Είναι δύσκολο να διαβάσει κανείς Κουμανταρέα χωρίς να σκέφτεται το πότε και το πώς έζησε, το πώς πέθανε. Στα τέσσερα διηγήματα του βιβλίου οι κεντρικοί ήρωες είναι νεαροί άνδρες. Οι γυναίκες είναι είτε καλοκουρδισμένες μάνες που πράττουν το καθήκον τους, είτε νεαρές που ενδιαφέρονται κυρίως για τον έρωτα. Σε κάθε περίπτωση το θηλυκό εμφανίζεται ως το ον που με τις ενέργειές του αναμοχλεύει τα ανδρικά πάθη και τις αντιδράσεις. Σκέφτεστε αυτό που σκέφτομαι;
Τα μέρη που στήνει τους ήρωές του εδώ ο Κουμανταρέας είναι συνήθη αγαπημένα του: το καφενείο, ο στρατός, το λεωφορείο, το σχολείο, το πατρικό σπίτι και φυσικά ο δρόμος, αλλά όχι η Αθήνα. Τα διηγήματα της συλλογής είναι τοποθετημένα στην επαρχία και αποτυπώνουν στερεότυπα της εποχής και ανθρώπινους τύπους με κινηματογραφική ευκρίνεια. Και όπως πάντα πόνο, ψυχικό και σωματικό, ο οποίος φτάνει ως τον αναγνώστη περήφανα υπάρχων και δηλώνοντας το ανέφικτο, αλλά δίχως ίχνος λύπησης. Δεν μπορείς να νιώσεις οίκτο για τη ματαίωση των στόχων των ηρώων του, γιατί ο τρόπος με τον οποίο η ματαίωση έρχεται κυρίως σοκάρει, δεν στενοχωρεί. Έτσι όπως σόκαρε ο τρόπος που ο Κ. έφυγε. Κανένας οίκτος. «Θα’ λεγες ένα γλίστρημα σκιάς, καταπώς αλλάζει θέση ο ήλιος».
Υ.Γ.: Το τελευταίο διήγημα «Η δόξα του Σκαπανέα», το οποίο στην αρχική έκδοση δεν είχε ενταχθεί στη συγκεκριμένη συλλογή, πέρα από το ότι είναι μια πολύ δυνατή γροθιά στο -τότε- κατεστημένο του στρατού, αναπτύσσεται με μια πρωτότυπη δομή: προβολή πειραματικής κινηματογραφικής ταινίας για τους νεοσύλλεκτους με θέμα τον στρατό, την οποία παρακολουθεί και κάθε τόσο διακόπτει με παρατηρήσεις ο Αξιωματικός πριν την εγκρίνει. Το τέλος ήταν εμπνευσμένο! Γραμμένο εν έτει 1962.