Ένας άνθρωπος στη ζωή του οποίου δεν συνέβη ποτέ τίποτε, ένας ήσυχος υπάλληλος μιας εταιρείας, έχει μείνει αργά τη νύχτα στο γραφείο του για να τακτοποιήσει τα λογιστικά του βιβλία. Άξαφνα χτυπά το τηλέφωνο. Μια τρομαγμένη γυναικεία φωνή ακούγεται. "Νάσο, έλα γρήγορα! Κινδυνεύω! Σε περιμένω στο..." Δεν τον λένε Νάσο και δεν υπάρχει κανένας Νάσος στο γραφείο του. Πρόκειται για λάθος; Για φάρσα; Ο υπάλληλος αποφασίζει να πάει στο σημείο που του όρισε το τηλεφώνημα. Δεν ήταν φάρσα. Μια γυναίκα περιμένει...
Ο τρόπος που ο Γιάννης Μαρής κατάφερνε να ταξιδεύει τον αναγνώστη στην μεταπολεμική Αθήνα και να την κάνει να φαίνεται ως η πιο όμορφη πόλη του κόσμου, είναι μοναδικός. Σίγουρα δεν είναι το κορυφαίο μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή, αλλά αυτό δε σημαίνει και κάτι. Το Νυχτερινό τηλεφώνημα κυκλοφόρησε σε συνέχειες σε εφημερίδα, όπως συνηθιζόταν εκείνες τις δεκαετίες. Γνωρίζοντας αυτήν τη λεπτομέρεια, διακρίνει κανείς και τη γοητεία σε αυτήν την ιστορία μυστηρίου με ολίγον από ρομάντζο. Μία ακόμη φορά, ο Μαρής με έκανε να νιώθω ότι παρακολουθώ μια νουάρ ταινία, που ακόμα και αν υποπτευόμουν εξ αρχής που θα καταλήξει, συνέχισα να την παρακολουθώ με αμείωτο ενδιαφέρον μέχρι το τέλος.
Γρήγορη και ενδιαφέρουσα πλοκή, χαρακτήρες πλασμένοι πειστικά, για να τους αγαπήσεις ή να τους αντιπαθήσεις, και άρωμα Αθήνας μιας παλιότερης εποχής που θυμίζει ελληνική ταινία. Το βιβλίο αυτό ήταν μια ευχάριστη ανακάλυψη!
Αν και κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ποιος και τι, δεν έχασα ούτε στιγμή το ενδιαφέρον μου. Δεν ξέρω αν συμπάθησα ιδιαίτερα κάποιον χαρακτήρα, αλλά σίγουρα σιχάθηκα με έναν κι ένιωσα λύπηση για κάποιον άλλο, νομίζω με τους σωστούς.
Νομίζω πως έχω διαβάσει πολύ καλύτερες ιστορίες του Γιάννη Μαρή. Ευχάριστα πέρασε η ώρα, με μερικές ωραίες εικόνες από το κέντρο της Αθήνας της εποχής, αλλά ακόμα και αυτές θα μπορούσαν να ήταν πιο γλαφυρές, όπως εξάλλου συνήθιζε αυτός ο ξεχωριστός στυλίστας.