A tragicomical story about a 50-year-old man living in Antwerp, Belgium, back in 1933, who loses his mother and goes through a midlife crisis. His story is not particularly funny, not downright hilarious, but contains elements of bitter irony and a mild cynicism of sorts. It can be perceived as a satire, but it is also a realistic depiction of the dairy daily lives of petty clerks who see their lives deteriorate, being lost in insignificance and anonymity.
Laarmans is a reappearing character throughout Willem Elsschot's novels, and ends up becoming the symbol of the man who will always remain adrift at a sea of good intentions, a wreck of everyday life, a shadow inside the tramcars and the streets of every big city, permanently disconnected and suffocating, without ever being able to escape from the triviality of life.
Κωμικοτραγική ιστορία, για έναν πενηντάχρονο άνδρα που ζει στην Αμβέρσα του Βελγίου στα 1933, χάνει τη μητέρα του και περνάει μια κρίση μέσης ηλικίας. Δεν είναι ιδιαίτερα αστεία, δηλαδή δεν είναι ξεκαρδιστική, αλλά διακατέχεται από μια γερή δόση ειρωνείας και αρκετό κυνισμό. Είναι μια σάτιρα αλλά συνάμα είναι και μια ρεαλιστική απεικόνιση της καθημερινότητας των μικροαστών εργατοϋπαλλήλων που βλέπουν τη ζωή τους να φθίνει και να χάνεται μέσα στην ασημαντότητα και την ανωνυμία.
Ο Frans Laarmans διηγείται ο ίδιος τη δική του ιστορία. Έτσι βλέπουμε πώς έχουν τα πράγματα κυρίως από τη δική του πλευρά. Είναι ένας αδαής, ευκολόπιστος, επιφανειακός και συχνά εκνευριστικός χαρακτήρας αλλά όχι ολότελα αντιπαθής. Γιατί πέρα από τη βαθιά ανοησία και τα συμπλέγματά του, έχει καλή καρδιά κατά βάθος, έχει καλές προθέσεις αλλά του λείπει το σθένος, η ικανότητα και η απαιτούμενη οξυδέρκεια.
Προφανώς όλοι γύρω του τον αγαπούν. Πάνω από όλα η γυναίκα του ανέχεται τα καμώματά του, που συχνά την κάνουν να κλαίει από απελπισία, αλλά του παραστέκεται, τον μαλώνει, τον νουθετεί, τον υποστηρίζει, τον βοηθά και συνάμα κρατάει την οικογένειά της ενωμένη και διαχειρίζεται όλο το νοικοκυριό, χωρίς να απολαμβάνει την παραμικρή εκτίμηση για τη προσφορά της, μια ολιγόλογη ή σιωπηλή φιγούρα, με ίσως κάποια μικρά ξεσπάσματα, όταν ο άνδρας της το παρακάνει.
Ο κεντρικός ήρωας, ονόματι Laarmans, είναι ένας υπαλληλάκος που εργάζεται για λογαριασμό μιας Αγγλικής ναυπηγικής εταιρίας. Κάποια στιγμή, μέσω του μεγαλύτερου αδελφού του, που είναι γιατρός και διαθέτει διασυνδέσεις, εισχωρεί στον κοινωνικό κύκλο μιας ομάδας πλούσιων επιχειρηματιών και του δίνεται η ευκαιρία να γίνει και ο ίδιος ένας από αυτούς. Να βγει από τη σκιά, από την αφάνεια και την ανωνυμία. Δεν ονειρεύεται τη δόξα. Είναι ένας μικροαστός Δον Κιχώτης. Θέλει για μια φορά στη ζωή του, να βγει από την καθημερινή του ρουτίνα και να τολμήσει να κάνει κάτι διαφορετικό. Να αφήσει για λίγο τις παλιές του συνήθειες και να βρει εκείνο που του λείπει.
Αλλά δεν ξέρει τι να κάνει, ούτε πώς να το κάνει. Είναι ένας δειλός και δεν ξέρει ούτε να διαπραγματεύεται ούτε και να διεκδικεί. Έξω από το ασφαλές του οικογενειακό περιβάλλον, έξω από το γνώριμο και οικείο περιβάλλον εργασίας του, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα άβουλο και τρομαγμένο ανθρωπάκι, ανίκανος να εκφράσει τα συναισθήματά του και να οργανώσει τις σκέψεις του.
Για να επιβιώσει κάποιος στον εμπορικό κόσμο, χρειάζεται να διαθέτει επιχειρηματικό δαιμόνιο, επινοητικότητα, διπλωματία, τόλμη ή ακόμα και θράσος, πρέπει επίσης να έχει πειθώ, γοητεία κι έναν καλό σχεδιασμό ώστε να μπορεί να κλείνει τις πλέον συμφέρουσες συμφωνίες και πάνω από όλα: Πρέπει να αποβλέπει στο κέρδος. Ο Laarmans είναι ο πλέον ακατάλληλος για το νέο επάγγελμα που διάλεξε.
Το ήθος και οι εμμονές του, η καταπιεσμένη ευαισθησία του και ο άβουλος χαρακτήρας του, οι ανασφάλειες και οι φοβίες του, τα καθημερινά του άγχη και εν τέλει η βλακεία που τον κατατρύχει (είναι αγαθιάρης, δεν είναι όμως ηλίθιος) θα τον οδηγήσουν σε μια σύντομη περιπέτεια η οποία θα τον βοηθήσει να καταλάβει καλύτερα τον εαυτό του και να εκτιμήσει όλα όσα έχει στη ζωή του, όλα εκείνα που αξίζουν πραγματικά.
Ο Laarmans ως χαρακτήρας επανεμφανίζεται και σε άλλα μυθιστορήματα του συγγραφέα, και καταλήγει να γίνεται το σύμβολο του ανθρώπου που πάντα θα παραμένει εγκλωβισμένος μέσα σε μια θάλασσα καλών προθέσεων, ένας ναυαγός της καθημερινότητας, μια σκιά μέσα στα τραμ και τους δρόμους μιας μεγαλούπολης, που πάντα θα δυσανασχετεί και θα ασφυκτιά, χωρίς ποτέ να μπορεί να ξεφύγει από τον μικρόκοσμό του.