Αυτή είναι η πρώτη επαφή μου με τον συγγραφέα αυτόν, μια που δίσταζα για καιρό να προσεγγίσω, λόγω της τάσης που έχω να μην έλκομαι από μεγάλο ενθουσιασμό αναγνωστών, κριτικών, πωλήσεων που ακολουθούν κάποια βιβλία. Δηλαδή, όσο πιο πολλά τα κεράσια, τόσο πιο μικρό το καλάθι μου. Προτιμάω συνήθως να αφήνω να κατακάθεται ο κουρναχτός της όποιας διασημότητας και να δω τι απομένει.
Ξεκίνησα με το συγκεκριμένο επειδή με έλκυσαν οι λέξεις "Ανατολική Ρωμυλία" (καταγωγή του πατέρα μου) και "Θεσσαλονίκη" (γενέθλια πόλη και καταγωγή της Πόντιας μητέρας μου). Ο κ. Ζουργός έχει μια περίπλοκη, ποιητική και ιδιόμορφη γλώσσα που μου θύμισε παραδόξως Παπαδιαμάντη, λέω παραδόξως επειδή εκείνος δεν χρησιμοποιούσε τη δημοτική. Οι περίτεχνες, σπάνιες και άγνωστες, ακόμα και σε μένα (μετριοφροσύνη, μη ξεχνιόμαστε...) λέξεις χρησιμοποιούνται με μεγάλη επιδεξιότητα και φαντασία. Οι πολλές λεπτομέρειες, η ανάμιξη Ιστορίας και ιστοριών ίσως φαίνεται σε κάποιους αργή και υπερβολικά πλούσια σε σημείο να μπερδεύουν (εγώ δεν είμαι από αυτούς, απόλαυσα κάθε σελίδα, ειδικά στην αρχή για το κομμάτι της Ανατολικής Ρωμυλίας και της κατοχικής Θεσσαλονίκης), η ατμόσφαιρα των τόπων δίνεται με ρεαλιστική ζωντάνια, σχεδόν σαν να είναι τα τοπία άνθρωποι και οι άνθρωποι τοπία.
Η υπόθεση του βιβλίου αναφέρεται στην αποτυχία, όταν οι άνθρωποι βάζουν κάποιους στόχους, έχουν κάποια όνειρα και τελικά μαθαίνουν, συνήθως με τον καλό ή τον άσχημο τρόπο, ότι κάποια από αυτά ή και όλα δεν πρόκειται να φτάσουν ποτέ. Παρότι είναι αυτό που βάζει τελικά μια απαισιόδοξη σφραγίδα στην κατάληξη του βιβλίου, παράλληλα κινείται το πιο ενδιαφέρον κομμάτι κατ' εμέ, η αναβίωση των "ανθρώπων στις παλιές φωτογραφίες".
Όλοι μας έχουμε παππούδες και γιαγιάδες κι έχουμε δει τις ξεχασμένες σε κάποιο συρτάρι ή κουτί φωτογραφίες με τα ακίνητα ζευγάρια ή οικογένειες στους τόνους της σέπιας. Προσωπικά αναρωτιόμουν πάντα, τι κρυβόταν πίσω από αυτά τα πρόσωπα που, είτε είχα γνωρίσει μόνο ως υπερήλικες ή δεν είχα γνωρίσει ποτέ αφού πέθαναν πολύ καιρό πριν γεννηθώ. Στο κομμάτι αυτό λοιπόν της αναβίωσης ο κ. Ζουργός τα κατάφερε να δώσει το χρώμα στο μουντό ασπρόμαυρο και τη σπαρακτική ζωντάνια στα παγωμένα πρόσωπα ανθρώπων, με τους οποίους θα μπορούσα να πω ότι είναι σαν τους δικούς μου προπάππους και προγιαγιάδες (και τίποτα το προγονικά άμεμπτο, ήταν κι αυτοί άνθρωποι με αίμα στις φλέβες τους, όχι πουρέ από θρησκοληπτικά έντυπα).
Το μόνο μου παράπονο είναι για τον μοναδικό χαρακτήρα που πήγε αδιάβαστος (δεν λέω ταυτότητα για ευνόητους λόγους), μου φάνηκε το ίδιο αβάσταχτο όπως το τέλος σε κείνο το μορτάκι στο "Ξιφίρ Φαλέρ" της Αθηνάς Κακούρη. Αλλά διευκρινίζω ότι θα ήθελα να υπάρχει ένα τέλος ικανοποιητικό μόνο για τον εν λόγω χαρακτήρα, ενώ αντίθετα το καθαυτό τέλος του βιβλίο δεν με ξένισε καθόλου, γιατί θεωρώ ότι ταίριαζε με το θέμα της αποτυχίας των ονείρων και επιθυμιών.
Γι' αυτό, εν κατακλείδι, είμαι ήδη στην αναζήτηση ανάγνωσης για τα επόμενα βιβλία του συγγραφέα.