Το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας ΑΓΙΟΙ ΕΡΩΤΕΣ διατρέχει με ιστορική ακρίβεια την ταραγμένη περίοδο 1914-1922 στην Ελλάδα και σε τόπους που ανθούσε ο Ελληνισμός (Ρωσία, Μικρά Ασία). Παρακολουθώντας τη ζωή και τη δράση των ηρώων που γνωρίσαμε στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας (Τα Μεγάλα Χρόνια, 1890-1915) συμμετέχουμε στα νεώτερα δράματα του Ελληνισμού, με αφετηρία τον διωγμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας το 1914 και την Βουλγαρική εισβολή το 1916.
Με μυθιστορηματική πλοκή, αλλά με ιστορική ακρίβεια, περιγράφεται η Οκτωβριανή Επανάσταση βιωμένη από τους Έλληνες της Ρωσικής διασποράς. Και, κυρίως, ο εθνικός διχασμός και η Μικρασιατική καταστροφή.
Οπως και στο προηγούμενο βιβλίο, εντυπωσιάζει η λεπτομερής περιγραφή, με κινηματογραφικό τρόπο, των μαχών, η ακρίβεια των γεγονότων, και η τεκμηριωμένη ερμηνεία των ιστορικών εξελίξεων. Ο τρόπος γραφής μοναδικός, γλώσσα που εναλλάσσεται από απλή δημοτική σε λόγια. Και όπου, μέσα στην αφήγηση του συγγραφέα, παρεισφρύουν λέξεις, στίχοι, φράσεις, τόσο δεμένες με το κείμενο, που μόνο όταν φτάσεις στο τέλος του βιβλίου, στις «Σημειώσεις», πληροφορείσαι και αντιλαμβάνεσαι ότι είναι φράσεις παρμένες από γνωστά κείμενα (Ώρα της αμφιβολίας και η ψυχή του γκρεμιζόταν μέσα στο τέναγος της απουσίας εκείνης, που να, τώρα χάθηκε εκεί, .......-ο αιθέρας μιας παμπάλαιας στιγμής που φτερούγισε κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου). Ε, ναι μέσα στην ρομαντική περιγραφή του συγγραφέα, ο στίχος «ο αιθέρας μιας παμπάλαιας στιγμής που φτερούγισε κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου» είναι του Γιώργου Σεφέρη από « Το ύφος μιας μέρας», όπως πληροφορούμαστε στις «Σημειώσεις» . «Χιόνιζε. Χιόνι πυκνό, παχύ, κατέβαινε σιωπηλό , αργό, ύπουλο σαν κολόνα ορθή». Στίχος του Αλέξανδρου Μπλοκ από το έργο του «Οι Δώδεκα» σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου.)
Ενα βιβλίο που με αριστοτεχνική δομή και γραφή μας βάζει μπροστά στις συλλογικές μας εθνικές μνήμες. Πικρό, όπως και η ιστορία μας.