Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που είχε απ’ όλα και είχε πολλά.
Ζούσε ευτυχισµένος κι αυτός και όλοι στο βασίλειο, ώσπου είδε στ’ όνειρό του ότι τα έχασε όλα. Ο φόβος ρίζωσε µέσα του. Κι ύστερα τίποτα δεν ήταν όπως παλιά. Ο βασιλιάς δε µίλησε σε κανέναν για τους εφιάλτες του. Δεν ήξερε, ο χαζός, ότι οι πόνοι και οι χαρές µοιράζονται. Κι έτσι οι πόνοι µικραίνουν κι οι χαρές µεγαλώνουν.
Το μέρος του βιβλίου που μιλά για τους φόβους και τους εφιάλτες του βασιλιά είναι πολύ καλό. Θεωρώ, όμως, ότι το βιβλίο δεν δίνει λύσει στο θέμα "ότι οι πόνοι και οι χαρές µοιράζονται. Κι έτσι οι πόνοι µικραίνουν κι οι χαρές µεγαλώνουν." Δεν δείχνει πώς μπορούν οι άνθρωποι να μοιραστούν τους πόνους και τις χαρές για να ξεπεράσουμε τους φόβους μας. Έτσι, ο αναγνώστης δεν λυτρώνεται στο τέλος. Μένει μία πικρή γεύση, χωρίς να ξεπερνιέται η λύπη για το κακό τέλος του βασιλιά.