ALLA C. BOT
…Στην αγκαλιά να σ’ έσφιγγα, να σ’ έσφιγγα
και με τα δυο μου χέρια, ώσπου να νιώσω
να στάξει σε χειμάρρους όλη η ψυχούλα σου
στους πόρους της δικής μου, σαν τη δρόσο…
Τα χείλη μου ν’ αγγίζουν τα ματάκια σου
τόσο απαλά, τόσο γλυκιά κ’ αγάλια,
που όταν τα κλείνεις να θαρρείς πως κύματα
και ζέφυροι φυσούν από τ’ ακρογιάλια…
Κι ένα φιλί στο στόμα τόσο ατέλειωτο,
που οι ώρες να μας πλέξουνε στεφάνι,
και τόσο ηδονικό που να φιλιόμαστε
κι όλοι να λεν πως έχουμε πεθάνει…
Κι όταν θ’ απαλοσβήνει αυτό το φίλημα,
και ιδείς κλειστά τα μάτια μου στη φύση,
θα με σαλέψεις με τα δυο χεράκια σου,
κι εγώ θα’ χω στ’ αλήθεια ξεψυχήσει…
Languere D’ Amour
Αχ, να φιλούσα τα δυο σου χείλη,
τα πορφυρά σου χείλη, τόσο,
τόσο τρελά και τόσο αχόρταγα,
που απ’ τα φιλιά να τα ματώσω…
Να τα ματώσω τα δυο χείλη σου!
Τα χέρια σου να πλέξω γύρω
και μες στα βάθη τα ολοσκότεινα
των μαύρων ίσκιων να σε σύρω…
Και να μου λες: «Μη τα χειλάκια μου!
Μην τα ματώνεις, τι σου φταίνε;
Αχ, μου πόνεσαν τα χειλάκια μου!
Σώνει, γλυκέ μου αγαπημένε!…»
Και να περνάνε τα μεσάνυχτα,
οι αυγούλες, οι βραδιές, οι χρόνοι,
και να σου λέω: «Ακόμα, αγάπη μου,
ακόμα, αγάπη μου…Δε σώνει!…»
Θα φύγω πάλι
Θα φύγω πάλι, θα χαθώ στα τρίσβαθα του δρόμου,
σα μια ψυχική χιμαιρική, σα μια ψυχή χαμένη.
Τώρα σαν ένα βλέφαρο, που σφάληξε θα μείνει
τ’ αντικρινό, το γνώριμο σε σε παράθυρό μου.
Θα φύγω, ναι, και θα χαθώ, καθώς είχα προβάλει
ζητώντας, ίσως μια κρυφή παρηγοριά κοντά σου!
Θα βυθιστώ στη λησμονιά - κι ίσως τα βήματά σου,
σ’ αυτή τη ζήση τη μικρή να μη με βρούνε πάλι…
Κάλλιο να πεις ότι ποτέ δεν θα με δεις εμπρός σου,
πως ήμουν ένα σύννεφο περαστικό, το δείλι,
- και πως το φως που μυστικά, για μας, έχει ανατείλει,
το δες στον ύπνο της αυγής, απλώς μες στ’ όνειρό σου…
Γιατί, στο τέλος, τίποτα, στ’ αλήθεια δεν υπάρχει
κι όλα τα πλάθει το μυαλό κι η νύχτα τα’ χει φέρει…
Μπορεί και συ, σα φάντασμα, να πέρασες- ποιος ξέρει!
Κι αν ήσουν Λάουρα, μια φορά - κι ας μ’έκανες Πετράρχη.