MIA ΓYNAIKA ZHTA BOHΘEIA MEΣA ΣTH NYXTA, KI YΣTEPA...
Δεν την άκουγα. Μέσα από τις μυρωδιές της άνοιξης το άρωμά της ξεχώριζε, έμπαινε μέσα μου, με αναστάτωνε. Το άρωμα της μοιραίας νύχτας. Ήταν εκείνη. Η γυναίκα του θεάτρου και του θανάτου. Επιτέλους το άγνωστο άρωμα αποκτούσε ένα πρόσωπο. [...] - Εκείνοι δεν αστειεύονται, είπε. - Περίεργο. Εγώ είχα ακριβώς την αντίθετη εντύπωση. Από την πρώτη μέρα που τους γνώρισα ήταν όλο αστεία μαζί μου. Τη μια με έστηναν μπροστά σ' έναν γκρεμό, την άλλη έριχναν ένα αγριόσκυλο επάνω μου, την τρίτη έβαζαν έναν αδέξιο σκοπευτή να αστειευθεί με στόχο το σώμα μου. Και τώρα εσείς μου λέτε πως... Όχι. Οι φίλοι σας αστειεύονται. Απότομα σοβάρεψα. Μόνο που δεν μου αρέσουν τα αστεία τους.
ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ TOY ΤΕΛΟΥΣ TOY 19ΟΥ ΑΙΩΝΑ, ένας άντρας, απόστρατος αξιωματικός, προσωρινά τυφλωμένος από μια μονομαχία, συναντάει κάποια νύχτα μια μυστηριώδη γυναίκα που τον εμπλέκει σε μια υπόθε¬ση φόνου και στην παρ' ολίγο δολοφονία του. Από αυτήν τη γυναίκα συγκρατεί με εμμονή το άρωμά της. Κι αρχίζει έτσι την επίμονη και παράτολμη αναζήτησή της, που τον οδηγεί στη Θεσσαλία ̶ η οποία έχει πρόσφατα προσαρτηθεί στην Ελλάδα και όπου ο νόμος και η τάξη είναι πράγματα ασαφή. Θα συναντήσει αδίστακτους κοσμοπολίτες τυχοδιώκτες και η ζωή του θα απειληθεί πολλαπλώς, καθώς το πάθος του για τη μυστηριώδη γυναίκα και η πεισματική προσπάθειά του να ανακαλύψει την αλήθεια τον οδηγούν διαρκώς σε ανυπολόγιστους κινδύνους.
Ακόμα ένα χαμένο, σπουδαίο μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή, αστυνομικής υφής σε ιστορικό φόντο αύτη τη φορά, ανασυρμένο από τις Εκδόσεις Άγρα απευθείας από τα αρχεία των εφημερίδων του 1960-1961.
Το συγκεκριμένο 'χαμένο' μυθιστόρημα είναι το μεγαλύτερο σε έκταση από τη βιβλιογραφία του Γιάννη Μαρή (περίπου 539 σελίδες) και από τα λίγα που διαδραματίζονται στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα 'Ακρόπολη' από τις 31.7.1960 μέχρι τις 7.5.1961, και, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα από τα πιο συναρπαστικά και ολοκληρωμένα αστυνομικά μυθιστορήματα του συγγραφέα μαζί με τον '13ο επιβάτη' και τον ''Ιλιγγο'.
Πολλοί αναγνώστες θα εντοπίσουν έναν ευρωπαϊκό 'αέρα' στην δομή της πλοκής και επιρροές από τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Γκαστόν Λερού (π.χ.'Το άρωμα της γυναίκας με τα μαύρα'), κυρίως, στο 1ο μέρος, όπου υπάρχει μια τάση του συγγραφέα να τονίσει τον ηρωϊσμό και την ρομαντική διάθεση του κεντρικού ήρωα.
Αντίθετα, στο 2ο μέρος όπου η δράση και η αγωνία μεταφέρονται στη Θεσσαλία, 'πλούσια' ηθογραφικά, λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες κατακλύζουν τις σελίδες του βιβλίου, θυμίζοντας μας ότι στα τέλη του 19ου αιώνα στη Θεσσαλία υπήρχαν ακόμα κατάλοιπα της οθωμανικής εποχής στις κοινωνικές δομές όπου παρατηρούνται, ακόμα, τα τσιφλίκια, οι τοπικοί αφέντες και οι καραγκούνηδες, οι εξελληνισμένοι χωρικοί του κάμπου, αλλά και το ιππικό του στρατού που αποτελεί ό τι 'κοντινότερο' στην αθηναϊκή αστυνομία.
Το βιβλίο περιέχει στοιχεία από αρκετά λογοτεχνικά είδη όπως την κοινωνική και ρομαντική περιπέτεια, το θρίλερ, το 'νουάρ', το αστυνομικό, ενώ, οφείλω να ομολογήσω ότι, αν και μεγάλο σε έκταση, δεν κουράζει σε κανένα σημείο, αφού η πλοκή είναι άκρως συναρπαστική και η δράση ιδιαίτερα ευέλικτη χωροχρονικά.
Τέλος, να αναφέρω ότι ο Μαρής με το δημοσιογραφικό δαιμόνιο που διέθετε έχει κάνει και πολύ δημιουργική δουλειά όσον αφορά την κοινωνικο-πολιτισμική σκιαγράφηση της εποχής (στην Αθήνα και στην επαρχία), το οποίο αποτελεί και το εφαλτήριο για να κερδίσει και να τέρψει και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Μοναδικό μειονέκτημα θα μπορούσε να είναι το κάπως απότομο και 'αιωρούμενο' τέλος που, ίσως, θυμώσει κάποιους θαυμαστές του Μαρή.
Περιέχονται και έγχρωμα σκίτσα από τη δράση του μυθιστορήματος.
Μπορει να μην ηταν πρωτοτυπη σαν ιστορια και οι ''ψημενοι'' στην αστυνομικη λογοτεχνια να μυριστουν τι παιζει ομως παραμενει μια γοητευτικη ιστορια με δραση, χωρις ανατροπες, και συνεχεις προσπαθειες του Μαρη να μας παραπλανησει ως προς τα γεγονοτα(οχι παντοτε επιτυχημενα). Ωστοσο αυτο το ταξιδι σε μια Ελλαδα του 19ου αιωνα ηταν ακρως συναρπαστικο με προσωπα τοσο αληθινα, Αθηνα και Θεσσαλικο καμπο να σε ξεμυαλιζουν με την ομορφια τους και εν τελει μια ιστορια που θα σου μεινει λογω στησιματος και αναπτυξης.
Γιάννης Μαρής: σταθερή, κλασσική αξία στο χώρο του αστυνομικού μυθιστορήματος της μεταπολεμικής Ελλάδας, ουσιαστικά ο ιδρυτής και εκφραστής αυτού. Πρωτοδιάβασα τα βιβλία του σε εκδόσεις ΑΤΛΑΝΤΙΣ και έχω έντονα στη μνήμη μου το σχήμα, τη γραμματοσειρά αλλά κυρίως τη μαγεία στην οποία βυθιζόμουν με το που άνοιγα ένα από τα βιβλία του. Η προπολεμική και μεταπολεμική Ελλάδα, η ύπαιθρος του μεσοπολέμου ακόμα και προηγούμενων εποχών ζωντάνευαν μπροστά στα μάτια μου και με τραβούσαν μέσα στην ιστορία που διάβαζα, συνήθως με κομμένη ανάσα και συχνά ξενυχτώντας για να τελειώσω και την τελευταία σελίδα και να μάθω το τέλος που συνήθως ήταν ανεμοστρόβιλος. Λατρεμένος ο Μπέκας και η νοσταλγική (για τα δικά μου μάτια) αναπαράσταση μιας Αθήνας που θεωρούσε τον εαυτό της κοσμοπολίτισσα αλλά ήταν μια επαρχιώτισσα με κόμπλεξ και συστολές. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένα "γουέστερν" ελληνικής κοπής και τύπου, τοποθετημένο στην Αθήνα του 1980 και στη Θεσσαλία (η Άγρια Δύση της εποχής) με κατσαπλιάδες, καραγούνηδες, τσιφλίκια, άλογα, αμαζόνες, ιπποτισμούς και κακούς που επιβουλεύονταν περιουσίες! Ήταν γραμμένο για να δημοσιευθεί σε εφημερίδα σε συνέχειες, πράγμα που υπαγόρευσε μικρά κεφάλαια και κορύφωση στο τέλος καθενός από αυτά. Η μαεστρία του Μαρή έκανε το σύνολο της ιστορίας ακαταμάχητο ανάγνωσμα που διαβάζεται απνευστί και μου άφησε μια πολύ γλυκιά γεύση για τον μέγα μάστορα.
Φοβόμουν πως δε θα μου άρεσε τα έργα του Μαρή χωρίς τον Μπέκα αλλά αφού διάβασα αυτό το βιβλίο νομίζω ότι μπορεί να μου ενδιαφέρει περισσότερο από εκείνα. Πολύ ωραία ιστορία που κρατάει τον αναγνώστης σε αγωνία προς το τέλος. Και επίσης ιστορικό μυθιστόρημα που περιγράφει την Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα. Και ως πάντα στα έργα του Μαρή οξυδερκή περιγραφή των γυναικών ειδών.
Υπήρχε όμως μια λεπτομέρεια που μου φάνηκε ένα λίγο τεχνητή, αλλά είναι καλύτερο να μην αναφέρω περισσότερο για να μην χαλάσω το διάβασμα από άλλους.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Η γραφή του Γιάννη Μαρή είναι καταπληκτική, αγωνιώδης, αμφίσημη. Κάθε γεγονός φωτίζεται από δύο πλευρές και ο αναγνώστης δεν είναι σίγουρος για το ποια είναι η σωστή, πράγμα πολύ έξυπνο ιδίως για αστυνομικό μυθιστόρημα. Στο συγκεκριμένο έργο, θεωρώ μοναδικό μειονέκτημα ότι από τη μέση και μετά επαναλαμβάνεται η δράση, καθυστερούν οι εξελίξεις, βγαίνει και πολύ μεγάλο έτσι ενώ θα μπορούσε σαφώς να είναι μικρότερο και πιο σφιχτοδεμένο.
Απλή πλοκή, όμορφη γρήγορη γλώσσα και ωραίες εικόνες της Θεσσαλίας του 1900. Διαβάζεται ασταμάτητα. Πολύ όμορφα και τα σκίτσα στο εσωτερικό. Καταπληκτικό!