψουν αν οι πράξεις τους καθορίζονται από τη βούλησή τους ή αν επιβάλλονται από εξωτερικούς παράγοντες. Πανταχού παρούσες η ποίηση, η μουσική, η ζωγραφική.
Ο Σωφρόνης Σωφρονίου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1976. Έχει σπουδάσει Ψυχολογία στην Κύπρο και Νευροεπιστήμες στη Νέα Υόρκη. Εργάστηκε για τρία χρόνια ως ερευνητής στο τμήμα Νευρολογίας του νοσοκομείου Mount Sinai. Από το 2010 ασχολείται με τη λογοτεχνική συγγραφή.
* Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Κύπρου 2016 * 1ο Βραβείο Μένης Κουμανταρέας 2016 Ένα βιβλίο που ανέβασε το πήχη για μένα και δεν μ' απογοήτευσε.
Το βιβλίο καταπιάνεται με μια άγνωστη πτυχή της ιστορίας της Κύπρου (η οποία ιστορία με τόσες πτυχές έχει γίνει πλισές), η οποία είναι ο θάνατος του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Λεόντιου ο οποίος πέθανε μυστηριωδώς 36 μέρες μετά την ενθρόνισή του. Πολλοί εικάζουν ότι δηλητηριάστηκε από τους Βρετανούς διότι είχε φιλικές κι όχι εχθρικές σχέσεις με Τουρκοκύπριους και κομμουνιστές. Ίσως ο μόνος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου που έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, και στη Θεολογική Σχολή της Νέας Υόρκης.
Επίσης βλέπουμε και την ιστορία 3ων ανδρών. Ενός παππού (Κώστας), του γιου του (Νίκος), και του εγγονού του (Αλέξανδρος) Ο παππούς κρύβει ένα μυστικό πολιτικής φύσης, ο γιος με τη σειρά του ένα μυστικό σεξουαλικής φύσης και ο εγγονός έχει μότο του το: «Τούρκος καλός, μόνο νεκρός»
Και όλοι αυτοί έχουν μια σύνδεση μεταξύ τους όπως και με τον πίνακα του Ιερώνυμου Μπος (Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων) ο οποίος (Μπος) εμφανίζεται για λίγο ως χαραχτήρας στο βιβλίο, όπως και οι Αρθούρος Ρεμπώ ο οποίος δούλεψε για λίγους μήνες σε λατομείο στην Κύπρο· ο Φρανσουά Βιγιόν και επίσης μια από τις πρώτες ρεμπέτισσες, η Μαρίκα Παπαγκίκα.
Όλα αυτά φαίνονται χαοτικά αλλά δεν είναι. Ο συγγραφέας ξεδιπλώνει σιγά-σιγά την υπόθεση και μας μεταφέρει από την Κύπρο του 2011 στην Νέα Υόρκη του 1929, κι από την Κύπρο του 1947 στην Νέα Υόρκη του 1980 με σύντομες στάσεις στο Μεσαίωνα (Ιερόνυμος Μπός), Αθήνα (1990), Άγιο Όρος (1980) κλπ.
Ο τρόπος αφήγησης δεν είναι ένας. Άλλοτε είναι με την μορφή email, άλλοτε με τη μορφή παραδοσιακού γράμματος, άλλοτε ως κλασσική αφήγηση 3ου προσώπου, όπως επίσης και σε συνηδεισιακή ροή. Και σε 3εις περιπτώσεις η αφήγηση μετατρέπεται σε κυπριακή διάλεκτο.
Τα θέματα πολλά όπως καταλάβατε: πολιτική, θρησκεία, ζωγραφική, μουσική, λογοτεχνία.
Μία σκηνή που με συγκλόνισε είναι η σκηνή που μας μιλά το πτώμα (επιδράσεις από το βιβλίο του Ορχάν Παμούκ Με λένε Κόκκινο)[εξάλλου του συγγραφέα αγαπημένο βιβλίο είναι [book:Το μαύρο βιβλίο|26167391]επίσης του Παμούκ]. Το πτώμα είναι ενός Τουρκοκύπριου μουσικού που δολοφονήθηκε το 1947 από Ελληνοκύπριους πατριώτες. Θα την παραθέσω εδώ σχεδόν αυτούσια:
Εμένα όπως είπα, με έριξαν [στο πηγάδι] το '47. Είχα όνειρα ότι μια μέρα, εκεί που θα καθόμουν και θ' αγνάντευα την απλωσιά των κάμπων έχοντας το βιολί στα χέρια, θα μου 'κοβαν στο κεφάλι μουσικές [...] Ύστερα από μένα τι '52 έριξαν 2 αστυνόμους που δούλευαν για τους Βρετανούς, ένα Τούρκο κι ένα Ρωμιό. Οι φονιάδες τους είπαν «προδότες». Το '55 γκρέμνισαν στο πηγάδι 3εις χριστιανούς. Τους είπαν «κομμουνιστές». Το '56 2 νεαρούς τυλιγμένους σε ελληνικές σημαίες. Αυτούς τους είπαν «τρομοκράτες». Το '57 ήρτεν κάτω ένας παχύς Εγγλέζος. Αυτόν τον είπαν «αποικιοκράτη». Το '59 3εις έφηβους Τούρκους. Τους είπαν «ξένους». Το '61 μια ολόκληρη οικογένεια χριστιανών. Τους είπαν «ζωοκλέφτες». Το '62-'63 κάμποσοι [Τουρκοκύπριοι] βρήκαν άγριους θανάτους. Το 1973 έριξαν ζωντανούς 2 Τούρκους/ Τους είπαν «αλλόθρησκους» και «άτε να τελειώνουμε με τούτους». Τον Ιούλη του '74 έριξαν 13 πτώματα χριστιανών, με τα κεφάλια χώρια. Τους είπαν «πεσόντες πολέμου» και «εχθρούς που καλά επάθαν». 2 βδομάδες ύστερα μας άφηκαν μισοκαμένα 7 Τουρκάκια, του Δημοτικού. Τα είπαν «ελάχιστη εκδίκηση». [...] Αν ρωτάτε εμένα τον Αλή Πεσκέ, άρκεψα να δέχουμαι ότι τα ηφαίστεια του κόσμου σκάζουν για να δώκουν πίσω ό,τι επετάξαμεν στους λάκκους μας 196-199
Αυτή κυρίες και κύριοι είναι η ιστορία της Κύπρου, μια ιστορία γραμμένη με πτώματα, πτώματα ταπελλωμένα, πτώματα διαμελισμένα όπως κι η ίδια η Κύπρος που μοιάζει όπως αναφέρει κι ο συγγραφέας με αιδοίο διότι η Κύπρος ανά τους αιώνες αποτέλεσε την πόρνη της μεσογείου. Κατακτητές και κατακτητές πέρασαν από πάνω της, και ακόμα στέκει με τα σημάδια των δεινών εμφανή ακόμα.
Του έβαλα 4,5 αντί 5 αστέρια διότι το 9ο από τα 11 κεφάλαια ήταν σε φάση action-packed που θυμίζει μυθιστορήματα του Νταν Μπράουν και επίσης ο όλος μυστικισμός του πίνακα και η σύνδεσή του με τους ήρωες και την Κυπριακή ιστορία δεν με πολυ-επεισε/ Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν μ' άρεσε το βιβλίο. Δε σημαίνει επίσης ότι δεν το συστήνω διότι ο συγγραφέας έχει την ατυχία να είναι Κύπριος και η Κυπριακή λογοτεχνία δεν είναι και τόσο ευρέως γνωστή και είναι κρίμα να περάσει τούντο βιβλίο απαρατήρητο. Δκιαβάστε το!! και καλή ανάγνωση
Αν αγαπάτε την Κύπρο, δε θα το αφήνετε από τα χέρια σας. Αν, πάλι, έχετε θρησκευτικές ανησυχίες, σίγουρα θα σας ανταμείψει. Αξιόλογο βιβλίο που θέλει οπωσδήποτε και δεύτερη ανάγνωση.
Το γνωστό του Αριστοτέλη αξίωμα, ισχύει και αντίστροφα: το Όλον δύναται να είναι μικρότερο του αθροίσματος των μερών του.
Με δυσκόλεψε πολύ η αξιολόγηση αυτού του έργου.
Από τη μια, ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να θαυμάσει το ευφάνταστο πάντρεμα ιστορικών γεγονότων και προσωπικοτήτων που στην πραγματικότητα χωρίζονται από αιώνες και χιλιόμετρα, σ’ αυτό το έντεχνο ταξίδι στο χωροχρόνο, από την Ολλανδία του 15ου αιώνα, στην Κύπρο του 19ου αιώνα και του σημερινού, στην Αμερική της δεκαετίας του 20’ και του 80’, μα κι αλλού και άλλοτε.
Οι χαρακτήρες των Πρωτόπλαστων συνδέονται με το παράξενο, μεταφυσικό νήμα της μοίρας, μέσα από ένα πίνακα του Ιερόνυμου Μπος, την επίσκεψη του Αποστόλου Παύλου στη Μεγαλόνησο, τατουάζ κτυπημένα με ευλογημένες/καταραμένες σιδερένιες γραφίδες, μυστικιστικές πρακτικές κι υπόγειες θρησκευτικές σέκτες. Αποτελεί μια υπέροχη μίξη πραγματικού και μυθοπλασίας που συστήνει άγνωστες πτυχές της ιστορίας, όχι μόνο της Κύπρου αλλά και του κόσμου ολόκληρου, ενώ παράλληλα φέρνει στην επιφάνεια τ’ απομεινάρια και τις επιδράσεις τους στο σήμερα. Μέσα από αυτή την νέα προσφερόμενη οπτική, ο συγγραφέας σχολιάζει διακριτικά, σχεδόν ανεπαίσθητα, τη ξενοφοβία, την εκμετάλλευση του λαού και την αλλοίωση της κοινής γνώμης για χάρη πολιτικών συμφερόντων, για την εξάλειψη του λαϊκού πολιτισμού, της λαϊκής παράδοσης και μουσικής, του κόστους της ανιδιοτελούς πολιτικής ηγεσίας και τόσα άλλα πολλά.
Σ’ αυτή τη μεγαλεπήβολη προσπάθεια όμως, οφείλεται και το μοναδικό υστέρημά του. Μιλώντας εξίσου για τα πάντα, δεν ειπώθηκε επαρκώς τίποτα. Ταπεινή μου άποψη είναι ότι, οι ιδέες και το υλικό που είναι μαζεμένο σ’ αυτό το έργο, είναι αρκετά για τουλάχιστον τρία βιβλία. Η μεστότητα ιστορικών, κοινωνικών, μουσικών, λογοτεχνικών, φιλοσοφικών και άλλων αναφορών, μαζί με το ασύστολο name-dropping, τη χρήση πολλαπλών συγγραφικών τεχνικών και των ενίοτε βίαια σφηνωμένων ρήσεων -αυτό δηλαδή, το επιβλητικό συνονθύλευμα γνώσεων και δεξιοτήτων- υπόσχεται τόσα πολλά, που στην πορεία δεν μπορεί παρά ν’ απογοητεύει.
Έπιανα πολλές φορές τον εαυτό μου να διαβάζει αυτό το βιβλίο ως αν να ήταν ακαδημαϊκό κείμενο ή κάποιου τύπου εργασία, τόσο που δεν μ’ άφηνε ν’ αφεθώ και να «ταξιδέψω». Φαντάστηκα τον συγγραφέα να παραπέμπει στο αρχείο της έρευνάς του, στα μέρη που επισκέφθηκε, στις βιογραφίες που αναλώθηκε, τους πίνακες που μελέτησε. Τον οραματίστηκα να εξηγεί και να στοιχειοθετεί με πάσα λεπτομέρεια και πειστικότητα, τους λόγους που επέλεξε να συμπεριλάβει αυτές, κι όχι κάποιες άλλες σπουδαίες προσωπικότητες, συγγραφείς, ζωγράφους, ποιητές, τραγουδιστές που διαχέονται του βιβλίου, κι όμως όλα αυτά τα πολλαπλά και καλοδουλεμένα, έκαστο, τα στοιχεία που συντελούν το βιβλίο αυτό, δεν καταφέρνουν να δέσουν τόσο καλά όσο θα τους άρμοζε.
Το έργο φαντάζει να πνίγεται μες τη φιλοδοξία του και παραμένει χωρίς κορύφωση κι εστία. Στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει και να διεκδικήσει τη θέση του στο λογοτεχνικό στερέωμα, η «φωνή του συγγραφέα», χάνεται στο βόμβο μιας πολυσύνθετης ορχήστρας προκαλώντας την αίσθηση του επιτηδευμένου κι ίσως προδίδοντας μια ανασφάλε��α κι αναποφασιστικότητα.
Για να τελειώσω όμως με μια τη θετική διάθεση που προϋποθέτουν και τα τέσσερα αστεράκια, παρά τα πιο πάνω Οι Πρωτόπλαστοι δεν παύουν ν’ αποτελούν ένα πρωτότυπο ιστορικό μυθιστόρημα που διαφωτίζει και προκαλεί και που στην τελική αξίζει κανείς να διαβάσει.