Jump to ratings and reviews
Rate this book

Ο πόλεμος στον κόσμο: Ο αιώνας του μίσους, 1901-2000, τόμος Β΄

Rate this book
Ένα μνημειώδες έργο που διαθέτει άπειρα πλεονεκτήματα ως ιστορικο-πολιτική ανάλυση και που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα από τα σπουδαιότερα εκδοτικά γεγονότα φέτος στην Ελλάδα, προσφέρουν στο απαιτητικό κοινό οι εκδόσεις Ιωλκός. Ο ίδιος ο συγγραφέας του έργου, Νάιαλ Φέργκιουσον, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο 20ός αι. υπήρξε ο «Αιώνας του Μίσους», για την Ανθρωπότητα. Με το παρόν έργο του διεισδύει στα βαθύτερα αίτια τα οποία κατέστησαν αυτήν την ιστορική περίοδο ως την πλέον αιματηρή για το ανθρώπινο είδος από την πρώτη εμφάνισή του στη Γη.

Ο 20ός αι. κυριαρχήθηκε από δύο Παγκόσμιους Πολέμους, εκατοντάδες άλλες μικρότερες διακρατικές περιφερειακές συγκρούσεις και εμφύλιες διαμάχες, καθώς και από μία σειρά "ψυχρά οργανωμένων και σχεδιασμένων από κεντρικούς κρατικούς φορείς" πληθυσμιακών εξολοθρεύσεων (εθνοκαθάρσεων). Ο ίδιος αιώνας «κληροδότησε» στο διάδοχό του, τον 21ο, το βάρος της ανατροπής τού κυριότερου δημιουργήματος των αστικών επαναστάσεων αλλά και της λεγόμενης βιομηχανικής επανάστασης: Του εθνικού κράτους. Αν για την κατάρρευση και τη διάλυση των πολυεθνικών αυτοκρατοριών χύθηκαν τόσοι ποταμοί αίματος, πόσο αίμα άραγε θα πρέπει να χυθεί προκειμένου να επιτευχθεί η διάσπαση του πυρήνα του εθνικού κράτους;

Το βιβλίο «Ο Πολέμος στον Κόσμο» εξηγεί πώς η τεράστια πνευματική, τεχνολογική, οικονομική και κοινωνική πρόοδος του 20ού αι. χρησιμοποιήθηκε σε μέγιστο βαθμό για αθέμιτους σκοπούς και κυρίως για τη «βιομηχανοποίηση» των γενοκτονιών και της διάλυσης κρατών. Η έρευνα του Φέργκιουσον, με το σπινθηροβόλο της πνεύμα, οδηγεί τα βήματα του αναγνώστη από τα γκουλάγκ της σιβηρικής στέπας στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης των πεδιάδων της Πολωνίας, από τους δρόμους του Σεράγεβου στις αμμουδιές της ιαπωνικής Οκινάουα, από τις αποβάθρες της φλεγόμενης Σμύρνης στα πεδία θανάτου των Ερυθρών Χμερ της Καμπότζης.

Είναι ένα έργο γεμάτο καινοφανείς απαντήσεις που μεταμορφώνει εντελώς το μέχρι τώρα γνωστό πεδίο της ιστοριογραφικής έρευνας. Το κείμενο συνοδεύεται από πλούσια εικονογράφηση και χαρτογράφηση, αναλυτικό ευρετήριο κύριων ονομάτων και όρων, καθώς και πρόσφατα ενημερωμένη διεθνή βιβλιογραφία.

592 pages, Paperback

First published January 1, 2006

Loading...
Loading...

About the author

Niall Ferguson

106 books3,398 followers
Niall Ferguson is a senior fellow at the Hoover Institution at Stanford University, former Laurence A. Tisch Professor of History at Harvard University and current senior fellow at the Center for European Studies at Harvard University, a visiting professor at Tsinghua University, Beijing, and founder and managing director of advisory firm Greenmantle LLC.

The author of 15 books, Ferguson is writing a life of Henry Kissinger, the first volume of which--Kissinger, 1923-1968: The Idealist--was published in 2015 to critical acclaim. The World's Banker: The History of the House of Rothschild won the Wadsworth Prize for Business History. Other titles include Civilization: The West and the Rest, The Great Degeneration: How Institutions Decay and Economies Die and High Financier: The Lives and Time of Siegmund Warburg.

Ferguson's six-part PBS television series, "The Ascent of Money: A Financial History of the World," based on his best-seller, won an International Emmy for best documentary in 2009. Civilization was also made into a documentary series. Ferguson is a recipient of the Benjamin Franklin Award for Public Service as well as other honors. His most recent book is The Square and the Tower: Networks on Power from the Freemasons to Facebook (2018).

(Source: Amazon)

Ratings & Reviews

What do you think?
Rate this book

Friends & Following

Create a free account to discover what your friends think of this book!

Community Reviews

5 stars
3 (27%)
4 stars
0 (0%)
3 stars
3 (27%)
2 stars
4 (36%)
1 star
1 (9%)
Displaying 1 of 1 review
Profile Image for Alexander Theofanidis.
2,393 reviews139 followers
June 7, 2026
Ανά χείρας έχουμε ένα από τα σημαντικότερα και πιο φιλόδοξα έργα του Niall Ferguson, στο οποίο επιχειρεί να εξηγήσει το κεντρικό παράδοξο του 20ού αιώνα: πώς μια περίοδος τεράστιας οικονομικής και τεχνολογικής προόδου μετατράπηκε στην πιο βίαιη εποχή στην ανθρώπινη ιστορία. Δε θα αρχίσω από τώρα την κόντρα λέγοντας «πόλεμος πατήρ πάντων» και μερικώς αντίστροφη αιτιότητα. Πάμε.

Απορία ψάλτου, βηξ: Γιατί ο 20ός αιώνας ήταν τόσο αιματηρός, παρά την πρωτοφανή ευημερία, την επιστημονική πρόοδο και την παγκοσμιοποίηση που τον χαρακτήριζαν;
Ο Ferguson σαν ντίβα γκόμενα σε πάρτι με βασικές, απομακρύνεται από παραδοσιακές εξηγήσεις (π.χ. γεωπολιτικές συγκρούσεις ή ιδεολογικές διαφορές) και υποστηρίζει ότι τα αίτια ήταν τρία, τα οποία λειτούργησαν συνδυαστικά :
1. Οικονομική Αστάθεια: Οι καταστροφικές συνέπειες των υφέσεων και των κρίσεων.
2. Εθνοτική Ένταση: Η πεποίθηση περί ανυπέρβλητων φυλετικών διαφορών, που οδήγησε σε γενοκτονίες και "εθνοκαθάρσεις".
3. Παρακμή Αυτοκρατοριών: Η πτώση παλαιών, πολυεθνικών αυτοκρατοριών (π.χ. Οθωμανική, Αυστροουγγρική) και η άνοδος νέων, επιθετικών κρατών-αυτοκρατοριών (π.χ. Ναζιστική Γερμανία, Ιαπωνία).

50 χρόνια κομμάτια, ένας αιώνας σύγκρουση: Δεν βλέπει τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους ως ξεχωριστά γεγονότα, αλλά ως μέρη ενός ευρύτερου "Πολέμου 50 Ετών" (ή "Αιώνα Μίσους"), που ξεκίνησε το 1904 με τον Ρωσο-Ιαπωνικό Πόλεμο και τελείωσε με τον Ψυχρό Πόλεμο. Φτάνει και σε ένα παράδοξο Συμπέρασμα: Σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη περί ενός "Αμερικάνικου Αιώνα", ο Ferguson υποστηρίζει ότι το μεγάλο αποτέλεσμα αυτών των συγκρούσεων ήταν η παρακμή της Δύσης και η άνοδος της Ασίας.

Καλά όλα αυτά, αλλά το βιβλίο τι λέει; Είναι ένα απεμπλουτισμένα ακαδημαϊκό και ως εκ τούτο προσιτό ανάγνωσμα που κατά σημεία γίνεται όντως συναρπαστικό, ενώ διακρίνεται για την εχμ… τόλμη της ιστορικής του ανάλυσης.

Ωστόσο, μπορεί κανείς να βρε τον Niall φάουλ σε αρκετά σημεία.

Πρώτα απ’ όλα ΥΠΕΡΑΠΛΟΥΣΤΕΥΕΙ και οι αιτιότητες που επικαλείται δεν έχουν την ισχύ που θα ήθελε. Η έμφαση στην εθνοτική σύγκρουση που την προκρίνει ως τον κύριο μοχλό της ιστορίας αδικεί άλλους παράγοντες, όπως τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, την ιδεολογία και τη γεωπολιτική στρατηγική. Η απόδοση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου κυρίως στον αντισημιτισμό ή στην ιαπωνική περιφρόνηση για τους άλλους λαούς της Ασίας "υποβαθμίζει τη μεγάλη πολιτικοοικονομική εικόνα, τον υπερπληθωρισμό της δεκαετίας του 1920, την οικονομική ύφεση και άλλες δομικές αιτίες που έκαναν δυνατή την κινητοποίηση αρχικά και τη γιγάντωση στη συνέχεια του φαινόμενου του ναζισμού.

Συνεχίζω. Παρά τον εντυπωσιακό όγκο των στοιχείων, το βιβλίο δεν καταφέρνει να αποδείξει πειστικά τον ισχυρισμό του ότι οι τρεις αυτές δυνάμεις (επειδή ξεχνιέστε: Οικονομική Αστάθεια, Εθνοτική Ένταση, Παρακμή Αυτοκρατοριών) λειτουργούν πάντα μαζί ως "μοιραίο τρίγωνο". Ενώ λοιπόν η συλλογή γεγονότων και στατιστικών είναι συντριπτική, η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ τους παραμένει ασαφής. Όπως είπε κάποιος σοφότερος από εμένα "το νήμα της θεωρίας δεν αρκεί για να σηκώσει το βάρος των γεγονότων". Η κεντρική υπόθεση συχνά "χάνεται στη μάζα των λεπτομερειών", αφήνοντας τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι η ανάλυση είναι πιο συνεκτική απ' ό,τι πραγματικά είναι.

Η μεταπολεμική περίοδος πάει περίπατο. Το βιβλίο αφιερώνει λιγότερες από το 1/10 των 800 περίπου σελίδων του (στην αγγλική σκληρόδετη έκδοση που έχω) στην περίοδο μετά το 1953, την οποία ο ίδιος ο Ferguson τοποθετεί σε… ένα επίλογο. Αυτή η ανισορροπία στερεί από τον αναγνώστη μια ουσιαστική εφαρμογή της θεωρίας του στη γενοκτονία της Ρουάντα, στους πολέμους της Γιουγκοσλαβίας ή στην τρομοκρατία της Αλ Κάιντα—γεγονότα που δεν εξηγούνται εύκολα με το μοντέλο του. Επιπλέον, η εξήγηση της βίας αποκλειστικά μέσω εθνοτικών διχασμών αποδεικνύεται ανεπαρκής σε περιπτώσεις όπως η Χιλή του Πινοσέτ, όπου η καταστολή είχε περισσότερο ταξικό και ιδεολογικό χαρακτήρα παρά εθνοτικό.

Για να μην το πηγαίνουμε γύρω-γύρω, το κύριο ελάττωμα του βιβλίου είναι ότι η φιλόδοξη και προκλητική διατριβή του δεν υποστηρίζεται επαρκώς από την επιχειρηματολογία και την κάλυψη της ιστορικής περιόδου. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό σε επί μέρους σημεία του εγχείρημα που εγείρει σημαντικά ερωτήματα, αλλά αφήνει τον αναγνώστη χωρίς πειστικές απαντήσεις

Νομίζατε ότι τελειώσαμε ε; Όχι, λυπάμαι.
Γιατί, φυσικά, υπάρχει και το θέμα της πολιτικής προκατάληψης. Ο Ferguson δεν διαφωνεί απλώς με την αριστερά ή τον κομμουνισμό (αυτό θα ήταν μια θεμιτή ιδεολογική θέση), αλλά η κριτική του συχνά συνοδεύεται από μεθοδολογικές αδυναμίες και ιστορικές απλουστεύσεις που (εγώ τουλάχιστον θεωρώ) αποκαλύπτουν μια βαθύτερη προκατάληψη.

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, ο Ferguson αποδίδει τη βία του 20ού αιώνα σχεδόν αποκλειστικά σε τρεις παράγοντες (εθνοτικές εντάσεις, οικονομική αστάθεια, παρακμή αυτοκρατοριών). Αυτό που κάνει είναι να υποβαθμίζει δραστικά τον ρόλο της ιδεολογίας, ειδικά του φασισμού και του κομμουνισμού, ως αυτόνομων αιτιών.

Η κριτική εδώ είναι ότι ο Ferguson, ο οποίος είναι γνωστός φιλελεύθερος και συντηρητικός… α, ναι, μικρή παραδομή…
1. Είχε υποστηρίξει δημόσια το Μπρεξιτ και τελικά υποστήριξε την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ στο δημοψήφισμα του 2016
2. Κατά καιρούς έχει δείξει «επιλεκτική κατανόηση» ή και θετική ανάγνωση ορισμένων πολιτικών του Trump
3. Έχει εκφράσει σε αρκετά κείμενα και ομιλίες του κάποια θεωρητική συμπάθεια προς την ιδέα της «illiberal democracy» και έχει αναγνωρίσει την πολιτική αποτελεσματικότητα του Orbán σε συγκεκριμένα ζητήματα (π.χ. μετανάστευση)

…προχωράω τώρα που πήρατε μια ιδέα, λέγοντας ότι ο περί ου ο λόγος Niall αποφεύγει να δώσει βαρύτητα στον κομμουνισμό ως ιδεολογικό σύστημα που παρήγαγε μαζική βία (π.χ. Γκουλάγκ, λιμοί στην Ουκρανία, Πολ Ποτ) επειδή κάτι τέτοιο θα έφερνε τον 20ό αιώνα (και ειδικά το δεύτερο μισό του, το οποίο έτσι κι αλλιώς όπως είπαμε πιάνει μόνο τον επίλογο) πιο κοντά σε ένα δυϊκό σχήμα (δημοκρατία vs ολοκληρωτισμός). Αντ' αυτού, προτιμά μια πιο ρευστή, "αποϊδεολογικοποιημένη" ανάλυση που βολεύει τη δική του αφήγηση για την παρακμή της Δύσης.

Ένα διακριτό τέχνασμα του Ferguson είναι ότι συχνά αναλύει τη σοβιετική βία όχι μέσα από το πρίσμα της μαρξιστικής ιδεολογίας, αλλά σαν μια μορφή ρωσικού ή ευρασιατικού εθνικισμού. Αυτό του επιτρέπει να εντάξει τον κομμουνισμό στη δική του "εθνοτική" ερμηνευτική γραμμή, χωρίς να χρειαστεί να παραδεχτεί ότι ο Μαρξισμός είχε μια συγκεκριμένη, παγκοσμιοποιητική ουτοπία που ήταν από μόνη της παραγωγός βίας.

Δε χρειάζεται να είναι κανείς διδάκτωρ Ιστορίας για να μην αντιληφθεί πόσο απλοϊκή είναι αυτή η θεώρηση και ότι οι φυλακίσεις των μενσεβίκων, η καταστολή των ανταρτών στην Ουγγαρία το 1956 ή η εκκαθάριση των Τροτσκιστών δεν είχαν καμία σχέση με εθνοτικές διαφορές, αλλά είχαν καθαρά ιδεολογικό πρόσημο.

Πάμε να δούμε και την «ασυμμετρία στη Μέτρηση της Βίας», ένα από τα πιο φανερά σημεία προκατάληψης: Ο Ferguson είναι εξαιρετικά επικριτικός απέναντι σε κάθε μορφή κρατικού παρεμβατισμού (New Deal, Ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος) και στη σοσιαλδημοκρατία γενικότερα, την οποία παρουσιάζει συχνά ως προάγγελο ολοκληρωτικών τάσεων. Ωστόσο, το βιβλίο δεν εξετάζει με την ίδια αυστηρότητα τη βία του δυτικού ιμπεριαλισμού, του αποικιοκρατικού καπιταλισμού ή των δικτατοριών της δεξιάς (π.χ. Χιλή υπό Πινοσέτ, Ελλάδα υπό Χούντα). Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι τυχαία: λειτουργεί έτσι ώστε η αριστερά να παρουσιάζεται ως η κύρια πηγή καταπίεσης, ενώ οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες—παρά την αποικιοκρατία, τον ρατσισμό και τον πόλεμο στο Βιετνάμ—μένουν σχετικά στο απυρόβλητο.

Κάτω από το χαλί: Η απόκρυψη της αντιπαράθεσης με τον φασισμό. Το βιβλίο είναι προβληματικό γιατί συχνά εξισώνει τον κομμουνισμό με τον φασισμό ως εξίσου "ολοκληρωτικά" και βίαια συστήματα. Αυτή η θέση, γνωστή ως θεωρία της ολοκληρωτικής ισότητας (totalitarianism theory), αγνοεί μια θεμελιώδη διαφορά: ο φασισμός ήταν εξαρχής ένα σύστημα επιθετικού πολέμου και γενοκτονίας, ενώ ο σοβιετικός κομμουνισμός, παρ' όλες τις θηριωδίες του, κινήθηκε σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και είχε αρχικά μια αμυντική (και σε μεγάλο βαθμό πραγματική) ρητορική απέναντι στον φασισμό.

Προφανώς και το ερώτημα δεν είναι αν ο Ferguson έχει δικαίωμα να είναι αντι-κομμουνιστής. Ας είναι και στρατηγός στο Call of Duty στον ελεύθερο χρόνο του. Το πρόβλημα είναι ότι στο βιβλίο, η αντιπάθειά του δεν είναι αυστηρά τεκμηριωμένη με επιχειρήματα, αλλά πονηρά «δομικά ενσωματωμένη» στον τρόπο που επιλέγει τα γεγονότα, τις ερμηνείες και το λεξιλόγιό του, κάτι που μετατρέπει το έργο αντικειμενική μελέτη (που οφείλει να είναι αντικειμενική) σε πολιτικό δοκίμιο που χρησιμοποιεί την ιστορική πρόσοψη για να εξυπηρετήσει μια νεοσυντηρητική ατζέντα.

Κατακλείδα: Η προκατάληψη δεν ακυρώνει εντελώς το βιβλίο, αλλά σίγουρα ο αναγνώστης πρέπει να επιστρατεύσει την κριτική του μ��τιά και να προσέχει τα σημεία που καίτοι ενδιαφέρον τείνει να γίνεται βαθιά μονόπλευρο.
Displaying 1 of 1 review