Ήδη απ’ τον πρόλογο του συγγραφέα αισθάνθηκα τέρψη. Ήθελα ένα βιβλίο δριμύ, αλλά γλυκό. Το αδυσώπητο, ετούτη την περίοδο, με στενοχωρεί υπερβολικά. << Μονάχα ότι είναι ατομικό μπορεί να είναι ακριβές και αληθινό >>. Κι ήταν απ’ το πρώτο κεφάλαιο, που ένιωσα πως οι αληθινές ιστορίες που αφορούν τις σχέσεις των ανθρώπων, γραμμένες με μπρίο, αγάπη και στακάτα, έχουν κάτι το πρωτότυπο, το προσωπικό και συγκινούν την καλή περιέργεια και το νοιάξιμο. Ίσως, να βοηθάει πως ο συγγραφέας είναι γνώστης των σχημάτων, όταν κοιτά στο παρελθόν. Δεν εικάζει, δεν ψάχνει τρόπους για να συμπεράνει, ή να αυτοϊαθεί – ακόμη κι αν τελικά το επιτυγχάνει – εκείνη τη στιγμή. Ξέρει. Και εμένα, μου λείπουν οι παλιές γειτονιές, όσο τις πρόφτασα. Νοιάξιμο, κουτσομπολιό, πηγαδάκια, μικροκαβγάδες, φωνές, ρούχα απλωμένα, φούρνος, χασάπικο, μανάβικο, ψιλικατζίδικο. Κι όσα χάθηκαν μαζί με τη δεκαετία του 80.
Στο τέλος του δεύτερου κεφαλαίου, τσίριζα απ’ τα γέλια κι αντί να πέσω για ύπνο, πήρα μια κόκα, στριφογύρισα σα φίδι μεταξύ τοίχου και κεφαλαριού και να συνέχισα να διαβάζω. Φυσικά, το πρωί δούλευα. Μου αρέσει ο τρόπος του συγγραφέα, να βάλει εναντίο του συμβολικού φαλλοκρατισμού του πατέρα του. Και πρέπει να δοθούν συγχαρητήρια στην Εστία, για την επιμέλεια και την εξαιρετικού επιπέδου, μετάφραση. Όχι όμως, και, για το εξώφυλλο. Δεν είμαστε Εβραίοι και το βιβλίο απευθύνεται σ’ εμάς και δε συμβολίζεται η ουσία του Μπετ Ντιν. Που δε σχετίζεται με συμβολισμούς και φορεσιές. Μου άρεσε εξ’ ίσου, ο επίλογος από πλευράς εκδοτικού.
<< Και τώρα πια το σώμα, που από καιρό δεν ήταν περισσότερο από ένα σπασμένο όστρακο, μονάχα από τη δύναμη της τιμής και του καθήκοντος συγκρατημένο, έπεσε. Η ψυχή πήγε στα μέρη εκείνα που ανταμώνουν όλες οι άγιες ψυχές, αδιάφορο ποιους ρόλους έπαιξαν πάνω στη γη, σε ποια γλώσσα, με ποια πίστη. Δεν μπορώ να φανταστώ την Εδέμ χωρίς αυτή την πλύστρα >>. Η πλύστρα ήταν Χριστιανή και το κείμενο πρωτοεκδόθηκε σε εβραϊκό περιοδικό.
Εκτιμώ πολύ τη διάθεση του συγγραφέα σε ορισμένα σημεία να παρεμβάλει στιγμιότυπα ή φράσεις, που ελαφραίνουν το κλίμα. Περνάει σ’ εμένα, πως ένας πραγματικός πατέρας που αγαπάει τα παιδιά του, δε μπορεί να τον λυγίσει ο φανατισμός, πάντα θα γυρνά να δείξει την αγάπη του, έστω λέγοντας ιστορίες, ή κάνοντας ησυχία για να μην τα ξυπνήσει το πρωί. Ο Σίνγκερ πρόσφερε στους γονείς του την αθανασία. ‘’Ήρωες’’ που δε μπορείς λίγο να μην αγαπάς. ‘Ισως όμως να στρογγυλεύει τις γωνίες. Λέει κάπου πως κατάλαβε αργότερα το σημαντικό, σε ένα σπίτι που είχε όσα χρειαζόταν, αλλά τίποτα περισσότερο. Συμφωνώ με το νόημα, ακολουθώ αυτό το νόημα. Έχω χρήσιμα πράγματα. Κάποια χρωματιστά. Μου αρέσει το χρώμα, δεν υπάρχει όμως τίποτα άλλο. Και έχει νόημα αυτή η άποψη, που θα έπρεπε να γραφτεί ολόκληρη πραγματεία για να το αιτιολογήσω. Όποιος καταλαβαίνει, δε χρειάζεται ωστόσο περισσότερα. Οι γονείς του όμως, ήταν κάτι που ακολουθούσα, νομίζω, από ευλάβεια και πολλούς τόνους οπισθοδρομισμού. Εκεί βρίσκεται η ένσταση μου, στο αν καταλάβαιναν το νόημα κι όχι αν υπάρχει.
<< Από πολύ μικρό παιδί είχα διαπιστώσει πως στους περισσότερους ανθρώπους ένα μικρό μονάχα βήμα χωρίζει την προστυχιά από τη λεπτότητα και τα χτυπήματα από τα φιλιά. Το να φτύνεις κατάμουτρα το γείτονα σου, ή να τον κατακλύζεις με στοργή >>. Το είδος του βιβλίου κανένας τρόπος δε μπορεί να το περιγράψει επαρκώς. Μοιάζει με συλλογή και δεν είναι, μοιάζει συρταρωτό και δεν είναι. Είναι ένα βιβλίο που διηγείται μια ιστορία. Όλα τα κεφάλαια διαβάζονται μόνα τους, ξεχωριστά, αλλά μόνο μαζί δίνουν κάτι πελώριο. Διάβασα προσηλωμένα. Ήταν ένα αρκετό δεύτερο βιβλίο, για να παραγγείλω όσα του συγγραφέα, δεν έχουν εξαντληθεί, χωρίς να ασχοληθώ με καμιά περίληψη. Ασκεί πάνω μου την ίδια επιρροή με το Μαχφούζ.
<< Στεκόμουν στο μπαλκόνι κοίταζα γύρω μου. Τι πελώριος ήταν αυτός ο κόσμος και τι πλούσιος με τους κάθε λογής ανθρώπους και τα παράξενα συμβάντα! Και τι ψηλά ήταν ο ουρανός πάνω απ’ τις στέγες! Και τι βαθιά η γη κάτω απ’ το λιθόστρωτο! Και γιατί οι άντρες και οι γυναίκες αγαπιούνταν; Και που ήταν ο Θεός που γι’ Αυτόν μιλούσανε συνέχεια στο σπίτι μας; Ήμουν έκθαμβος, μαγεμένος, εκστατικός. Ένιωθα πως πρέπει να λύσω τούτο το αίνιγμα, εγώ μοναχός μου, με τη δική μου νόηση >>.
Δεν υπάρχουν σκιαγραφήσεις με τη συνηθισμένη έννοια. Υπάρχουν εικόνες που ζουν, όπως ακόμη θυμάμαι το λιβάδι του Σκλάβου και το βουνό απ’ όπου κατέβαζε τα ζώα. Έχω ακόμη κι ένα μικρό ενδιαφέρον γι’ αυτή τη θρησκεία. Δεν είναι κακό το βιβλίο, δεν προσηλυτίζει. Κάθε άλλο. Ένα αντίστοιχο ενδιαφέρον έχω χάρη στο Σοπενάουερ για τις Βέδες και τις ακόλουθες, Ουπανισάδες. Αισθάνομαι το βιβλίο, σαν όνειρο μου, σαν δώρο που δεν έχω λάβει εδώ και χρόνια. Κι ήμουν ακόμη στη σελίδα 98… ευτυχώς.
Ενοχλητικό ο πατέρας, ο εκπρόσωπος του Θεού, να μη βγαίνει στο μπαλκόνι, να σουφρώνει τα χείλη σαν το κάνουν τα παιδιά του κι έρχονται σ’ επαφή με τον ήχο, το φως, τη βία, τις σχέσεις των ανθρώπων. Ενοχλητικό να θυμάσαι πράξεις αγάπης απ’ τον πατέρα σου, όταν σου ‘χει πει, πως η αγάπη, κατά κάποιο τρόπο είναι ανταποδοτική και πως για κάποιες σχέσεις υπάρχει, επειδή πρέπει…
Με ξετρελαίνουν τα σημεία που ο Σίνγκερ δε θυμάται ακριβώς την υπόθεση. Έχουν μια μορφή ατέλειας, που η ανεπιτήδευτη αυθεντικότητα, η προσέγγιση, η ασάφεια ενός ταξιδιού στο παρελθόν προσφέρουν, την τελειότητα. Ένα ιερό βασίλειο ζούσε μέσα του, ένας απροσποίητος τρόπος καθημερινών αναμνήσεων και μεγαλύτερη αξία τους είναι πως ανθίσταται ο πατέρας σε όρκους και υποσχέσεις, επειδή η μνήμη δεν είναι αξιόπιστη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως του δίνουμε εντελώς άδικο. Αν μη τι άλλο, ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσε ν’ αγαπά, να κατανοεί, να συγχωρεί, χωρίς όφελος, που καταργούσε την έννοια της ανταπόδοσης για την οποία μιλούσε, επειδή ήταν αδύναμος στα λόγια. Κι ευτυχώς, το παιδί του κράτησε περισσότερα, απ’ τα λόγια.
Το κεφ 13 με το Μωυσή Μπλέχερ, είναι διττό αλλά όχι κάλπικο. Το κάδρο μετακινώντας το, αλλάζει χρώματα και υφές. Και παρακάτω, στο κεφ 17 έμαθα πως δεν ήμουν το μοναδικό παιδί που είχε περάσει, στα πρώτα του χρόνια μια ημέρα απολαύσεων, με μια ολόκληρη περιουσία και παραδομένος στη φιλαυτία του ξαφνικά να έχω κι είχε κάνει του κόσμου, τις ανοησίες κι είπε κάθε τερατολογία που μπορούσε να σκεφτεί, καταλήγοντας σε μια ζοφερή επιστροφή, αυτομομφής κι αυτοοικτιρμού και κυνισμού που απέχει απεριόριστα από ένα παιδί. Όχι μόνο δεν ήμουν τελικά ο μοναδικός, αλλά μου τα θύμισε όλα αυτά, ο συγγραφέας.
<< - Δεν αποκλείεται ένας άγιος να είναι ανίκανος για θαύματα.
Αλλά η μητέρα είπε:
- Πως μπορεί να είναι άγιος ένας βλάκας;
- Εμπρός λοιπόν! συνέχισε να κάνεις κακό στα παιδιά!
- Θέλω τα παιδιά μου να πιστεύουν στο Θεό, όχι σε έναν ηλίθιο >>
Κι όμως, αλλού:
<< Ο πατέρας μου φρονώντας πως όταν μεγάλωνα θα έγραφα κι εγώ θρησκευτικά βιβλία, μου έδωσε την ακόλουθη συμβουλή: να είσαι ευθύς στη σκέψη, και να αποφεύγεις την περιπτωσιολογία. Κανένας μεγάλος σχολιαστής δεν κακομεταχειρίστηκε το κείμενο. Ναι έσκαψαν βαθιά, αλλά δεν έκαναν ποτέ τη μύγα βόδι >>
Το περίκλειστο σπίτι του πατέρα κρατάει έξω την κακία, την τυφλότητα και τη βία, μα και τα πουλιά, τα δέντρα και το φως, το να παίζεις στο γρασίδι. Μαζί με τον κόσμο των ανθρώπων εξόρισε και τον κόσμο της δημιουργίας. Ξεχωρίζεται ο κόσμος έτσι όμως, με τις απόλυτες τιμές; Ένας πατέρας ραβίνος, που δεν έχει καμιά αμφιβολία για την πίστη του, που ρυφά σαν αμαρτοφάγος την αμαρτία καθενός κι έπειτα σπαράζει η ψυχή του. Σχεδόν δε μοιάζει αληθινό. Σχεδόν σε κάνει να του συγχωρείς, τον παράλογο θρησκευτικό πουριτανισμό και την εσωστρεφή ζωή.
<< Και αργότερα στη ζωή μου θα είχα την ίδια αυτή εμπειρία πολλές φορές: να χάνω τον ύπνο μου γι’ ανθρώπους που μόλις γνώριζα αν και οι στενότεροι συγγενείς τους έμεναν αδιάφοροι. Μάθαινα για πρώτη φορά πως υπάρχουν άνθρωποι τόσο απαθείς που καμιά δυστυχία δεν μπορεί να τους επηρεάσει. Σέρνονται προς τον τάφο, το μυαλό τους στο φαγητό και στα μικροπράγματα της μέρας. Ακόμα κι όταν πρέπει να κοιτάξουν κατάματα το θάνατο, παραμένουν απορροφημένοι στις πιο τιποτένιες επιδιώξεις >>. Ας θυμηθούμε εδώ με σατανική διάθεση, τον ήρωα του Φόρστερ να λέει: όχι! Αντιμετώπισε το!
Είναι αποκαλυπτική της φύσης μας, η άποψη της μητέρας για τις άλλες θρησκείες. Υπάρχουν πολλές αποδείξεις διάσπαρτες για όσα μας ενώνουν και πόσο μιαρά κι ακατανόητα εκείνα που μας χωρίζουν. Δε βλέπουμε την ουσία στις θρησκείες. Βλέπουμε μόνο εκείνα που μας χωρίζουν. Κι είναι λυπηρό. Ήταν πάντα. Και στην πραγματικότητα, είναι ενδεικτικό του ότι δε σεβόμαστε καμιά μορφή διαφορετικότητας. Ούτε αυτή που οφείλεται σε κάτι έξω απ’ τον έλεγχο μας, πχ μια διανοητική πάθηση, μια σεξουαλική ταυτότητα. Θα αναρωτηθεί κάποιος: μα καλά ρε μεγάλε κι εσύ ποιος είσαι; Κανένας δεν είμαι.. Όλοι είμαι. Μονάδα, ή εκατοντάδες. Κι αν ανήκω στις εκατοντάδες, διαφέρω απ΄ τα εκατομμύρια. Και πάλι διαφέρω. Και κάποιοι δε θα με σεβαστούν. Κάποιους δε θα τους σεβαστώ. Και πιο λυπηρό είναι ότι δεν έχουμε καμιά επίγνωση πόσο βαριά βιαιότητα μπορεί να εκφράζει η έλλειψη σεβασμού, που δείχνουμε. Γι’ άλλον να είναι ενοχλητικό χάδι και γι’ άλλον, ορμητικό ποτάμι. Θυμίζουν όλα αυτά, τα σπίτια εσωστρεφούς αρχιτεκτονικής. Είναι το όνειρο μου ένα τέτοιο σπίτι. Ακόμα κι αυτή είναι μια διαφορά. Που θα ενοχλήσει, ή θα αρέσει. Θα γίνει σεβασμός, ή δε θα γίνει. Θα έρθει η άρνηση, ως επίθεση και βιασμό, ή ως κάτι ασήμαντο. Δε με νοιάζει. Κι αυτό το ‘’δε με νοιάζει’’ είναι εξ’ ίσου μάταιο, με το ‘’με νοιάζει’’. Δίνει τρομερή ώθηση σ’ αυτή τη φράση, που με λίγα λόγια λέει πως κανένας Μεσσίας ποτέ δε θα έρθει, γιατί η μητέρα ποτέ δε θα γίνει Βολφ κι ο Βολφ ποτέ δε θα γίνει μητέρα.
Το μυθιστόρημα που δεν είναι μυθιστόρημα, έχει μια σπάνια ποιότητα και δομή που μαζί του μόνο οι Αθώοι του Μπροχ, μπορούν να συγκριθούν. Προχωρούν οι σελίδες και βλέπουμε πως οι ιδιοφυίες δε διαφέρουν απ’ τους ήρωες. Υπάρχει μια πρώτη αιτία, αλλά στην πραγματικότητα όλα μέσα σ’ αυτό συνθέτουν με καταπληκτική επίγνωση, την ταυτότητα του αιώνα. Αστείο, λυπημένο, τρυφερό, παρασέρνει σε μονοπάτια. Ταξίδι ενηλικίωσης του αναγνώστη που σαν κλείσει το βιβλίο, μπορεί να βρεθεί πίσω, να το θέλει. Κι ακολουθεί ένα παιδί, που κρύβει μια γενιά, έναν κοχλάζοντα πόλεμο παραλογισμού. Κι όλα ήταν εκεί, μα οι άνθρωποι δεν έβλεπαν. Ακόμα και κάποιοι υπαινιγμοί του συγγραφέα για τον επανερχομό του Μεσσία, μοιάζουν σαν βεβαιότητες της αβεβαιότητας. Θυμίζουν κλαδιά πολύ μαλακά που δεν αντέχουν το βάρος ενός σκοινιού, μα που ο Γκοντώ εξακολουθεί να μην έρχεται.