Σχεδόν όλα όσα ονομάζουμε "ανώτερη καλλιέργεια" βασίζονται στην εκπνευμάτωση της βαναυσότητας. Η επώδυνη ηδυπάθεια που εκπέμπει η τραγωδία, έχει βάση της το απάνθρωπο, το άγριο. Ο λεγόμενος έλεος της τραγωδίας, αλλά και καθετί υψηλό, ως τ' ανώτερα και γλυκύτατα ρίγη της μεταφυσικής, αντλεί τη ηδύτητά του αποκλειστικά απ' τα συστατικά της αγριότητας που περιέχει. Οι Ρωμαίοι με τις αρένες τους, οι Χριστιανοί μες στην έκσταση του Σταυρού, οι Ισπανοί με τα ικριώματα και τις ταυρομαχίες τους, οι εργάτες των παρισινών προαστίων που νοσταλγούν αιματηρές επαναστάσεις - όλοι απολαμβάνουν και ζητούν φλογερά να πιουν το μεθυστικό πιοτό της μεγάλης Κίρκης "Αγριότητας".
Friedrich Wilhelm Nietzsche was a German classical scholar, philosopher, and critic of culture, who became one of the most influential of all modern thinkers. He began his career as a classical philologist before turning to philosophy. He became the youngest person to hold the Chair of Classical Philology at the University of Basel in 1869 at the age of 24, but resigned in 1879 due to health problems that plagued him most of his life; he completed much of his core writing in the following decade. In 1889, at age 44, he suffered a collapse and afterward a complete loss of his mental faculties, with paralysis and probably vascular dementia. He lived his remaining years in the care of his mother until her death in 1897 and then with his sister Elisabeth Förster-Nietzsche. Nietzsche died in 1900, after experiencing pneumonia and multiple strokes. Nietzsche's work spans philosophical polemics, poetry, cultural criticism, and fiction while displaying a fondness for aphorism and irony. Prominent elements of his philosophy include his radical critique of truth in favour of perspectivism; a genealogical critique of religion and Christian morality and a related theory of master–slave morality; the aesthetic affirmation of life in response to both the "death of God" and the profound crisis of nihilism; the notion of Apollonian and Dionysian forces; and a characterisation of the human subject as the expression of competing wills, collectively understood as the will to power. He also developed influential concepts such as the Übermensch and his doctrine of eternal return. In his later work, he became increasingly preoccupied with the creative powers of the individual to overcome cultural and moral mores in pursuit of new values and aesthetic health. His body of work touched a wide range of topics, including art, philology, history, music, religion, tragedy, culture, and science, and drew inspiration from Greek tragedy as well as figures such as Zoroaster, Arthur Schopenhauer, Ralph Waldo Emerson, Richard Wagner, Fyodor Dostoevsky, and Johann Wolfgang von Goethe. After his death, Nietzsche's sister Elisabeth became the curator and editor of his manuscripts. She edited his unpublished writings to fit her German ultranationalist ideology, often contradicting or obfuscating Nietzsche's stated opinions, which were explicitly opposed to antisemitism and nationalism. Through her published editions, Nietzsche's work became associated with fascism and Nazism. 20th-century scholars such as Walter Kaufmann, R.J. Hollingdale, and Georges Bataille defended Nietzsche against this interpretation, and corrected editions of his writings were soon made available. Nietzsche's thought enjoyed renewed popularity in the 1960s and his ideas have since had a profound impact on 20th- and early 21st-century thinkers across philosophy—especially in schools of continental philosophy such as existentialism, postmodernism, and post-structuralism—as well as art, literature, music, poetry, politics, and popular culture.
Ενδιαφέρουσα η προσέγγιση του Νίτσε και στα περισσότερα σημεία δίκαιη. Παρ'όλα αυτά δεν με έπεισε πλήρως και θα συμφωνήσω με τα σχόλια και τα παραρτήματα της συγκεκριμένης έκδοσης...
Tο ερίζω σημαίνει μαλώνω, τσακώνομαι, μάχομαι. Αυτό είναι γνωστό. Δεν είναι όμως ευρέως γνωστό ότι το ερίζω είναι συνώνυμο με τα αγωνίζομαι και αμφισβητώ.1 Στα ομηρικά έπη, η Έριδα ήταν η θέα της φιλονικίας - αδερφή και σύντροφος του Άρη, ενώ ο Ησίοδος τη θεωρεί κόρη της Νύχτας και διακρίνει δύο έριδες: την κακή, μητέρα όλων των δεινών (Πόνος, Λήθη, Φόνος κλπ) και την καλή (την ευγενή άμιλλα).2 Θα μπορούσε η έριδα να αποτελεί αρετή και κινητήριος δύναμη για τη γέννηση της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, της δημοκρατίας του αθλητισμού (ολυμπιακών αγώνων) και εν γένει του ελληνικού και κατά συνέπεια του δυτικού πολιτισμού;
Το 1870, ο Νίτσε έγραφε στον νομικό Καρλ φον Γκέρσντορφ: «Παρακολουθώ τις εβδομαδιαίες διαλέξεις του στο Πανεπιστήμιο για τη μελέτη της ιστορίας και πιστεύω ότι είμαι ο μόνος από τους εξήντα ακροατές του που αντιλαμβάνεται τη βαθιά πορεία της σκέψης του με όλες τις περίεργες περιγραφές και τις απότομες παύσεις του, όπου το θέμα προσεγγίζει το αμφίσημο. Για πρώτη φορά στη ζωή μου απολαμβάνω κάποια διάλεξη και επιπλέον, είναι το είδος της διάλεξης που θα μπορώ να δώσω όταν είμαι μεγαλύτερης ηλικίας.»3 Αναφερότανε στον μεγάλο Ελβετό ιστορικό της τέχνης και του πολιτισμού, Γιάκομπ Μπούρκακχαρντ.
Ο Μπούρκχαρντ απέρριψε τον ντετερμινισμό της εγελιανής σχολής ιστοριογραφίας και έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στη διαμόρφωση μιας νέας μορφής ιστορίας, η οποία έγινε γνωστή στα γερμανικά ως kulturgeschichte, «πολιτισμική ιστορία». Η πολιτισμική ιστορία κατέγραψε και ερμήνευσε τα γεγονότα του παρελθόντος μέσα από το κοινωνικό, πολιτιστικό και πολιτικό περιβάλλον τους καθώς και δια μέσου της τέχνης και των συμπεριφορών - παραδόσεων κάθε πολιτισμού.
Ωστόσο το πρόβλημα με τη μελέτη των εορτών, εθίμων, προτύπων συμπεριφοράς και άλλων μορφών λαϊκής έκφρασης ήταν ότι τα ευρήματα, οι τεχνικές και η τεχνολογία που απαιτούνται για κάτι τέτοιο δεν είναι πάντα διαθέσιμα και ειδικά την εποχή του Μπούρκχαρντ. Οπότε η μελέτη ενός πολιτισμού εξαρτάται πολλές φορές από τις ελίτ του και την προϋπόθεση ότι ο πολιτισμός αυτός ήταν πλήρως συνειδητοποιημένος και καταγεγραμμένος στη λογοτεχνία και την τέχνη της περιόδου.
Μέχρι τον Μπούρκχαρντ, οι μέθοδοι κατανόησης, εξιστόρησης και αφήγησης του παρελθόντος κυριαρχούνταν από τη μορφή του Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ (ή Έγελος). Στη συνέχεια η μαρξιστική - υλιστική - προσέγγιση (η οποία εδράζεται στην εγελιανή) καθιερώθηκε ως πιο πειστική εξήγηση του νοήματος των ιστορικών γεγονότων. Ωστόσο ο μαρξιστικός ιστορικός υλισμός δεν κατάφερε να εξαφανίσει τη γοητεία ότι η ιστορία έχει και πνευματικές/διανοητικές διαστάσεις. Παραταύτα η ιστορία την εποχή του ιστορικισμού του 19ου αιώνα έπαιζε τον ίδιο ρόλο όπως η κοινωνιολογία και η ανθρωπολογία σήμερα.
Ο ιστορικισμός προσεγγίζει την εξήγηση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων (συμπεριλαμβανομένων των ιδεών και των πεποιθήσεων), δια μέσου της μελέτης της διαδικασίας/ιστορίας από την οποία προέκυψαν. Ο ιστορικισμός είναι χρήσιμο εργαλείο στη δημιουργία συμφραζομένων θεωριών και αφηγήσεων, ώστε να κατανοήσουμε πώς προέκυψαν τα κοινωνικά και πολιτιστικά φαινόμενα. Ωστόσο δεν λαμβάνει υπόψη του τις λαϊκές παραδόσεις, πεποιθήσεις, προκαταλήψεις, δυσιδαιμονίες κτλ.
Η ιστορία λοιπόν αντικατέστησε τη φιλοσοφία ως βάση για τη μελέτη της ανθρώπινης φύσης και την εξήγηση των ανθρώπινων κοινωνιών μέχρι να έρθει ο Νίτσε και να αμφισβητήσει τις προϋποθέσεις του ιστορικισμού. Και στην επίθεση αυτή του Νίτσε στον ιστορικισμό, ρόλο έπαιξαν οι αντιλήψεις του Γιάγκομπ Μπούρκχαρντ.
Ο Νίτσε επηρεάστηκε από αυτόν τον μεγάλο ιστορικό. Οι δύο τους μοιράζονταν την πεποίθηση ότι ο ανταγωνισμός - η επιθυμία για πρωτιά και αριστεία - βρισκόταν στο επίκεντρο της κοσμοαντίληψης των αρχαίων ελλήνων. Πιθανότατα ο Νίτσε να είχε φτάσει από μόνος του σε αυτό το συμπέρασμα και απλά ο Μπούρκχαρτ να του το επιβεβαίωσε ή να του το οργάνωσε. Ωστόσο από κάποια στιγμή και μετά φαίνεται ότι ο ένας συνέβαλλε στη σκέψη του άλλου.
Η έννοια του αρχαιοελληνικού «αγώνα» είναι πανταχού παρούσα σε όλα έργα του Νίτσε, παίζοντας το ρόλο της πυξίδας στην κοσμοαντίληψη του.