"Τι κάνεις, νονέ;" του φώναξε έντρομη πριν η παλάμη του να κλείσει το στόμα της. Την έριξε στις λινάτσες του λιομαζώματος κι έπεσε πάνω της βαρύς. Η ανάσα του, λαχανιασμένη και ξινή, της έκαιγε το πρόσωπο, τα χέρια του όργωναν βίαια το κορμί της, εκείνη πάλευε μάταια να του ξεφύγει, μα όσο του αντιστεκόταν τόσο τον άναβε, έτσι την ήθελε, αγριόγατα, της ψιθύριζε βραχνά στο αφτί. Πάσχιζε να φωνάξει, αλλά δεν τα κατάφερνε, το χέρι του έπνιγε τη φωνή της…
Η Θάλεια Ακριτάκη βιάζεται στα δεκαοχτώ απ' το νονό της και μένει έγκυος. Βιώνει την ντροπή, το φόβο, την απέχθεια για τον καρπό του βιαστή στα σπλάχνα της, την αδυναμία ν' αλλάξει την κατάσταση καθώς βρίσκεται εγκλωβισμένη σ' έναν ασφυκτικό κοινωνικό περίγυρο. Καταδικασμένη στη σιωπή, οδηγείται σε μια απεγνωσμένη πράξη, ενώ η Ερηνούλα, η ορφανή και μοναχική πνευματική αδερφή της, εισβάλλει αναπάντεχα στη ζωή των Ακριτάκηδων ικανοποιώντας τη δίψα τους για εκδίκηση.
Ο,τι άλλο έχω διαβάσει της ιδιας, μου είναι επιεικως αδιάφορο, αυτό ήταν μέτριο προς αδιάφορο, μα ο,τι καλύτερο της ίδιας. Εχει μερικά σημεία κουραστικά (σαν σκέψεις, φιλοσοφίες ξέρω γω...) τα οποία βρήκα βαρετά και κουραστικά. Το τέλος ίσως είναι το καλύτερο του σημείο.
Όχι τόσο πρωτότυπη ιστορία.Καλή ηθογραφική προσέγγιση της κρητικής νοοτροπίας και καλή προσπάθεια σκιαγράφησης των χαρακτήρων , θα ήθελα όμως κάτι παραπάνω.