Η φιλία του Γκαμπριέλ και του Λυκ ήταν επικεντρωμένη στις γυναίκες και στο μυστήριο τους. Ενώ ο Γκαμπριέλ δεν άρχιζε μια περιπέτεια δίχως, ταυτόχρονα, να επιδιώκει μια άλλη, ο Λυκ ξεκινούσε πάντα ένα δεσμό με το μόνιμο φόβο μην τελειώσει πολύ σύντομα. Ο πρώτος έδινε τα πάντα για τους θριάμβους του κρεβατιού που απαιτούν μια κάποια υγεία και πολλή ψυχραιμία ο δεύτερος υπέτασσε τις ματαιότητες του ερωτισμού στην κυριαρχία του αισθήματος. Η αιωνία συζήτηση μεταξύ τους: Γκαμπριέλ: "Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα από το να δίνεις ηδονή σε μια άγνωστη φιλώντας το υγρό και γλυκό φύλο της". Λυκ: "Το άκρον άωτον της ευτυχίας είναι να αναπαύεσαι στην αγκαλιά της αγαπημένης σου".
Γελοία συζήτηση: ο Γκαμπριέλ ήταν ερωτευμένος μ' εκείνη την ξένη που η προφορά της τον ξετρέλαινε, ενώ ο Λυκ είχε μπλεχτεί σε μια περιπέτεια δίχως μέλλον με μια νεαρή κοπέλα που δεν αγαπούσε αλλά που δεν κατάφερνε να χωρίσει. Τη στιγμή που οι δυο φίλοι αποφασίζουν να πάρουν τις αποστάσεις τους ο ένας απ' τον άλλο, θ' ανακαλύψουν ξαφνικά πως είναι όμοιοι ή, ακόμα χειρότερο, εναλλάξιμοι.
Pascal Bruckner est un romancier et essayiste français, d'origine suisse protestante, né à Paris le 15 décembre 1948. Après des études au Lycée Henri IV à Paris, à l'université de Paris I et de Paris VII, et à l'Ecole pratique des hautes études, Pascal Bruckner devient professeur invité à l'Université d'Etat de San Diego en Californie et à la New York University de 1986 à 1995. Maître de conférences à l'Institut d'études politiques de Paris de 1990 à 1994, il collabore également au Monde et au Nouvel Observateur. Romancier prolifique, on lui doit Lunes de fiel - adapté à l'écran par Roman Polanski - Les Voleurs de beauté - prix Renaudot en 1997 - et plus récemment L'Amour du prochain (2005).
Pascal Bruckner is a French writer, one of the "New Philosophers" who came to prominence in the 1970s and 1980s. Much of his work has been devoted to critiques of French society and culture. He is the author of many books including The Tyranny of Guilt, Perpetual Euphoria and The Paradox of Love. He writes regularly for Le Nouvel Observateur.
Γραμμένο μάλλον για κυρίες στην κλιμακτήριο, περιγράφει τη σχέση αγάπης/μίσους, αντιπαλότητας και συνεργασίας δύο πιανιστών που ξεκινάνε ως ντουέτο, παίζοντας μόνο "κάτρε μεν" (τέσσερα χέρια = δύο πανίστες, αμόρφωτοι) με κάποια επιτυχία, για να καταλήξουν σολίστες αρχικώς κάποιας φήμης και στο τέλος παρίες της μουσικής αγοράς. Ενδιάμεσα, έρωτες και συνουσίες, ομαδικές συνουσίες που τείνουν στο γελοίο μάλλον παρά το έκφυλο ή το προκλητικό, λεκτικοί αφορισμοί και υπεραπλουστεύσεις της ερωτικής αναζήτησης και επίτευξης κουράζουν τον αναγνώστη, όσο και οι θνησιγενείς δεσμοί που δημιουργούνται. Διαβάστε το μόνο αν έχετε ξεμείνει από ωάρια και δεν ξεπεράσατε ποτέ τις συμβάσεις της δεκαετίας του 1980.
Ενας ακόμα διαβασμένος Μπρυκνέρ, κι άλλη μια Ερωτική Μπριτάνικα. Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντιέμαι μαζί του, και δεν θα ναι ούτε η τελευταία. Τον θυμάμαι όταν είχε έρθει στην Ελλάδα στις αρχές του 2000 με αφορμή ενα δοκίμιο που είχε γράψει τότε, και η Αστάρτη, πολύ σοφά τον είχε φέρει στην έκθεση βιβλίου που γίνοταν στο Πεδίο του Αρεως. Θυμάμαι ακόμα το πονηρό του βλέμμα, όσο και διαισθητικό, που σε εκοβε απαλά σαν λεπίδα. Ο ερωτικός Πασκάλ. Ο σκανδαλιάρης, ο άπιστος, αυτός που ούτε με το λίγο δεν μπορεί να ζήσει, αλλά και το πολύ μου φαίνεται δεν πρέπει να του φτάνει.
Κάπως έτσι τοποθετεί και τους ήρωες του. Ο Λύκ και ο Γκαμπριέλ δυο χαραχτήρες απο διαφορετικά εργοστάσια καρδιάς με κοινό παρανομαστή τον έρωτα. Αλλά που δεν τον βλέπουν με το ίδιο μάτι. Ο ενας σχεσάκιας και ο αλλος με το βλεμμα στραμένο προς το άπειρο της πολυγαμίας. Δεν θα τα καταφέρουν. Ποιός το λέγε να δείς; Το 2 είναι πολύ καλός αριθμός, αρκεί να μοιάζει για 1 και να στέκει για 2. Οι γυναίκες το ξέρουνπολύ καλά αυτό, για αυτό και φεύγουν πάντα πρώτες. Είναι όλα τέλικά θέμα υπόσχεσης. Την τηρείς; Είσαι ο ανθρωπος μου. Δεν την τηρείς; Σε παίρνει ο διάολος και σε σηκώνει. Πέρα όμως απο τον έρωτα, το βιβλίο είναι και μια ελεγεία για τις ακυρωμένες φιλίες.
Για αυτές που ξεκινάνε για να κατακτήσουν το κόσμο, και καταλήγουν να δαγκώνουν την ουρά τους απο υπερβάλοντα ζήλο. Κι όπου βάζεις ζήλο νά ξέρεις οτι στη γωνία στην σε περιμένει ενα ωραιότατο βατερλώ. Υποπτεύομαι πως είναι η αληθινή ιστορία του για χρόνια φίλου του και συνεργάτη,Αλαίν Φινκελκρότ που στην δεκαετία του 80 είχαν γράψει ενα μάλλον ξεπερασμένο δοκίμιο για τον έρωτα, γεμάτο λυρισμό και ακαδημαισμούς, για να ρθει ο Μισέλ Ουελπέκ και να τους αποκαθηλώσει.(δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η Πλατφόρμα είναι το Υψιστο Ερωτικό Μυθιστόρημα.)
Για τον Αλαίν γράφει ο Μπρυνέρ στο βιβλίο του Ενας Καλός Γιός: γίναμε ξένοι λόγω υπερβολικού συγχρωτισμού, αλλά με μια ανεπανόρθωτη αποξένωση που καμιά μεταγενέστερη οικιότητα δεν στάθηκε ικανή να την διαλύσει.Αποφασίσαμε να απομακρυνθούμε ο ένας απο τον άλλον, έτσι ώστε να διαφυλάξουμε την ταυτότητα μας, να θέσουμε ανάμεσα μας μια διαχωριστική γραμμή. Ο χωρισμός αυτός κράτησε δέκα χρόνια σχεδόν. Δεν μας απομάκρυνε η ασυμφωνία, αλλά ο μιμιτισμός. Ο ακρωτηριασμός αυτός υπήρξε επώδυνος αλλά αναγκαίος. Ακόμη σήμερα, κι ενω δεν βλεπόμαστε πια, νομίζω πως ακούω τον ευατό μου όταν ο Αλαίν μιλάει στο ραδιόφωνο, και ολοκληρώνω νοερά ορισμένες απο τις φράσεις του προτού το κάνει ο ίδιος. Ο καθένας μας έχει ορίσει το δικό του προσωπικό πεδίο, το οποίο και υπερβαίνει διαρκώς, επιθυμώντας διακαώς να εισβάλει στο πεδίο του άλλου. Παρακολουθούμε μονίμως μεταξύ μας, ακόμα κι οι συκοφαντίες μας είναι ένας τρόπος για να μαθαίνουμε ο ενας τα νέα του άλλου.
Πέρα απο όλα αυτά, το βιβλίο είναι πολύ καλόγραμμένο, και μετά απο τόσα χρόνια διατηρεί ακόμα την φρεσκάδα του, άσχετα αν άλλαξε η δομή του έρωτα, αλλα και οι ίδιοι οι ανθρωποι.
Întrebarea din titlu și-o adresează nu un cuplu de îndrăgostiți ca în poemul lui Paul Eluard, ci Gabriel și Luc. Nici măcar un cuplu homosexual, ci doi muzicieni, prieteni din copilărie, interpreți mediocri de partituri la pian pentru patru mâini.
Erau capul dublu al aceluiaşi corp şi trebuiau mereu să fie doi ca să alcătuiască unul. S-ar fi zis că sunt copii mici –aşa şi erau – grăbiţi să-l creeze prin prietenie pe fratele pe care nu-l avuseseră. Locuiau la câteva sute de metri unul de celălalt, aşa încât nu puteau face niciun pas pe stradă fără să se întâlnească. Se vedeau la micul dejun luat adeseori în acelaşi bar, la cafeaua de după prânz, se reîntâlneau să lucreze împreună şi se întrezăreau seara, la cumpărături. Iar când, după o zi de lucru, se aşezau din nou la pian, atacau exerciţii ingrate, se consolau gândindu-se la celălalt care, la aceeaşi oră, se spetea pe aceleaşi game. Şi fiecare vorbea despre "mine" spunând „noi”.
Uniți si foarte asemănători din punct de vedere fizic dar foarte diferiți prin atitudine și credințele personale, ajung în timp să se substituie, să se subroge, să împrumute nu doar comportamentul ori filosofiile, dar și destinul celuilalt. Fiecare se angajează în câte o relație pe care nu o va duce până la capăt din claustrofobie, copleșire și sufocare. Fiecare zbatere a lor va fi să evadeze atât din cuplu cât și din prietenia cu celălalt, câștigând ascendent prin apăsarea celuilalt in jos, până la uzură. Cariera separată a fiecăruia va cunoaște uneori curbe ascendente, dar va sfârși în mediocritate, continuând să rivalizeze umilindu-se reciproc, să se deteste și în cele din urmă să se ignore, punând capăt pentru totdeauna strânsei lor prietenii.
Mai slab din punctul meu de vedere decât alte romane bruckneriene și cu un discurs pe alocuri redundant prin repetiția inutilă a unor concluzii lămurite deja de cititor.
Nu poţi intra în contact cu literatura lui Pascal Bruckner fără a deveni imediat conştient de interesul acestuia în explorarea zonelor întunecate ale psihologiei umane, ale sexualităţii paroxistice şi maladive, ale depresiei şi psihozei. Romanele lui Bruckner îşi prind protagoniştii, ca într-o plasă, într-o structură de reprezentare simbolică, în care arareori personajele se pot mişca în voia lor, iar tema este, de multe ori, conflictul dintre iubirea ca expresie a valorii umane şi egoismul dorinţei de posesiune, exprimată crud şi pulsionar. Cărţile sale sunt adevărate „nuvele exemplare”. Fără prea multă simpatie pentru eroii lui, scriitorul îi foloseşte ca pe nişte recipiente menite să poarte parabole moralizatoare şi pesimiste, pline de sarcasm, despre excesele disperate şi criminale ale iubirii de cuplu (Luni de fiere), despre „extragerea” frumuseţii, resursă uşor epuizabilă, din corpul uman (Hoţii de frumuseţe), despre sexul prestat ca serviciu social, în numele unei înspăimântătoare afecţiuni impersonale, pseudo-religioase (Iubirea faţă de aproapele), pentru a nu mai vorbi de snoavele postmoderne din Palatul Chelfănelii ori din Copilul Divin. Generaţia Occidentului european „eliberat sexual” post '68, crede Bruckner, are de luptat cu o nevroză generalizată ce vine din distrugerea concepţiilor tradiţionale despre dragoste şi înlocuirea acestora cu un cortegiu întreg de experimente, bogate în satisfacţii momentane, dar care distrug emoţional şi, de ce nu, fizic. Bruckner (care, de altfel, în paralel cu romanele sale, pune sub lupă, într-o serie de lucrări eseistice – dintre care Noua dezordine amoroasă rămâne cea mai cunoscută – problemele de adaptare ale omului contemporan la o lume cu valori în schimbare) nu este singurul care a mers pe această linie. Mai recent, Michel Houellebecq, poate cel mai important scriitor francez al noii generaţii, nu s-a ferit să aducă în discuţie, în termeni duri, competiţia şi hedonismul extrem al societăţii şi sexualităţii occidentale, propunând, în romanele sale, rezolvări radicale precum renunţarea la sex şi înmulţirea prin clonare, în timp ce, tot în spaţiul francez, Frederic Beigbeder integrează şi el sexualitatea unei zone de consum alienante, vorbind chiar despre „clubizarea” lumii.
Εδώ στεκόμαστε μπροστά σε έναν μοναδικό σύγχρονο λογοτέχνη με όλη τη σημασία της λέξης. Το εν λόγω βιβλίο δεν είναι μια ιστορία δύσπεπτη, που χρειάζεται κόπο, συγκέντρωση ή πειθαρχία για να χτίσεις ως αναγνώστης μια γέφυρα επικοινωνίας ή να βρεις κάποια σημεία αναφοράς μαζί της. Αυτό όμως δεν την μετατρέπει σε μια ιστορία "πέρασε αλλά δεν ακούμπησε" κι αυτή η επίγευσή της ανήκει αποκλειστικά στο δημιουργό της που έχει την ικανότητα να μεταφέρει στο χαρτί τις σκέψεις του, ακόμα και τις πιο εκνευριστικές ή ενοχλητικές με τον πιο αποδοτικό τρόπο. Γιατί ο Bruckner καταφέρνει να αποδώσει λογοτεχνικά τα "κοσμικά" με ο,τι συμπεριλαμβάνει ο όρος, χωρίς να προσπερνά τα γήινα, ανθρώπινα μέτρα μας. Δεν βρίσκουμε υπαινιγμούς αλλά μπόλικη εγωιστική ανθρώπινη φύση την οποία όμως, ενώ φαίνεται να υποθάλπει, την πιάνει στον ύπνο και τελικά αποδίδει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι!