Tη νέα αττική κωμωδία του Μενάνδρου και των ομοτέχνων του διέσωσαν με τις μεταφράσεις και τις διασκευές τους ο Πλαύτος και ο Τερέντιος. Ο πρώτος είναι γνωστός για το πηγαίο και άφθονο γέλιο των έργων του και τη γλωσσοπλαστική του δύναμη. Ο Τερέντιος ξεχωρίζει για τη δραματικότητα της πλοκής, τη φυσικότητα των υποθέσεών του, την ψυχογραφική του δύναμη. Θίγει θέματα οικογενειακά, παιδευτικά, συνείδησης και αντικατοπτρίζει στις κωμωδίες του τη νοοτροπία της μορφωμένης ρωμαϊκής αστικής τάξης του 2ου αι. π.Χ., με τη βαθμιαία διείσδυση των ελληνιστικών ανθρωπιστικών αξιών. "Μας παρουσιάζει ευγενικούς αφέντες, πιστούς δούλους, στοργικούς γονείς και παιδιά, ακόμα και καλόκαρδες εταίρες" (W. Beare). Την ίδια ελληνική επίδραση εκφράζουν και η καλλιεργημένη γλώσσα και το ύφος των έργων του.
Publius Terentius Afer (c. 195/185–159 BC), better known in English as Terence, was a playwright of the Roman Republic, of North African descent. His comedies were performed for the first time around 170–160 BC. Terentius Lucanus, a Roman senator, brought Terence to Rome as a slave, educated him and, later on, impressed by his abilities, freed him. Terence, apparently, died young, probably in Greece or on his way back to Rome. His six verse comedies, that were long regarded as models of pure Latin, form the basis of the modern comedy of manners.
One famous quotation by Terence reads: "Homo sum, humani nihil a me alienum puto", or "I am a human being, I consider nothing that is human alien to me." This appeared in his play, Heauton Timorumenos.