Στη νουβέλα αυτή ο αναγνώστης καλείται να παρακολουθήσει το χρονικό μιας μεταμόρφωσης. Η ηρωίδα παρουσιάζεται εξ αρχής ως ένα κορίτσι "ξεχωριστό", διαφορετικό από τα άλλα, αλλά εκτός από αυτήν περιγραφή, δεν αντιλαμβανόμαστε ακριβώς σε τι διαφέρει, αν όχι στο ότι κάποια στιγμή αποφασίζει/αναγκάζεται να αλλάξει τη ζωή της -αλλαγή στα κίνητρα ή στις αιτίες της οποίας δεν γίνεται αναφορά ή νύξη.
Το ύφος της διήγησης είναι βαρύ – ίσως, με αυτόν τον τρόπο, η συγγραφέας να προσπαθεί να αναδείξει την ψυχική κατάσταση της πρωταγωνίστριας. Την ανάγνωση επιβαρύνουν επίσης οι αρκετές επαναλήψεις (καταστάσεων - σκέψεων - ιδιότυπων ονομασιών όπως το ονόματα που δίνει η συγγραφέας στις συναδέλφισσες της ηρωίδας, τα οποία αν και είναι ευφάνταστα και τραβούν αρχικά το ενδιαφέρον, τελικά κουράζουν) που έχουν ενδεχομένως στόχο να εντείνουν την αίσθηση ασφυξίας της ηρωίδας.
Η παρέμβαση του μυστήριου άντρα (ο οποίος ίσως συμβολίζει την επιθυμία αλλαγής της νεαρής γυναίκας) προσπαθεί να δώσει βάθος στην διήγηση, λειτουργώντας ωσάν από μηχανής θεός και παραπέμποντας στην τεχνική του μαγικού ρεαλισμού. Ο διδακτισμός που αποπνέει η νουβέλα- ο αναγνώστης βρίσκεται συχνά αντιμέτωπος με το ηθικό δίδαγμα που παίρνει τη μορφή της φράσης « ασε τα καθιερωμένα και τις συμβάσεις και ζήσε τις επιθυμίες σου »- ξενίζει· θα ήταν προτιμότερος ένας πιο λεπτός χειρισμός του “νοήματος” που η συγγραφέας θέλει να περάσει, έτσι ώστε ο αναγνώστης να φτάνει μόνος του σε αυτό το συμπέρασμα, χωρίς να νοιώθει ότι αυτό του “επιβάλλεται”.
Παρόλαυτά, από το δεύτερο μισό της διήγησης και έπειτα ο αναγνώστης καταφέρνει και ταυτίζεται με την ηρωίδα, συναισθανόμενος την αυξανόμενη δυσκολία της να ανταπεξέλθει στην μέχρι πρότινος ζωή της, και γίνεται, εντέλει, μάρτυρας της απελευθέρωσης (ή/και πτώσης της...). Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περιγραφή της δομής και λειτουργίας της “παραδοσιακής- τυπικής” οικογένειας και ειδικότερα των σχέσεων της ελληνίδας μάνας με τα παιδιά της.