Ξαναδιαβάζω την Αντιγόνη του Ανούιγ κάθε τρεις και λίγο είναι η αλήθεια, αλλά τώρα το 2023, 5 χρόνια αργότερα από την πρώτη φορά που τη διάβασα, δηλώνω ακόμα περισσότερο ενθουσιασμένη με την εκπληκτική στρέβλωση του μύθου της Αντιγόνης από τον Ανούιγ. Ο Ανούιγ καταφέρνει εδώ να μετακινήσει το ενδιαφέρον μας από το κλασικό ζήτημα περί ηθών στο πολύ πιο σύγχρονο και ενδιαφέρον ζήτημα των σχέσεων εξουσίας, της νεότητας και των γηρατειών. Η Αντιγόνη είναι εκείνη που αποφάσισε να παλέψει με την εξουσία και να σκοτωθεί, για να μην γεράσει. Ως νέα πάντα, δεν θα εξουσιάσει και δεν θα εξουσιαστεί ποτέ. Η Αντιγόνη είναι η ηρωίδα που μας θυμίζει ότι ποτέ μια επανάσταση δεν είναι χωρίς αιτία. Μας θυμίζει τη μαγεία της νεότητας, τον ενθουσιασμό, την άρνηση για συμβιβασμούς, ακόμα και τον έρωτα. Αυτή η Αντιγόνη προσπερνάει την οικογένειά της, παλεύει για την εαυτή της, ερωτεύεται, αρνείται να πει "ναι", αρνείται να συμβιβαστεί και γνωρίζει πως ο μόνος τρόπος να το καταφέρει είναι να μείνει νέα. Και μένει νέα. Η Αντιγόνη του Ανούιγ επαναστάτησε και σκοτώθηκε για να κρατήσει αυτό που με νύχια και με δόντια παλεύουμε να κρατήσουμε ή να το φτάσουμε ή να το φέρουμε πίσω και σαν σύμβολο θα είναι πάντα: το κορίτσι που έμεινε νέο.
Παρόλο που κάθε σύγκριση με την "Αντιγόνη" του Σοφοκλή θα ήταν μάλλον ατυχής, ο Ανούιγ κρατά τα βασικά πρόσωπα της τραγωδίας και αλλάζει σχεδόν τα πάντα. Σε μια λεπτή ισορροπία, οι ήρωες αντι-ηρωποιούνται, η Αντιγόνη μάλλον δεν ξέρει και η ίδια γιατί θυσιάζεται, ο Κρέοντας προσπαθεί να τη σώσει, το τέλος έρχεται προδιαγεγραμμένο χωρίς συναισθηματικές εντάσεις, χωρίς κορυφώσεις και χωρίς εξηγήσεις. Αν εξαιρέσει κανείς το συγκλονιστικό, κατά τη γνώμη μου, διάλογο μεταξύ Κρέοντα και Αίμονα, οι υπόλοιποι διάλογοι μου φάνηκαν άνευροι. Οι αναχρονισμοί με "ενόχλησαν" (λ.χ η βασίλισσα Ευριδίκη παρουσιάζεται να πλέκει...) και γενικά δεν αναφαίνεται πουθενά η τραγικότητα του έργου, με την "σκοτεινή κοπέλα" (κατά το Σεφέρη) να παρουσιάζεται μάλλον σαν μια αυτοκαταστροφική νεαρά που επαναστατεί χωρίς αίτια. Το ανεξήγητο του έργου είναι ότι απουσιάζει εντελώς οποιαδήποτε ψυχική αντίδραση του βασιλιά στο άκουσμα του θανάτου του γιου και της γυναίκας του... Όπως αναγράφεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου "το φάντασμα της τελεσίδικης ανθρώπινης δυστυχίας των ιανσενιστών προβάλλει, αιώνες μετά τον Ρακίνα".