Μια απ’ τις ιδέες του συγγραφέα είναι πως ο άνθρωπος που ερωτεύεται, παύει να είναι χλιαρός και πεζός. Αισθάνομαι πως ο ήρωας του θεοποιεί τον έρωτα, χωρίς να διακρίνει διαβαθμίσεις, έναν έρωτα ξένο που βλέπει σαν ένα στιγμιότυπο και του μοιάζει, όπως θα σκεφτόμασταν να αναπαριστάται το σύστημα αυτών των ανθρώπων, σαν εσωτερικό γινόμενο, που τους εξυψώνει. Μα που έξω απ’ αυτό χάνουν πια ακόμα και την ικανότητα να είναι χλιαροί, ή πεζοί. Μόνοι και κενοί. Όμως μαζί, εξυψώνεται η ιδέα του Ανθρώπου. Κι αργότερα ακολουθεί ένας ακόμα συλλογισμός, για τους νικητές – δυνατούς, που μέσα στον έρωτα πολλαπλασιάζονται μεταξύ τους ( ναι με τους κανόνες που θα φανταζόμασταν να ισχύουν σε ένα σύστημα ανθρώπων, για το εσωτερικό γινόμενο, ώστε τίποτα να μη μένει αχρησιμοποίητο, ούτε καν οι γωνίες κι οι αποκλίσεις, που με γυμνό μάτι δε βλέπουμε ) και μόλις απομακρύνονται, χάνονται διαμιάς κι οι ελάχιστες αναστολές που είχαν πριν τον έρωτα, γίνονται βάναυσοι με τους απέξω.
Ο θάνατος για τον ήρωα του Φόρστερ, δεν είναι μια κατάσταση που μας επιτρέπει να την αντιμετωπίζουμε στωικά, ή παθητικά, είναι:
Ναι, αγαπημένη μου Άγκνες, βεβαίως, αλλά πρέπει να βεβαιωθώ ότι το σκέφτεσαι. Αυτό είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί στη ζωή, γι’ αυτό πρέπει να το αντιμετωπίσεις – πρέπει να το σκέφτεσαι. Όλοι, θα σου λένε κάνε κουράγιο, έχε εμπιστοσύνη στο χρόνο. Όχι, όχι. Κάνουν λάθος. Αντιμετώπισε το
Κι ίσως, η μοναχική θλίψη είναι η μοναδική ευκαιρία ν’ ακούσουμε τον εαυτό μας τελικά.
Η επόμενη ιδέα του συγγραφέα, που αποτελεί έναν απ’ τους πυρήνες του βιβλίου είναι πως με κάθε κόστος, εκείνο που μας ταράζει, το αληθινό, το πιθανόν να μας αναγκάσει, να διαφέρουμε, πρέπει να το εξορίσουμε, να το κρύψουμε και τότε Η χαρά της ήταν τώρα ανυπόκριτη και έτρεξε πάνω για να τη μεταδώσει στο Ρίκι .
Απ’ την αρχή, μου έκαναν εντύπωση οι χαμηλές βαθμολογίες του βιβλίου και οι κακές κριτικές ( και εννοώ πως προσωπικά αγνοώ τις κριτικές που θέλουν να μεταδώσουν το δικό τους, αγνοώντας τη φωνή τους με τον τρόπο που την έχει ενισχύσει το βιβλίο που διάβασαν. Κρύβουν αυτό που είναι σημαντικό, για χάρη του εντυπωσιακού. Αυτές οι κριτικές δε μ’ ενδιαφέρουν. Είναι άχρηστες. Μου δείχνουν πως το βιβλίο δεν είχε τη δύναμη που του αποδόθηκε, γιατί κράτησε ένα χαμηλό πνεύμα – και όλοι είμαστε χαμηλά πνεύματα – χαμηλά ). Μου θύμιζε κατά κάποιο τρόπο τους Scorpions. Βγάλανε μπαλάντες που τις εκθείασαν άνθρωποι όλων των ακουσμάτων και επιπέδων. Τα hard rock κομμάτια, τ’ ακούμε μόλις λίγοι γραφικοί. Έτσι κι οι ιστορίες αγάπης του συγγραφέα παραμένουν υψηλά στις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού. Βοήθησαν βέβαια κι οι κινηματογραφικές μεταφορές. Μετά όμως σκέφτηκα μήπως ο λόγος έχει να κάνει, με το ότι πρόκειται για μια ακόμα ιστορία ενηλικίωσης, σενάριο που κουράζει.
Όμως εδώ, υπάρχουν στοιχεία που κάνουν την ιστορία να διαφέρει, να ξεφεύγει. Έχουμε την εμφανή αναπηρία κι ένα ταξίδι που οδηγεί στο συμβιβασμό και την υποκρισία, στερώντας όμως ακόμα και την ευκαιρία των φαινομενικών happy end. Σύνηθες στη ζωή, σπάνιο σε βιβλία της κατηγορίας του, τουλάχιστον για το κεντρικό πρόσωπο. Αλλά, το σημαντικότερο σημείο και ίσως αυτό που κάνει το βιβλίο να λάμπει, επειδή όμως λαμπαδιάζει. Τι το κάνει δύσκολο; Τάχα μου επειδή πλέκει ιστορίες γύρω απ’ τις πιο αμφιλεγόμενες θέσεις των Γερμανών Ιδεαλιστών; Μήπως, επειδή δε μας αρέσει ο κεντρικός χαρακτήρας; Ίσως, λοιπόν, γιατί μοιάζει να γράφτηκε σε μια εποχή που ο κόσμος κατέρρεε κι αυτό ασχολείται με έρωτες κλπ; Δεν είναι τίποτα απ’ αυτά, ειδικά το τελευταίο, δεν ευσταθεί καν.
Αυτό που το κάνει δύσκολο, που εξουθενώνει τον αναγνώστη, όσο και το συγγραφέα είναι η αντίσταση του, στη ρεαλιστική δομή. Την πολεμάει με κάθε μέσο που διαθέτει. Φτάνει απ’ το Μπροχ, ως το Μπέρνχαρτ. Μόνο που είναι πολύ αργός, πολύ στατικός, για να πεις πως πλησιάζει το Μπροχ και υπέρμετρα ‘’αξιοπρεπής’’ για να πλησιάσει το Μπέρνχαρτ. Αντισυμβατικός όμως, είναι. Και το βιβλίο του είναι κουραστικό και θέλει κόπο για να διαβαστεί. Ίσως να το είχα παρατήσει, αν δε με ‘’γιάτρευα’’ απ’ αυτό, διαβάζοντας παράλληλα τις 11.000 βέργες κι αν εν συνεχεία, δε ‘’γιάτρευα’’ τις δικές τους πληγές, με Το πιο μεγάλο ταξίδι. Στο σύνολο του όμως, μου άρεσε. Υπήρξαν σημεία που λάτρεψα και ειδικά εκείνα, που ο συγγραφέας αντιστέκεται. Δεν αποδέχεται την κατάργηση της ρεαλιστικής δομής και γι’ αυτό δε μπορεί να μπει στο χώρο του μοντέρνου, ή του σουρρεάλ, με φυσικότητα. Εδώ, δίνεται μάχη, αδυσώπητη. Είναι η φύση που δεν αποδέχεται κι όμως της παραδίδεται.
Θα έλεγε κάποιος, πως αυτό μοιάζει ένα ιδανικό βιβλίο να ιντριγκάρει. Δεν υπάρχουν όμως, εξάρσεις, δεν υπάρχουν αναταράξεις. Υπάρχει μια ιστορία που ακολουθεί, σαν απόηχος μια αναπηρία που κακοφόρμισε και θα κακοφορμίσει κι άλλο και γύρω απ’ αυτό, άνθρωποι πεζοί κι ακατάλληλοι. Ξένοι και ποτέ αγαπημένοι. Αυτοί που με κάθε κόστος πρέπει να καμουφλάρουν το επίπεδο σε λόφο, αγνοώντας τους λόφους. Κι ο κεντρικός χαρακτήρας, σε όλα αυτά, ψάχνει για να καταλάβει, ψάχνει για να αγαπηθεί και σταδιακά χάνει κάθε σημείο της προσωπικής φωνής του, στην ανάγκη να ανήκει, να έχει μια ευκαιρία να ζήσει εκείνο που σε διαλύει. Δε θέλέι να μιλήσει για το σοκαριστικό, θέλει να το ζήσει. Και το χάνει, παραδιδόμενος στωικά, σε ανθρώπους που δε θέλουν το αληθινό, αν δεν είναι εύσχημο και ήσυχο.
Ήταν ένα απ’ τα κουραστικότερα 4 που έχω δώσει. Το πάλεψα, παρότι συχνά δε με άγγιζε. Κι αυτό που μου μένει, αυτό που έχω κάνει εικόνα κι όταν κοιτώ το βιβλίο το κάνω ξανά, είναι το ζευγάρι στο λιβάδι με τα μάτια της θείας πίσω του μακριά, να προσπαθούν να εστιάσουν σ’ αυτό και να είναι εκεί, πραγματικά εκεί. Ακόμα κι αν δε φτάνουν. Ήδη, έχουν επιτύχει. Ήδη η ανάπηρη που υποσκέλισε την πνευματικότητα της, έχει βιάσει την ψυχή τους και περιμένουν με τρόμο το χλευασμό της, ο ανάπηρος και η νεκροζώντανη μνηστή του.