Δεν είναι βιβλίο που μπορείς να σημειώνεις στα περιθώρια όπως συμβαίνει με άλλα. Λόγος περίτεχνος, χειμαρρώδης, κάνει την ψυχή του αναγνώστη να παραπονιέται. Θέλει με την ίδια άπλα να της παραχωρηθεί χάρη σο χαρτί. Ανοίγω το ημερολόγιο μου, σημειώνω μια εδώ, την άλλη εκεί τυχαίες σκέψεις, κάτι για ένα χαρακτήρα που μου θύμισε κάτι άλλο, περιμένω διαρκώς να νιώσω πως μπορώ να γράψω κάτι ολοκληρωμένα. Άφησα να περάσει καιρός αφού τελείωσα τον πρώτο τόμο. Αν ο συγγραφέας μπόρεσε να πιάσει το νήμα του 10 χρόνια μετά, γιατί να μη μπορώ κι εγώ να συνεχίσω, μόλις μερικές βδομάδες μετά;
Πρώτες σκέψεις πως το ξεδίπλωμα με άφησε άφωνο, τόσες προσωπικότητες ξέχωρες, διακριτές και χωρίς να ξεθωριάζουν μέσα μου. Δε μπορούσα να τις ανακαλέσω πριν το πιάσω, αλλά ήταν μόνο κοιμισμένες. Κάτι άλλαξε όμως σε ‘μενα. Μιλάει η Βασιλίνα με τον πατέρα της κι ο διάλογος μου θυμίζει έναν άλλο με τον Περ, στην Αίθουσα του θρόνου. Διάβαζα, μισοκαταλάβαινα, γυρνούσα σελίδα και συνέχιζα. Σταματούσα, επέστρεφα. Διάβαζα πάλι. Ναι είχα κατανοήσει και όμως δεν ήταν αρκετό. Δε μου έφτανε όχι επειδή κάτι του έλειπε, αλλά επειδή ήταν πολύ. Εντάξει οι βόστρυχοι – συνειρμοί σαν την πλέξη του βελούδου, στο κοτλέ που σχεδόν θυμίζουν ευθείες, παράλληλες γραμμές, όμως ο λόγος παραγινόταν περίτεχνος. Μ’ ενόχλησε.
Μιλά η Βασιλίνα με τη Μελιώ. Η Μελιώ είναι διαταραγμένη. Έχει φουσκώσει το ποτάμι της και θα ξεχειλίσει. Όμως ο διάλογος στη νύχτα μοιάζει αφύσικος, μοιάζει έξω απ’ τις δυνατότητες τους, πέρα απ’ την ηλικία τους. Μιλά ο συγγραφέας, σ’ ένα τσάκισμα με το εγώ του, έτσι το αισθάνομαι. Τα κορίτσια έχουν προς στιγμή ξεθωριάσει για χάρη της φόρμουλας του κελιού που συγκρατεί την ανώτερη σκέψη, το υψηλό νόημα και θυσιάζει τη φυσική έκφραση. Και όμως σε αυτό ακριβώς το σημείο άφηνα πίσω μου κάθε σκέψη για την έκφραση και άρχισα να βυθίζομαι ξανά στην ουσία του μυθιστορήματος.
Η μεγαλύτερη συνέπεια προέρχεται απ’ την ασυνέπεια μεταξύ αυτής της ουσίας του μυθιστορήματος και της όψης. Ο αναβρασμός είναι γενικός. Η διαμαρτυρία ουσιαστική. Βαρύς κραδασμός χωρίς συνήθεις υπόπτους. Βρίσκονται παντού, αγγίζουν όλη την κοινωνία. Μόνο κάποιοι παραμένουν γαντζωμένοι στην ουτοπία κι άλλοι σ’ ένα καπηλευμένο εθνικισμό. Κι η ίδια ασυνέπεια εμφανίζεται και σ’ εκείνους που τάσσονται με τον αναβρασμό, για να τον ανατρέψουν. Ρόλοι συνηθισμένοι, ηθοποιοί συνηθισμένοι, ή ασυνήθιστοι, λιγότερο ή περισσότερο επιρρεπείς στην άρχουσα τάξη, ή στην αναστροφή της.
Στην πορεία το βιβλίο δείχνει διαρκώς τη συγγένεια του συγγραφέα, με το διανοητικό παρελθόν του, αλλά και την πορεία απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Πρόκειται για μια σκάλα πνευματική, πολιτική, ουσιαστική που κανένας αναγνώστης δε μπορεί ν’ ανέβει αμαχητί. Κι ωστόσο σε όλη τη διάρκεια πουθενά δε μπορείς να αγνοήσεις ότι η φυσική εξέλιξη των πρωταγωνιστών πνευματικά – ηλικιακά δε θα μπορούσε να είναι τέτοια, αφού το βιβλίο ακολουθεί άμεση χρονική συνέχεια. Δεν πείθουν οι χαρακτήρες ως άτομα της ηλικίας και των βιωμάτων τους, παρότι οι διαδρομές και οι συνειρμοί του συγγραφέα, είναι γοητευτικοί, όσο και το ταξίδι του: ένα ταξίδι στο οποίο κάνει διάλογο με το Ντμίτρι Καραμαζώφ, διαστέλλει και συστέλλει τα διαβήματα των Νίτσε, Κιρκεγκώρ, Καστοριάδη, Σπένσερ, ανταποκρίνεται στη Μυστική Ζωή, γνέφει ευπροσήγορα στον Ανδρέα Φραγκιά, συντηρεί την απόσταση αλλά και τη συγγένεια με τον Αριστοτέλη και κάνει εντονότερη από ποτέ την ουσιαστική αλληλοδιαδοχή και το διχασμό, ανάμεσα στο Βενιζελισμό και τον Αντιβενιζελισμό, τονίζοντας τη μεγάλη σημασία της μνήμης που είναι αυτή που μας σώζει απ’ τη λήθη, διότι τα μέτωπα πολλά, τα αίτια για να διαφέρεις, να απέχεις, να αντικρούεις, ελίσσονται, αλλάζουν απόχρωση μα τελικά μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους από εποχή σε εποχή, όσο εμείς απέχουμε απ’ την ιστορία μας και επαναλαμβάνουμε βήματα που δε μας οδηγούν πουθενά, παρά μόνο στα σκοτάδια της απομόνωσης, της άρνησης, της ανόητης αναζήτησης για την αγελαία τριβή με οποιοδήποτε κόστος, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει τίποτα κοινό. Όμως αυτή η ίδια τομή πάνω στη γέλη που συνδέει το Βενιζελισμό, με τον Αντιβενιζελισμό είναι και μια απάντηση στο Σαρτρ για τη δική μας ρίζα στην οικονομικοπολιτική επίπτωση και τη φθορά απ’ τους πολέμους και τη Μεγάλη Ιδέα, ως τη Χούντα.
Και σε αυτό το κλίμα στέκουν βράχοι και βρόγχοι, χαρακτήρες που πείθουν στα κίνητρα της υπόστασης τους, είτε μιλάμε για τη Μελιώ, ή ακόμα και για το Δελλαπόρτα. Και άλλοι ανταποκρίνονται στο ίδιο κάλεσμα και την ίδια στιγμή παραμένουν αινιγματικοί σαν την Αργυρίου. Ακόμα και το αλισβερίσι της Μελιώς με το νεαρό Αλέξη, με ανατρίχιασε, μου θύμισε πάρα πολύ μια κατάσταση στην οποία είχε εμπλακεί μια φίλη.
Και γύρω απ’ όλους στέκουν οι Φρουροί. Όλα αυτά τα ανθρωπάρια που σε κάθε εποχή αγκαλιάζουν κάθε χαλκευμένη πτυχή της Ιστορίας επικαλούμενα την αυθεντία, στη ρίζα της Γλώσσας. Και πάνω απ’ όλα παραμένει ένα βαθιά ερωτεύσιμο μυθιστόρημα, με ερωτική ατμόσφαιρα που φυλακίζει την ίδια την ερωτική και αινιγματική Αχαϊα φωτίζοντας τα μονοπάτια που οδήγησαν στην άνοδο και ψηλάφησαν την πτώση που θα ακολουθούσε, κυρίως πολιτιστικά και που ευτυχώς ώσπου να συμβεί, έθρεψε πολλές γενιές φοιτητών και μένει πάντα στις καρδιές μας, όσο μακριά κι αν βρισκόμαστε.
Πέντε για το ταξίδι, πέντε για τις ιδέες, πέντε για το Διάλογο με τον Αθανασιάδη και τις πύλες που μου πρόσφερε και τέσσερα για την πνευματική ανακολουθία των χαρακτήρων και το συχνά βάρβαρα περίτεχνο ύφος.