Ποιά σχέση μπορεί να έχει ο Τσουκάνταλης με τον Μεγάλο Σεισμό και την Κακιά Όχεντρα στο θερμοκήπιο; Πόσο το κιλό η τσιπούρα; Ποιά, ένας κλεμμένος γάϊδαρος πουλημένος στο παζάρι της Κάτω Γειτονιάς με κάποιον πεθαμενατζή της οδού Αγγελάκη; Ήρθες με την καλή, κουμπάρε; Ποιά, μια αλάνα της Θεσσαλονίκης με την αγαπητική κοινωνία της Κορέας; Ήτανε καυτός ο ντουζλαμάς, πασά μου; Ποιά, μια κόντρα με το γκάζι στα κόκκινα, όταν στο μικρόφωνο είναι ο Σάκης, ο Σαφάρι; Ποιά, όταν μια Σύναξις καταφωνεί μέσα από δεκατέσσερις Πύλες; Ποιά;
Μια συλλογή με 11 διηγήματα που διαδραματίζονται αποκλειστικά στη Θεσσαλονίκη και διαβάζονται απνευστί.
Ο Γιώργος Γκόζης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1970. Σπούδασε Θεολογία στο Α.Π.Θ. Ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Λατρείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης με ειδίκευση στην Αγιολογία. Μιλάει αγγλικά, ρωσικά και σερβικά. Κέιμενά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και θεατρικά έργα. Άρθρα και κριτικές του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα σουηδικά.
Τον Γιώργο Γκόζη εγώ τον γνώρισα λίγο… ανάποδα. Το τρίτο του βιβλίο ήταν αυτό που διάβασα πρώτο, το Γκουανό, έπειτα πέρασα στο Αφήστε με να ολοκληρώσω και πριν από λίγες μέρες ήρθε η σειρά του «Νυχτερινού», της πρώτης του συλλογής διηγημάτων του.
Νομίζω δύσκολα θα αγαπήσω άλλο του βιβλίο περισσότερο από το «Γκουανό», για πολλούς λόγους, κάτι τέτοιο όμως είναι άδικο· ειδικά για τούτη τη συλλογή με τα πρωτόλειά του διηγήματα που γράφτηκαν πολλά χρόνια πριν, όταν ο συγγραφέας –κρίνοντας από τη φωτογραφία στο αυτί του βιβλίου- ήταν αμούστακος και… απώγων, κλασική θεσσαλονικόφατσα της δεκαετίας του ’90. Δεν το λέω για κακό αυτό ε; Η Θεσσαλονίκη, άλλωστε είναι η πρωταγωνίστρια στο βιβλίο του· και ο μοναδικός, σχεδόν, χαρακτήρας θηλυκού γένους σε μια σειρά ανδρικών ιστοριών που λαμβάνουν χώρα στις γειτονιές, στις πλατείες, στις λεωφόρους, τους μαχαλάδες και στους καφενέδες της.
Η Θεσσαλονίκη είναι πανταχού παρουσία στην γραφή και το ύφος του συγγραφέα. Την ακούς στην χειμαρρώδη «προφορική» αφήγηση, που μπλέκει λέξεις τουρκικές με φράσεις αρχαΐζουσες, φράσεις εκκλησιαστικές με ιδιωματισμούς λαϊκούς. Την οσμίζεσαι στη μούχλα της λίμνης του Καραμανώλη, στο αεράκι από τη θάλασσα της Αρετσούς, στα μπαχάρια στα Λουλουδάδικα και στο χοιροστάσιο του Καμπούρη. Τη γεύεσαι στον ντουζλαμά που βράζει στο πατσατζίδικο. Την χαζεύεις αργά σε μια βόλτα στην Ανω Πόλη, την τρέχεις κινηματογραφικά σε μια κόντρα με μηχανές στο δρόμο της Νέας Παραλίας. Την αγγίζεις στη σκόνη της αλάνας της Πάνω Γειτονιάς και στα ξύλα του Σέιχ Σου που κόβει ο Τσουκάνταλης. Τη διαβάζεις στη σκέψη και την ψυχή των κατοίκων της, όπως εκείνοι εμφανίζονται στις ιστορίες.
Αν με ρωτούσες πια είναι τα πιο δυνατά διηγήματα της συλλογής, θα σου υποδείκνυα την «Κόντρα», τον «Ντουζλαμά» και το «Έλα με την καλή, κουμπάρε». Αν με ρωτούσες όμως ποιο σε άγγιξε περισσότερο, θα σου έλεγα το «Κατάφωτη η Σύναξις», το οποίο είναι το μόνο άσχετο της συλλογής: είναι εντελώς αυτοβιογραφικό, έχει και γυναίκα ηρωίδα και δεν διαδραματίζεται στη Θεσσαλονίκη, μα στη Σαντορίνη. Είναι και το πιο «παπαδίστικο» από όλα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Η ζέστη; Τα λόγια του παπά;
Πέρα από την πλάκα, είναι συναρπαστικός τρόπος που διηγείται ο Γκόζης, με είχε συνεπάρει και στα άλλα του βιβλία. Έχει ρυθμό, έχει νοσταλγία, έχει θύμησες, έχει σύγχρονο σχόλιο, έχει μία ελκυστικά παράξενη ειρωνεία. Ωστόσο, εδώ είναι που διαπιστώνω ότι από νεαρός είχε να επιδείξει μια αξιοθαύμαστη αφηγηματική ωριμότητα που διατήρησε και στα επόμενα έργα του. Τη μικρή φόρμα την «έχει». Θα ήθελα να τον δω να δοκιμάζει τις δυνάμεις του και στο μυθιστόρημα.