Άρχισε να μπουμπουνίζει και ν’ αστράφτει και σε λίγο έπεσαν κι οι πρώτες ψιχάλες της βροχής. Η Ανθή άνοιξε την ομπρέλα της και με τράβηξε από κάτω. Πίσω μας ήταν ένας φράχτης με γεράνια. Έκοψα ένα λουλούδι, τίναξα τα βρεγμένα πέταλά του και της το έδωσα.
«Απόψε φεύγω!» είπα και σκούπισα ένα δάκρυ που κύλησε πάνω στο μάγουλό της.
Εκείνη γέλασε πικρά. «Θυμάσαι την προφητεία της τσιγγάνας; Θα πεθάνετε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου μια κρύα νύχτα του χειμώνα!»
Πάνω στο κομοδίνο μου είχα στολίσει την ασημένια κορνίζα με τη φωτογραφία του πατέρα. «Η κορούλα σου ντύθηκε νυφούλα!» είπα μελαγχολικά στην κορνίζα.
«Αν είμαι ευτυχισμένη;». Δάγκωσα τα χείλη μου. «Η αλήθεια είναι ότι δε μ’ έχει κοιτάξει ποτέ στα μάτια όπως κοιτούσες εσύ τη μαμά! Ούτε βέβαια μ’ αποκαλεί γιασεμί του! Να φανταστείς, δε μου ’χει κάνει ακόμα ούτε μια καντάδα! Όμως μου αγοράζει πανάκριβα κοσμήματα. Ρουμπίνια και ζαφείρια και διαμαντικά! Αν έβλεπες σε τι σπιταρόνα ζω! Όταν μπαίνω στο γραφείο του τα βράδια για να του πάω το ουίσκι του, σηκώνει αφηρημένος το κεφάλι του απ’ τα χαρτιά του, τώρα τελευταία έχει πολλές σκοτούρες με το Χρηματιστήριο, βγάζει το καρνέ του και με ρωτά: Πόσα;»
Η Δόμνα Ανδρεάδου-Κατσαμάκη γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Μάη 1968 από Μικρασιάτες γονείς. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το Μάρτη του 1999 με το μυθιστόρημα Τα ανθρωπάκια του ιδρώτα από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
Έχει κάνει σπουδές στη δημιουργική γραφή, στο θεατρικό έργο, σε ξένους και Έλληνες λογοτέχνες. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Θεατρικά της έργα υπάρχουν στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (Η κόκκινη μπιουίκ, Ελάτε να ροκάρουμε, Τα λαβωμένα πουλιά, Το σπίτι των αγγέλων).